Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Η κυρά Μαρία




 Στη μνήμη της γιαγιάς Μαρίας,

Στα πενήντα τόσα της, η κυρά Μαρία, η Κωνσταντάραινα ήταν μια καλοστεκούμενη γυναίκα, ώριμη αρχοντογυναίκα γεμάτη ζωντάνια και μπρίο, φινέτσα και λεβεντιά, φιλάρεσκη και γοητευτική, αγέρωχη και διεκδικητική, έτοιμη να ορμήσει  πάνω σου και να σε κατασπαράξει, αδιάλλακτη και αδίστακτη, ικανή να τα βάλει με όλους και με όλα για να αποκτήσει αυτό που ήθελε. Οι μορφασμοί, οι έντονες κινήσεις των χεριών και οι αποχρώσεις του λόγου που συνόδευαν τις αφηγήσεις της φανέρωναν άτομο άτρωτο δυναμικό με χαρακτήρα δύστροπο και αδιάλλακτο, μια γυναίκα νέα ακόμα που ζούσε το χρόνο της ωριμότητας με όλη την άνεση που εξασφαλίζει μια καλά μεθοδευμένη και οργανωμένη καπατσοσύνη. Είχε τόσα πολλά ζήσει στη μακρά πορεία της ζωής της, τόσες δύσκολες καταστάσεις κι αντιξοότητες είχε αντιμετωπίσει παλικαρίσια που δεν θεωρούσε τίποτα αδύνατο και δεν λογάριαζε πως θα πεθάνει ποτέ. Τον θάνατο δεν τον φοβόταν, τον είχε γραμμένο στα παλιά της τα παπούτσια.
     Ήταν κι έτσι έμεινε ίσαμε ογδόντα οχτώ της, τα στερνά της που τη θυμήθηκε ο θάνατος, μια από εκείνες τις ξεχωριστές ανθρώπινες υπάρξεις που ο Πανάγαθος Θεός, η μοίρα τους, από υπέρτατη αγάπη και συμπόνια προόρισε να περάσουν «δια πυρός και σιδήρου» και να ζήσουν όχι «έναν έρωτα επίγειο», αλλά μια πολυκύμαντη ζωή και μια ατέλειωτη περιπέτεια και να επιβιώσουν.
      Φύση καλλιτεχνική με δεξιότητες στη ζωγραφική ό,τι έβγαινε από τα χέρια της ήταν έργο τέχνης, καλλιτέχνημα, είτε επρόκειτο για υφαντό είτε πλεκτό είτε κέντημα είτε φαγητό. Αλλά το μεγαλύτερό της προτέρημα ήταν η ικανότητα να αφηγείται γεγονότα και περιστατικά από την προηγούμενη ζωή της. Και δεν ήταν και λίγα όσα είχε ζήσει μια ζωή στην προσφυγιά και στις περιπλανήσεις.
      Γεννημένη απέναντι, στη Μικρασιατική ακτή, στην Κάτω Παναγιά, στην περιοχή του Τσεσμέ από γονείς βέρους Μικρασιάτες  Έλληνες καλοστεκούμενους, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στη φιλόξενη Χίο αγναντεύοντας τα δειλινά τις χαμένες πατρίδες. Κέρδιζε τον επιούσιο υφαίνοντας στις πολύχρωμες κουρελούδες και στα χράμια με ρίγες και με ρόμβους, με τρίγωνα ή με τετράγωνα τους καημούς της προσφυγιάς ή κεντώντας στον καμβά άνθια αμάραντα τις πίκρες μιας σκληρής καθημερινότητας ή πλέκοντας τις προσδοκίες της πουκάμισα για τους ξωμάχους του νησιού και για των κοριτσιών τις προίκες.
      Πέρα από τις καλλιτεχνικές ικανότητες, η κυρά Μαρία χρησιμοποιούσε άριστα τη γλώσσα του σώματος. Ήταν σπάνια αφηγήτρια. Όταν ήταν στα κέφια της διηγιόταν απίθανες, όμως αληθινές, ιστορίες από τη ζωή της που έμοιαζαν με παραμύθια και δημιουργούσε καταπληκτική ατμόσφαιρα γύρω της. Όταν όμως αναφερόταν σε ένα θαύμα, πώς αλλιώς να χαρακτήριζε το γεγονός της σωτηρίας τους από βέβαιο πνιγμό, ζούσε σε άλλη διάσταση. Κάθε φορά που το διηγιόταν μεταρσιωνόταν και της σηκωνόταν η τρίχα.
     «Ως εκ θαύματος σωθήκαμε. Το λέω κι ανατριχιάζω. Να, δείτε δω, ανατρίχιασα», έλεγε.
     Σήκωνε τα μανίκια της ίσαμε τον αγκώνα κι έδειχνε τα μπράτσα της. Και όντως ανατρίχιαζε. Τόσο πολύ το ζούσε κάθε φορά εκείνο το περιστατικό, όπως και όλα τα συγκλονιστικά γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της κι επηρέασαν αποφασιστικά το δύστροπο χαρακτήρα της, σαν να ήταν εκείνη η πρώτη φορά.
     Το τραγικό γεγονός συνέβη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που γύριζαν από την Κύπρο στη Χίο μέσω Τουρκίας οικογενειακώς οι τρεις τους δηλαδή: η κυρά Μαρία, η γιαγιά η Γαρυφαλλιά, η Γαρέφαλλω, όπως αποκαλούσαν στο νησί «τη μακαρίτισσα μητέρα» της, και ο Κωστάκης, ο γιος της. Στην Κύπρο είχε επιλέξει να πάνε για να ζήσουν καλύτερες μέρες.
     «Πρόσφυγες κι εδώ, πρόσφυγες κι εκεί. Τι έχομε να χάσομε, καλέ μάνα; Πάμε να φύγουμε από δω όσο κρατάει ο πόλεμος και μετά βλέπομε και κάνομε», είπε στη μάνα της βλέποντας πως έσφιγγαν τα πράγματα.  
     Όπως ήταν ριψοκίνδυνη και αποφασιστική, διαζευγμένη, αρχηγός της οικογένειάς της, τους άρπαξε, θέλοντας και μη τη μάνα και το μικρό αγόρι, τον Κωστάκη της, άφησαν σε φίλους τα λιγοστά κινούμενα υπάρχοντά τους, ακίνητη περιουσία δεν είχαν, που να την έβρισκαν, πήραν μαζί τους ό,τι μπορούσαν να σηκώσουν και δυο τρεις μαξιλάρες γεμάτες μαστίχι και σάλπαραν.  
     Στη Χίο είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον τελειωτικό ξεριζωμό και την παλιννόστηση, ύστερα κι από διαδοχικές περιπλανήσεις στο Αγρίνιο και την Πάτρα, προφανώς γιατί εκεί οι συνθήκες ήταν καλύτερες και μπορούσαν να αγναντεύουν την Ιωνία απέναντι και να ονειρεύονται την επιστροφή στα πάτρια αγαπημένα εδάφη…
     Η Τουρκία δεν είχε εμπλακεί στον Πόλεμο, τηρούσε ουδέτερη στάση αλλά ήταν στο πλευρό των Συμμάχων και βοηθούσε τους πρόσφυγες Έλληνες στις μετακινήσεις τους προς την ιωνική ενδοχώρα και προς την Κύπρο, κυρίως.
     Πήγαν στην Κύπρο κι έμειναν ίσαμε να τελειώσει ο πόλεμος. Εκεί πέρασαν πολύ καλά, οι κάτοικοι τους συμπεριφέρθηκαν με αληθινή συμπόνια και τους πρόσφεραν ό,τι μπορούσαν για να είναι η παραμονή τους άνετη. Κι όταν τελείωσε ο πόλεμος, μάζεψαν πάλι τα υπάρχοντά τους κι έφυγαν για τη Χίο μέσω Τουρκίας πάλι.
     Πλωτά μεταφορικά μέσα ήταν, φυσικά, οι ψαρόβαρκες των Τούρκων. Οι Τούρκοι ψαράδες έκαναν τότε χρυσές δουλειές.
     Εκείνη τη σημαδιακή μέρα που συνέβη το τραγικό γεγονός, είχαν μαζευτεί στο λιμάνι πολύς κόσμος για να περάσουν απέναντι στη Χίο. Όταν ήρθε η σειρά να επιβιβασθεί η κυρά Μαρία με την οικογένειά της, κάτι μεσολάβησε και δεν μπήκαν στη βάρκα. Προτίμησαν να φύγουν με την επόμενη αποστολή. Και σώθηκαν. Σίγουρα ως εκ θαύματος. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς τα ανεξήγητα.
     «Τι είχε συμβεί, πώς έγινε κι αναποδογύρισε η βάρκα και τους πήρε όλους από κάτω, κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβη. Πνίγηκαν όλοι. Εμείς, σωθήκαμε, ήθελε ο Θεός και γλιτώσαμε. Δοξασμένος να ’ναι, χίλιες δόξες να ’χει ο Μεγαλοδύναμος. Περάσαμε πολλά βάσανα, αλλά ζήσαμε. Μας βοήθησε κι ο κόσμος, δουλέψαμε, καταφέραμε να επιβιώσουμε. Το λέω κι ανατριχιάζω. Να, δείτε!», έλεγε σε κάθε ευκαιρία.
     Και πάντα, με κάθε ευκαιρία, έδειχνε τα μπράτσα της.
     Το περιστατικό με τη μοιραία βάρκα, αποτελούσε σταθμό στη ζωή της και. σημείο αναφοράς όταν ήθελε να πείσει τον εαυτό της και τους άλλους πως ήταν θέλημα Θεού να επιβιώσουν, γιατί είχαν να δώσουν πολλά οικογενειακώς με τη συμμετοχή τους στα κοινωνικά δρώμενα.
     «Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες έφεραν στην Ελλάδα τον πολιτισμό», καμάρωνε.
     Η κυρά Μαρία, τίποτα δεν ξεχνούσε, τίποτα και κανέναν φταίχτη δεν συγχωρούσε ίσαμε τα στερνά της. Πάντα έστηνε σκηνές και δίκαζε και καταδίκαζε όσους της έφταιξαν κι επιβράβευε εκείνους που τους στάθηκαν φιλικοί και τους βοήθησαν να επιβιώσουν και να ριζώσουν στο φιλόξενο νησί. Αντιδρούσε με τον τρόπο των τραγικών ηρώων του αρχαίου δράματος.
     «Από θαύμα γλιτώσαμε. Και είναι θέλημα Θεού που ζούμε ύστερα από τόσα βάσανα και διωγμούς…», έλεγε και ξανάλεγε.
     Με τη στερεότυπη φράση έκλεινε κάθε τι που διηγιόταν αναφορικά με τη Μικρά Ασία, τη Σμύρνη, την Κάτω Παναγιά, τον Τσεσμέ, την Κύπρο και τη Χίο. 
     Η κυρά Μαρία, σίγουρα είχε ζήσει πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια, είχε βιώσει καταστάσεις που δεν ήθελε να θυμάται, και όμως τις θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια και δεν είχε την παραμικρή δυσκολία να αφηγείται με κάθε λεπτομέρεια ιστορίες και γεγονότα από την προσφυγιά. Ήταν σπάνια αφηγήτρια. Και παραμυθού. Είχε το χάρισμα όχι μόνο να διηγείται με παραστατικότητα γεγονότα και περιστατικά από την περιπετειώδη ζωή της, αλλά και να δημιουργεί δικές της ιστορίες που τις έκανε να μοιάζουν αληθινές. Στην πραγματικότητα, δεν ήξερες από πού άρχιζε ή πού τέλειωνε η πραγματική ιστορία.
     Κυρίως, όταν ήταν μόνη στην κάμαρά της, έφερνε όλο το βιωμένο χρόνο και κόσμο μπροστά της και ζούσε στον παρελθόντα χρόνο με όλο της το είναι. Έστηνε θεατρικές σκηνές με ήρωες πραγματικούς τους ανθρώπους που είχαν παίξει κάποιο σημαντικό ή και ασήμαντο ρόλο στη μακριά κι ατέλειωτη περιπέτεια της ζωής της, σκηνές που θα τις που θα ζήλευαν μεγάλοι σκηνοθέτες και σεναριογράφοι. Μόνη της μπορούσε να παίζει όλους τους ρόλους. Και να μιμείται τέλεια τη φωνή και τον τρόπο έκφρασης καθενός από τους ήρωές της που συνομιλούσε μαζί τους εικονικά.
     Εκεί που έπλεκε, ο νους της γύριζε στα παλιά, μεταρσιωνόταν, ζούσε την άλλη της ζωή, την περασμένη, την εικονική πραγματικότητα, καταργούσε το χρόνο, έφερνε στην επιφάνεια τον εσωτερικευμένο, τον απωθημένο μέσα της κόσμο, τους είχε όλους μπροστά της, προσφιλείς και μισητούς και έλυνε τις όποιες διαφορές είχε από τον καιρό που ύφαινε επαγγελματικά και συναλλασσόταν με τον περίγυρό της. Έπαιζε το θέατρό της.
     Την άκουγες να γελάει, να μιλάει θυμωμένα, να μαλώνει άγρια με κείνους που την είχαν βλάψει. Γελούσε ξεκαρδιστικά, όταν κάποιο από τα πλασματικά πρόσωπα της καθημερινής παράστασης έπεφτε σε γκάφα ή έλεγε κάτι πετυχημένο, και νόμιζες πως έχει ολόκληρο θίασο μπροστά της.
     Ήταν ικανή για όλα. Όταν είχε τα κέφια της, ήταν χάρμα. Χαιρόσουν να την ακούς να διηγείται. Είχε χιούμορ, μπρίο, ζωντάνια. Ήταν μια διχασμένη, αλλά  χαρισματική προσωπικότητα, το δίχως άλλο. Κάποιες φορές, ήταν τόσο έντονες οι παρορμήσεις της που δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις εκρήξεις του δυναμικού χαρακτήρα της και παραφερόταν σκαιά, σε βαθμό κακουργήματος. Ας είναι.
     Την κυρά Μαρία την Κωνσταντάραινα, τη γιαγιά Μαρία, τη γιαγιά μας, τη θυμόμαστε όπως ήταν και με τα όλα της. Με τις αρετές, τις σπάνιες καλλιτεχνικές της ικανότητες, τα εργόχειρα, αληθινά έργα τέχνης, την ομορφιά και τις ιδιοτροπίες, τις καλοσύνες και τις κακίες της, τις μικρασιάτικες μνήμες της, τη χιώτικη προφορά, με την προσφυγιά και τις ατέλειωτες μυθοπλασίες, τις αληθινές ή ιστορίες, με το γέλιο και με το θυμό, με τα όλα της.
     Είναι παντού και πάντα παρούσα, σαν να μην έφυγε ποτέ από το σπίτι. Σε κάθε γωνιά υπάρχουν  τα ίχνη από το πέρασμά της. Οι ατάκες της είναι αποτυπωμένες στο τραπέζι και την κάνουν να είναι παρούσα στην άδεια θέση της. Στους τοίχους και στα έπιπλα της κάμαράς της μένουν οι ατελείωτες κι ατελεύτητες προσευχές των σκληρών γηρατειών της, τα δάκρυα της οδύνης για τον αδόκητο χαμό του μικρού αδερφού της και του μοναχογιού της. Τα έργα των χεριών της προπαντός είναι η ανεξίτηλη σφραγίδα της μικρής, της πρόσκαιρης αιωνιότητάς της.    
      Η κυρά Μαρία η Κωνσταντάραινα, η γιαγιά μας, ήταν τύπος αντιπροσωπευτικός Μικρασιάτισσας αρχόντισσας, που κουβαλούσε μέσα της όλο τον πλούτο και την αρχοντιά, αλλά και την πίκρα του ξεριζωμού της πολύπαθης γενιάς της και της προσφυγιάς. Ζούσε, και έφυγε, με την ελπίδα πως κάποτε, με χρόνια με καιρούς, θα ξαναγύριζαν όλοι, ζωντανοί και πεθαμένοι στις χαμένες τους αντικρινές πατρίδες.

(

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου