Την άλλη μέρα, εμένα και τη
Μαντώ, την όμορφη ξαδέρφη μου, η θεία Κούλα με τη γιαγιά Αδαμαντία 'αλαμπράτσα'
με βαριά καρδιά μας συνόδεψαν ως το αεροδρόμιο. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη που
γύριζα στην Αθήνα και θα συναντούσα τους φίλους μου. Είχα τόσα πολλά να τους
διηγηθώ. Σκεπτόμουνα την ψηλομύτα την Άννα που παρίστανε τη σπουδαία επειδή
είχε ταξιδέψει μια φορά στο Λονδίνο και μας είχε μπαφιάσει με τις ατελείωτες
περιγραφές, όλο τα ίδια και τα ίδια. Ετούτη τη φορά όμως θα την έκανα να τρίβει
τα μάτια της. Είχα δει με τα μάτια μου κι ήξερα τόσα πολλά να διηγούμαι για τα
έθιμα στην Κω. Ε, και τον Αλκίνοο και τη Ναυσικά θα τους φλόμωνα στο «δρώμενο».
Είχα τελείως αφαιρεθεί. Σε μερικά μόνο δευτερόλεπτα η σκέψη μου τα
τακτοποιήσει όλα στην εντέλεια.
«Πού ταξιδεύεις, νεαρέ;» η γλυκιά φωνή της Μαντώς με μπέρδεψε.
«Στο... στο αεροδρόμιο, πού αλλού;»
«Φεύγουμε! Πετάμε!» μου κάνει. «Δεν γνοιάζεσαι καθόλου για τη γιαγιά που
σου γνέφει βουρκωμένη; Πήγαινε λίγο κοντά τους, άντε!»
Πετάχτηκα και σαν βολίδα χώθηκα στο ελάχιστο κενό που υπήρχε ανάμεσά
τους στον καναπέ. Εκείνες, μια από δω μια από κει, με τραβολογούσαν προς το
μέρος της η κάθε μια κι εγώ απολάμβανα τα χάδια τους σαν αλαζονικό γατί.
«Ολυμπιακή Αεροπορία, πτήση 312 για Αθήνα σε τριάντα λεπτά αναχωρεί.
Παρακαλώ οι επιβάτες να περάσουν στην αίθουσα αναμονής έτοιμοι προς επιβίβαση!
Το σκάφος σε τριάντα λεπτά αναχωρεί. Ευχαριστώ!» ακούστηκε από τα μεγάφωνα.
Η στιλιζαρισμένη, σαν από μάρμαρο κοφτή,
φωνή της υπαλλήλου έδωσε τέλος στην περιπέτεια του μυαλού μου και του
ανεπανάληπτου καλοκαιριού.
Με την όμορφη ξαδέρφη πλάι μου στο
αεροπλάνο πετούσα, πετούσα κυριολεκτικά, στα σύννεφα. Είχα ξεχάσει τα σαράντα
κύματα, τον καημό της θείας Κούλας, τη γιαγιά μου την Αδαμαντία. Συνόδευα μια
όμορφη δεσποινίδα, ποιος ήξερε πως είναι ξαδέρφη μου. Καμάρωνα σαν φουσκωμένος
γάλος που θα με ζήλευε όλος ο ανδρικός πληθυσμός της γης. Έτσι ένιωθα τότε...
Οι διηγήσεις της γιαγιάς μου της Αδαμαντίας είναι ατελείωτες. Όσες μέρες
έμεινα στην Κω, τι δεν είδαν τα μάτια μου, και τι δεν άκουσαν τ' αυτιά μου! Τη
μεγαλύτερη όμως εντύπωση μου άφησαν τα «δρώμενα», τα έθιμα δηλαδή της
«Αρκιχρονιάς», της Αρχιχρονιάς, μ'
εκείνα «Τα σαράντα κύματα».
«Θαλασσινοί, βλέπεις, οι Κώοι, δεν μπορούσε να μην παίρνει μέρος στα
δρώμενά μας και η θάλασσα η πικροκυματούσα, η άσπλαχνη, η πλανεύτρα, η
φαρμακερή, η αντροκλέφτρα, η μάγισσα. Όλη η τελετουργία μέσα στην οποία
εντάσσονται και τα 'Σαράντα κύματα' είναι ένα είδος ξόρκι για να πάει καλά η
χρονιά, να έχει καλή σοδειά, να είναι καλοχρονιά η καινούρια
χρονιά που αρχίζει την πρώτη Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το Ρωμαϊκό ημερολόγιο, η Αρκιχρονιά
«, η Αρχιχρονιά, η Ίνδικτος, η Ινδικτιών των Ρωμαίων. Την Ίνδικτο ή Ινδικτιώνα
την πήραν από τους Ρωμαίους οι Βυζαντινοί και εξακολουθεί να ισχύει στην
Ορθόδοξη Εκκλησία ως Εκκλησιαστικό Έτος.
Αρχή της Ινδίκτου στη γλώσσα της
Εκκλησίας λένε την πρώτη Σεπτεμβρίου, μου εξήγησε επιστημονικά η ξαδέρφη μου η
Μαντώ, η εγγονή της γιαγιάς της Κώτισσας, της Αδαναντίας. Η Μαντώ είναι σπουδαγμένη,
είναι επιστήμων, λαογράφος και τα ξέρει όλα αυτά φαρσί, κατά το ρήμα της
γιαγιάς.
Εγώ έμεινα άναυδος. Δεν καταλάβαινα τίποτα
από τα επιστημονικά της λόγια. Την κοίταξα ερωτηματικά μέσα στα μάτια.
«Και τι σημαίνει Ίνδικτος και Ινδικτιώνα,
ξαδερφούλα, μου λες;» τη ρώτησα.
«Αχ, Μαθιέ μου, έχεις δίκιο. Ινδικτιών
σημαίνει επινέμησις...»
«Τώρα με φώτισες!» τη διέκοψα.
«Στάσου, ξαδερφάκι! Άφησέ με να σου
εξηγήσω, μη βιάζεσαι».
«Πες, εδώ και τώρα».
«Επινέμησις πάει να πει κατανομή, μοίρασμα
των φόρων που ήταν υποχρεωμένη κάθε οικογένεια να δίνει στο ρωμαϊκό κράτος. Μη
μου πεις πως δεν ξέρεις τι είναι οι φόροι; Μην τρελαθούμε τώρα; Μια ζωή φόρους
πληρώνουμε! Κατάλαβες;»
«Κατάλαβα...»
«Από τα γεννοφάσκια του φόρους στο κράτος πληρώνει ο άνθρωπος. Ως και φόρο
αίματος πληρώσαμε στους κατακτητές μας, που να μην έσωναν!» συμπλήρωσε η γιαγιά μου, «αλλά πού
να ξέρεις εσύ...»
«Ξέρω γι' αυτό. Το μάθανε στο σχολείο, στην Ιστορία της Έκτης», της
απάντησα με βεβαιότητα για να δείξω στη Μαντώ πως κι εγώ δεν ήμουν τελείως
άσχετος.
«Εγώ έχω δουλειά. Έχω το σεμινάριο των φοιτητών και θα σας αφήσω να τα
πείτε. Η γιαγιά μας είναι καλύτερη λαογράφος από μένα. Ξέρει τα έθιμα του
τόπου... Είναι επιστήμων, ξάδερφάκι, η καλή σου η κυρά Διαμάντω!» γέλασε η
Μαντώ. «Άντε γεια!»
«Στο καλό, μάτια μου, και με την ευχή μου! Άντε να βρεις και κανέναν εδ'
αυτού που τραβοπαλιέσαι...Μη μείνεις κι εσύ στο ράφι, σαν την προκομμένη τη
θειά σου», της είπε η γιαγιά.
«Ναι, γιαγιά, θα το φροντίσω σύντομα κι αυτό», γέλασε η Μαντώ και
σκάζοντάς μου ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο βγήκε σχεδόν τρέχοντας.
Ένιωσα αλλιώτικα με εκείνο το βιαστικό φιλί της ξαδέρφης μου, πρώτη
φορά.
«'Έτσι κάνει πάντα», γύρισε σ'
εμένα η γιαγιά. «Τρέχει, όλο τρέχει αυτό το κορίτσι. Μόνο για παντρειά δεν
γνοιάζεται. Εκεί, στο ράφι θε ν' απομείνει και δαύτη σαν τη θειά σας να
σιγομουρμουράει...»
«Σοβαρά;» Έκανα αφηρημένα. «Ολόκληρη επιστήμων και θα μείνει στα
ράφι...»
«Άσε τώρα τη Μαντώ. Αυτή θα κάνει του κεφαλιού της ό,τι κι αν της λαλώ.
Έλα να σου πω τι θα κάνουμε εμείς οι δυο», είπε συνωμοτικά.
«Συνωμοσία;» γέλασα.
«Πες το κι έτσι».
«Δηλαδή...»
«Τι δηλαδή και μάραθα. Μιας και βρέθηκες
εδώ, άκου που σου λέω, θα δεις με τα ίδια σου τα μάτια τι έκαναν οι άνθρωποι
παλιά, τότε που η ζωή τους εξαρτιόταν από τα γεννήματα της γης, και από το τι καιρό θα κάνει...»
Άξαφνα η όψη της γιαγιάς σκοτείνιασε σαν να θυμήθηκε κάτι που την
πονούσε πολύ μέσα της. Έτσι σκέφτομαι τώρα. Τότε είχα την περιέργεια να μάθω τι
ήταν «τα σαράντα κύματα». Και την παρακάλεσα:
«Έλα, καλέ γιαγιά, θα μου πεις καμιά φορά για «τα σαράντα κύματα;»
Άστραψαν τα μάτια της γιαγιάς μου.
«Ο Αύγουστος έχει σήμερα τριανταμία, ό,τι πρέπει, παραμονή της
Αρκιχρονιάς. Δεν θα σου πω τίποτα. Θα τα δεις όλα με τα ίδια σου τα μάτια»,
επανέλαβε και με έπιασε τρυφερά από το χέρι. «Πάμε γρήγορα. Είναι ανάγκη να
βιαστούμε να μη μας προλάβει η νύχτα», πρόσθεσε και με οδήγησε στο σκεπαστό
στην αυλή. «Το λοιπό, εσύ παρακολούθα με, βλέπε», είπε μόνο και...
Πήρε ένα πανέρι που ήταν κρεμασμένο στον
τοίχο κι έβαλε μέσα ένα καρπούζι «σπορικό», ένα ρόδι, ένα σκόρδο μονοσκέλιδο κι
ένα τσαμπί σταφύλι και το άφησε πάνω στο
πέτρινο πεζούλι.
«Τι θα τα κάνεις αυτά, γιαγιά; Γιατί τ' άφησες εκεί;» βιάστηκα να ρωτήσω.
«Μη βιάζεσαι. Κοίτα, θα μείνουν εδώ στο δροσό όλη τη νύχτα για να τα βλέπει ο ουρανός και τ' άστρι.
Πρέπει να αστρονομηθούν πρώτα οι
καρποί. Κι ύστερα... Κάμε υπομονή ως την αυγή και θα δεις και τα υπόλοιπα. Για
τα αποψινά τελειώσαμε. Πάμε τώρα».
«Αυτό ήταν όλο;» έκαμα. «Χαράς το έθιμο!»
«Α, εσύ είσαι ακαρτέρετος, είσαι ανυπόμονος! Θα φάμε, θα κοιμηθούμε
όμορφα όμορφα και την αυγή όλα θα γίνουν όπως πρέπει».
Πού να κλείσω μάτι εγώ εκείνη την ατελείωτη νύχτα. Όταν κόντευε να
ξημερώσει, είχε λαλήσει κι ο τρίτος πετεινός, με πήρε ο ύπνος. Ζήτημα αν είχα
κοιμηθεί μια δυο ώρες, όταν το χέρι της γιαγιάς μου χάιδευε τρυφερά τα μαλλιά.
«Ξύπνα, μανάρι μου, έλα, άνοιξε τα ματάκια σου, κανακάρη μου, να
προλάβουμε να πάμε την Αρκιχρονιά μας, μη μας πάρει ο ήλιος... Σήκω, Μαθιέ
μου...» έλεγε και με χάιδευε και με σκουντούσε.
Με το που άκουσα 'Αρκιχρονιά', πετάχτηκα αγουροξυπνημένος και πότε
βρέθηκα πανέτοιμος στο δρόμο ανάμεσα στις γυναίκες, στο παιδομάνι και στα
κορίτσια της γειτονιάς ούτε που το κατάλαβα. Και βλέποντας εκείνα τα όμορφα
κορίτσια, σαν τις νεράιδες των παραμυθιών ήτανε με τα μακριά αραχνοϋφασμένα
φορέματα και τα πανέρια με τους αστρονομημένους καρπούς μέσα, χάζεψα.
Βρέθηκα αλλού, σ' άλλον κόσμο. Κι ακολουθούσα σιωπηλά μαγεμένος την πομπή.
Κάποτε φτάσαμε στην ακροθαλασσιά. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμα.
«Ευτυχώς, προλάβαμε!» ανάσανε με ανακούφιση η γιαγιά μου.
Με έβαλε μπροστά της και με τύλιγε προστατευτικά με τα δυο της χέρια.
Νομίζω πως την κολάκευε κιόλας να με κανακεύει μπροστά σε τόσον κόσμο.
Και η τελετουργία άρχισε. Πρώτα οι γυναίκες πέταξαν στη θάλασσα την
παλιά Αρκιχρονιά. Και την πήραν μακριά τα κύματα. Ύστερα βούτηξαν τα πανέρια με
την καινούρια κι έβρεξαν το πρόσωπό τους με θαλασσόνερο. Στη συνέχεια, κάθε
γυναίκα πήρε θαλασσινό νερό από σαράντα
κύματα σ' ένα δοχείο.
Επιτέλους έμαθα τι ήταν τα σαράντα κύματα που με είχαν αφήσει ξάγρυπνο
όλη την προηγούμενη νύχτα, σκέφτηκα. Αλλά δεν είχε τελειώσει η ιεροτελεστία της
Αρκιχρονιάς. Προς μεγάλη μου έκπληξη, είδα όλους να σκύβουν και να μαζεύουν
βοτσαλάκια από την ακρογιαλιά. Άρχισα κι εγώ να μαζεύω. Και γέμισα τις χούφτες
μου.
Κι όταν τελείωσε κι αυτό, όπως ήμασταν, πήγαμε όλοι μαζί στον «πλάτανο
του Ιπποκράτη». Πιαστήκαμε χέρι χέρι κι αγκαλιάσαμε το γέρικο, κουφαλιασμένο
κορμό του παμπάλαιου δέντρου.
«Για να του μοιάσουμε, γιε μου», έσκυψε και μου ψιθύρισε στο αφτί η
γιαγιά μου.
«Να γίνουμε χοντροί σαν αυτό;» μουρμούρισα.
«Οι γυναίκες σήμερα λησμονούν τη δίαιτα που κάνουν για να είναι λεπτές.
Βλέπεις, ακολουθούν το έθιμο.
«Τελειώσαμε; Αυτό ήταν όλο;» ρώτησα.
«Έχει κι άλλο ακόμα», μ' έσφιξε πάνω της η γιαγιά μου.
Ευχήθηκαν όλοι 'και του χρόνου να 'μαστε καλά και να ξανάρθουμε' κι ο
καθένας πήγε στο σπίτι του.
Με το που γυρίσαμε στο σπίτι, η γιαγιά έβαλε την Αρκιχρονιά στο
εικονοστάσι, εκεί που είχε την παλιά.
«Εδώ είχαμε την παλιά που πετάξαμε στη θάλασσα να την πάρουν τα κύματα.
Την καινούρια μας, ετούτη, θα την αφήσουμε εδώ ως την άλλη πρώτη Σεπτεμβρίου,
την πρώτη της Ινδίκτου, την πρώτη ημέρα του έβδομου μήνα του Ρωμαϊκού έτους που
άρχιζε την πρώτη Μαρτίου!» είπε.
«Ε, ε! Κι άλλη πρωτοχρονιά; Πρώτη φορά το ακούω. Θα με τρελάνεις, γιαγιά
Και η πρώτη Ιανουαρίου κι ο 'Αι Βασίλης... πάνε περίπατο;»
«Άκου: η πρώτη του Γενάρη είναι η καθιερωμένη πρωτοχρονιά και ισχύει για
όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Η εκκλησία κρατάει από τους Βυζαντινούς την Ίνδικτο,
και ακολουθεί το δικό της ημερολόγιο. Το εκκλησιαστικό έτος αρχίζει την πρώτη
Σεπτεμβρίου, που συμπίπτει με την πρώτη ημέρα του έβδομου μήνα του χρόνου, που
σύμφωνα με το Ρωμαϊκό ημερολόγιο άρχιζε την πρώτη Μαρτίου!»
«Αλήθεια;»
«Αλήθεια. Και να ξέρεις, οι Ρωμαίοι είχαν τρεις πρωτοχρονιές. Και μας
έμεινε η Ίνδικτος. Τι να γίνει; Οι κατακτητές επιβάλλουν στους κατακτημένους λαούς
και τις συνήθειες και τον τρόπο της ζωής
τους. Και πολλά πράγματα μένουν σε μας και γίνονται πάτριον, κληρονομιά,
παραδοσιακό κι ας είναι κι αυτό ρωμαϊκό απομεινάρι.
Από την ξαδέρφη σου τα έμαθα κι
εγώ που μου πιπιλίζει το μυαλό τόσα χρόνια με το να της κρατάω τα βιβλία όταν
έλεγε απέξω το μάθημά της πριν από τις εξετάσεις...»
«Δεν είχα προσέξει ότι υπήρχε πανέρι στο εικονοστάσι», είπα για να
γλιτώσω από τη λογοδιάρροια της γιαγιάς μου που είχε πάρει φόρα.
«Να, εκεί ήταν, αλλά για να τελειώνουμε, κοντεύει μεσημέρι, να πάρε
αυτά», είπε και μου έδωσε δυο βότσαλα.
«Τι να τα κάνω;»
«Τι να τα κάνεις; Βάλε τα στις τσέπες σου να σε φυλάνε από το 'κακό το
μάτι'«.
«Τα έβαλα. Τι άλλο να κάμω;»
«Πάρε κι αυτά», μου έδωσε καμιά δεκαριά ακόμα, «ρίξε μερικά στο μπαούλο
για το καλό του σπιτιού».
Πήγα κι έριξα μερικά στο μπαούλο.
«Αυτά τι θα τα κάμω;» της έδειξα όσα μου είχαν μείνει.
«Αυτά ρίξε τα στην αυλή»
«Για ποιο λόγο;»
«Για ξορκισμό, να μη φτάνει το κακό το μάτι γίνεται κι αυτό... «
«Σοβαρά;»
«Ναι, σοβαρά. Εδώ εμείς τα κρατάμε όλα, σεβόμαστε την παράδοση και τα
έθιμά μας. Εσείς εκεί...»
Δεν απόσωσε τη φράση της. Συνέχισε την
τελετουργία. Ράντισε όλο το σπίτι με το θαλασσόνερο που πήραμε από τα σαράντα
κύματα.
«Αυτό;»
«Για να σωζόμαστε από την κακογλωσσιά του κόσμου», είπε κι έκανε το
σταυρό της τρεις φορές μπροστά στο εικονοστάσι.
Επιτέλους τέλειωσε η το τελετουργικό της Αρκιχρονιάς κι έπεσα με τα
μούτρα στο 'τουρλού' που είχε ετοιμάσει με τα χεράκια της και με όλη της την
αξιοσύνη η θεία Κούλα, η χρυσοχέρα που
περίμενε πάντα τον καλό της να ρθει από την ξενιτιά...
Ύστερα το έριξα στον ύπνο ως το
ηλιοβασίλεμα οπότε με ξύπνησαν από το λήθαργο τα χαρούμενα ξεφωνητά των
κοριτσιών της γειτονιάς που είχα γνωρίσει το πρωί, με πρώτη και καλύτερη τη
δεύτερή μου ξαδέρφη, την Άσπα. Με καλούσαν να τις συνοδέψω στη βραδινή τους
έξοδο γιατί δεν είχαν καβαλιέρο. Τ' αγόρια έλειπαν στις μακρινές θάλασσες,
είπαν. Μάλλον για αξιοθέατο με ήθελαν, όπως αποδείχτηκε αργότερα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου