Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Εικόνες αθηναϊκών δρόμων



                                                                                                                           «…Από την κόλασή μου σου φωνάζω:

Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω» 
Γαλάτεια Καζαντζάκη    
                                                                               
 Συναντηθήκαμε μια μέρα στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Πανεπιστημίου 10. Ήταν δεν ήταν εφτά χρόνων. Μικροσκοπική, ηλιοκαμένη, μαλλιά σγουρά, πλεγμένα σε δυο κατάμαυρα κοτσιδάκια, άλουστα κι αχτένιστα από τον καιρό του Νώε, λίγο πιο πάνω  από μισό μέτρο μπόι, ένα κορμάκι τόσο δα, μια σπιθαμή όλη κι όλη, αλλά σβέλτη και λιγνή, έτοιμη για τραγούδι και χορό η μικρή. Χρώμα στο δέρμα στιλπνό και μελαψό, κάτι ανάμεσα σε μπρούντζο και κατράμι.
     Στριφογύριζε το στρογγυλόμορφο κεφαλάκι ανήσυχα, κοίταζε περίεργα ολόγυρα σαν να κατασκόπευε αν την προσέχει κανείς, χόρευαν ρυθμικά τα κοτσιδάκια, άγρια, αναμαλλιασμένα, ανέμιζαν ακολουθώντας τη φορά του κεφαλιού.
     Δυο μάτια πανέμορφα, με κόρες σκούρες, δυο παιγνιδιάρες βούλες από καθαρό αιματίτη, έπλεαν μέσα σ' ένα γυαλιστερό ασπράδι λες κι ήταν καμωμένο από υγρό σμάλτο κάτασπρο.
     Το βλέμμα της αστραφτερό, κοφτερό λεπίδι, εξασκημένο στην επισήμανση του ουσιώδους και του αναγκαίου, έψαχνε κάποιο φιλεύσπλαχνο χέρι που θα άνοιγε το πορτοφόλι. Έτσι τουλάχιστο έδειχνε. 'Εργαζόταν' από τόσο μικρή για το αναγκαίο της κάθε μέρας, για το πενιχρό εισόδημα του αναγκαίου μας οίκτου. Του απολύτως για κείνη αναγκαίου καθημερινού μεροκάματου.
     Το ένα λερό χεράκι πάντα απλωμένο για τη "δουλειά" που έχει διδαχτεί, αυτήν ξέρει να κάνει κι αμολιέται κάθε μέρα στους κεντρικούς, πολυσύχναστους  δρόμους της μεγάλης, πολυάνθρωπης, πολύχρωμης και πνιγμένης στο καυσαέριο Αθήνας, η μικρή Μαρία. Το άλλο χεράκι πάντα χωμένο στην τσέπη του παντελονιού, κάτω από τη μακριά λουλουδόσπαρτη φούστα. Φυλάει το μίζερο "μεροκάματο του δρόμου", το μεροκάματο του "τρόμου".
      Η Μαρία, σαν όλα τα παιδιά του δρόμου δεν φοβάται διόλου τα τροχοφόρα. Δεν λογαριάζει τους κινδύνους. Δεν ξέρει, δεν της έμαθαν πως κινδυνεύει κάθε στιγμή η τρυφερή ζωούλα της να κοπεί από το μίσχο του μεγάλου δέντρου της ζωής. Αγνοεί τους κινδύνους κι ας είναι τόσο πολύ εκτεθειμένη κάθε μέρα στους κινδύνους. Σαν τη μελισσούλα που τρέχει στα λιβάδια από λουλούδι σε λουλούδι να μαζέψει γύρη και μέλι, το καθημερινό της κι εκείνη, χωρίς να μπορεί να σκέφτεται αν θα βρει το δρόμο της επιστροφής ή αν θα προφτάσει να ξαναγυρίσει ζωντανή στην κυψέλη.
      Η Μαρία δεν γνωρίζει άλλη τέχνη. Άλλο μάθημα δεν έχει πάρει. Δεν έχει πάει σε κανένα σχολείο. Από τότε που άνοιξε τα ματάκια της αυτό βλέπει ότι γίνεται. Και το συνηθίζει  Αυτό έχει διδαχτεί, αυτό έχει μάθει από γεννησιμιού της στο καθημερινό,
στο απάνθρωπο σχολείο του δρόμου, της βιοπάλης η φτωχούλα, η πανέμορφη Μαρία, ένα τόσο δα τρυφερό πλασματάκι.
      Με την αρμύρα του ιδρώτα να τρέχει πρόωρα στο μέτωπο, η Μαρία ζητιανεύει, διεκδικεί κάθε μέρα περιπλανώμενη στους ανελέητους πολυσύχναστους δρόμους, το μερίδιό της από τ' αγαθά που προβάλλει προκλητικά μέσα από εκδικητικές βιτρίνες η αδίστακτη, απάνθρωπη καταναλωτική μας κοινωνία. 
      Την ακολουθώ από μακριά. Είμαι περίεργη να δω τι γυρεύει. Στη γωνία των οδών Βουκουρεστίου και Πανεπιστημίου, στο φανάρι, στο προσωρινό, το δευτερολέπτων στέκι έψαχνε με το σπινθηροβόλο βλέμμα κάποιον ψυχοπονιάρη περαστικό που θα τον συγκινούσε η ανέχειά της. Έμοιαζε αλαφιασμένη, βιαστική.
     Εκεί είχαμε βρεθεί πλάι πλάι. Περιμέναμε κι οι δυο προφανώς να γίνει πράσινο
για να περάσουμε απέναντι προς το κατάστημα του Ζολώτα.
     Αργούσε να γίνει πράσινο. Με κοίταζε από πάνω ίσαμε κάτω με κείνα τα πονηρά,  σκοτεινά, αδυσώπητα, τα σχεδόν εχθρικά μάτια της. Προσποιούμουνα την αδιάφορη. Εκείνη επέμενε να με ψάχνει. «Με ψυχολογεί», σκέφτηκα. Άνοιξα την τσάντα μου, έβγαλα κι έκαμα να της δώσω ένα ασήμαντο νόμισμα. Το βλέμμα της σκούρυνε εχθρικά. Δεν το πήρε. Μάζεψε γροθιά τα δαχτυλάκια, έσμιξε τα γαϊτανόφρυδά της κι αποτραβήχτηκε λίγο. Μου έριξε ένα βλέμμα από κάποια απόσταση λοξά, ερευνητικά, ζυγιάζοντας μάλλον αν υπήρχαν πιθανότητες να κερδίσει ποντάροντας στο στόχο της. 
     Το χεράκι που ήτανε σφιγμένο γροθιά κινήθηκε κι ο δείχτης πρόβαλε τεντωμένος σαν αιχμηρό βέλος δείχνοντας επίμονα ένα συγκεκριμένο σημείο στο λαιμό μου. Το στόμα το κρατούσε κλειστό. Με κάρφωνε με το ανελέητα διεκδικητικό βλέμμα χωρίς να βγάζει μιλιά.
     Κατάλαβα ποια ήταν η ενδόμυχη επιθυμία της. Εκείνη τη στιγμή δεν διεκδικούσε το καθημερινό μεροδούλι, μεροφάι, αλλά της φάνηκε άξαφνα πως θα μπορούσε να πραγματοποιήσει ένα όνειρο. Είχε βουλιάξει στη μαγεία της λάμψης, σ' ένα όμορφο, ανεκπλήρωτο όνειρο. Είχε παγιδευτεί σε μια λαμπερή για κείνη πρόκληση.
      Μπήκα στον πειρασμό της περιέργειας. 
    «Τι θέλεις; Θέλεις περισσότερα χρήματα»; ρώτησα και της πρόσφερα ένα νόμισμα μεγαλύτερο.
     Η μικρή Μαρία έγνεψε αρνητικά πισωγέρνοντας το σγουρόμαλλο κεφαλάκι ενώ
το δαχτυλάκι έδειχνε επίμονα, πεισματικά θα έλεγα, ένα συγκεκριμένο σημείο πάνω μου. Κατάλαβα. Είχε βάλει στο στόχαστρο τη χρυσή καδένα που κρεμόταν στο λαιμό μου.
     Είναι γνωστή η μεγάλη αδυναμία που έχουν οι τσιγγάνες στο χρυσό, εκτός απ' την ικανότητα που έχουν να λένε τη μοίρα με τη χειρομαντεία και να πείθουν.
     Η μικρούλα δεν ήξερε ακόμα να διαβάζει τη μοίρα. Φαίνεται πως δεν το είχε καλά εμπεδώσει αυτό, για να το εκμεταλλεύεται. Ονειρευόταν, μάλλον απαιτούσε εκείνη τη στιγμή ν' αποκτήσει ένα στολίδι λαμπερό. Να κρεμάσει στο λαιμό της μια μεγάλη χρυσή καδένα με αστραφτερή αλυσίδα κι εκείνη σαν τις μεγάλες της φυλής της και να καμαρώνει. 
     Οι σκέψεις πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό μου και της πρότεινα τη χρυσή αλυσίδα.
     «Αυτό!», είπε μόνο ένα τόσο δα στοματάκι.
     Το πασαλειμμένο με πρώιμο ιδρώτα, σκόνη και ζάχαρη απ' το λουκουμά που είχε σαφώς καταβροχθίσει, στρογγυλόμορφο προσωπάκι άστραψε ολόχαρο, μια ομορφιά, ζωντανός πίνακας ζωγραφικής.
   «Του στιλπνού η γοητεία, η μαγεία του χρυσού είναι πιο δυνατή από τη διεκδίκηση του καθημερινού, διώχνει τη μέριμνα για το αναγκαίο, ακόμα και για το απολύτως αναγκαίο!», σκέφτηκα.
    Έδωσα με ενοχλημένη συγκατάβαση στη μικρή το ασήμαντο νόμισμα. Εκείνη τη στιγμή δεν έβρισκα ελαφρυντικά. Δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι και μια ασήμαντη τσιγγανούλα μπορεί να ονειρεύεται, πως έχει δικαίωμα να διεκδικεί ό,τι λάμπει, κάτι πέρα από το καθημερινό.
    Με φανερή δυσαρέσκεια πήρε το νόμισμα, ρίχνοντάς μου ένα σκληρό, υποτακτικό βλέμμα που έδειχνε πόσο δύσκολα αποδεχόταν την ήττα της, και με το άλλο χεράκι το έχωσε στην κρυμμένη της τσέπη, στον φρουρημένο κορβανά της.
    Και τότε έγινε επιτέλους πράσινο. Εκεί αργεί πολύ να κλείσει η λεωφόρος για τα οχήματα και ν' ανοίξει ο δρόμος για το πέρασμα των πεζών. Η τσιγγανοπούλα χώθηκε ανάμεσα στους βιαστικούς και σαν βολίδα πέρασε πρώτη απέναντι και στήθηκε μπροστά στη βιτρίνα του Ζολώτα με τα πανάκριβα χρυσαφικά. Κοίταζε λαίμαργα  αδιαφορώντας για τα περίεργα βλέμματα των περαστικών.
    Χάζευε, απολάμβανε τη μαγεία του χρυσού, ονειρευόταν; Ποιος ξέρει, ποιος μπορεί να ξέρει.
     «Η μαγεία, όχι η αξία του χρυσού, θάμπωνε σίγουρα τη μικρή τσιγγανοπούλα. Η προκλητική μαγεία του δρόμου, της ανεξέλεγκτης ελευθερίας που δεν υπακούει σε νόμους κοινωνικούς, ούτε σε πρέπει, δεν πρέπει και σε παρόμοιες συμβάσεις. Η μαγεία του αστραφτερού, του φανταχτερού κινεί τα νήματα της φαντασίας και δίνει διέξοδο στις όποιες φαντασιώσεις, βάζει φτερούγες στα όνειρα. Η μαγεία του απροσπέλαστου και του άπιαστου χορταίνει το μάτι κι αδειάζει την ψυχή μας…», σκεφτόμουν.
     Στάθηκα μπροστά στη βιτρίνα. Περιεργαζόμουνα τα πανάκριβα χρυσαφικά σαν κάτι να διεκδικούσα κι εγώ από εκείνο τον απλησίαστο πειρασμό. Περιεργαζόμουν και τη μικρή που γυρόφερνε κι έγλειφε μύξες με ζάχαρη μπροστά στη βιτρίνα.
   Τα περιδέραια, οι αλυσίδες άστραφταν, τα σκουλαρίκια, τα βραχιόλια κι οι πόρπες λαμποκοπούσαν...
   Η μικρή άξαφνα πήρε φόρα, τεντώθηκε, στηρίχτηκε στων ξιπόλητων ποδιών της τα νύχια και με μια παράτολμη άνεση έβγαλε τη γλώσσα στη βιτρίνα και, χωρίς να χάσει καιρό, έχωσε στη μύτη της το δείκτη του ελεύθερου χεριού, αστραπιαία κόλλησε το προϊόν που εξόρυξε από εκεί πάνω στο τζάμι κι αποχαιρέτησε τα χρυσαφικά και την απαγορευμένη λάμψη τους. Και πριν προφτάσω να αγανακτήσω, να γελάσω ή να προβληματιστώ, η μικρή, υπακούοντας σε μια φωνή: «Μαρία!», που ήρθε από το πουθενά, σαν την αστραπή εξαφανίστηκε, χάθηκε μέσα στο πλήθος των πεζών, την κατάπιαν οι άσωστοι δρόμοι της τυφλής πολιτείας. Έτσι έμαθα και το όνομά της.
Την έλεγαν Μαρία.

Πίσω απ’ το τζάμι τις πανάκριβης βιτρίνας με τα πανάκριβα χρυσαφικά έμεινε κλεισμένη, προστατευμένη, σίγουρη η μαγεία χρυσού. Έμεινε ανέγγιχτη, αδιάφορη, η απροσπέλαστη, η άπιαστη γοητεία, η λάμψη του ακριβού.
    Η Μαρία παγιδεύτηκε για άλλη μια φορά από την ανάγκη, δέσμια στο κυνήγι του απολύτως αναγκαίου. Έμεινε στο ρόλο του ανειδίκευτου αρπακτικού...
    Εξακολούθησα το δρόμο μου σαν να μη συνέβη απολύτως τίποτα. Σαν τον Πιλάτο που ένιπτε τας χείρας του, απαλλάσσοντας έτσι τον εαυτό του από την ευθύνη για τη θανατική καταδίκη του Ιησού. Αλλά η μελαψή Μαρία δεν έφευγε από τα μάτια μου. Εκείνα τα ξεφτισμένα κοτσιδάκια της γύριζαν στο μυαλό μου σαν ανεμοδούρες. Με κυνηγούσε. Όσο κι αν προσπάθησα να βρω ελαφρυντικά, κάποια δικαιολογία, έστω,  να εκλογικεύσω την πραγματικότητα, δεν κατάφερα. Ήμουν παγιδευμένη στις ενοχές μου, είχα τύψεις, ένιωθα ένοχη και για λογαριασμό ολόκληρης τις κοινωνίας με τις απαράδεκτες και απάνθρωπες, θηριώδεις προκλήσεις.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου