Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Εικόνα σου είμαι…




                                 "Από την κόλασή μου σου φωνάζω:
εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω..."

Άκουσα τη μακρινή φωνή της ποιήτριας, όταν αντίκρισα τη θλιβερή εικόνα του πλάσματος, που είχε απλωμένο το εξαθλιωμένο χέρι της ύστατης ικεσίας προς τη ζωή και τη συμπόνια:
       «Είμαι στο πρόβλημα του έιτζ», είπε. Κι η ραγισμένη φωνή της έπεσε στο κενό. «Μ' έδιωξαν από το σπίτι. Κοιμάμαι στο δρόμο...Πεινάω!»
       Γύρισα και είδα ένα παραμελημένο, αξιοθρήνητο, ρακένδυτο, παραμορφωμένο,
Σχεδόν, ανθρώπινο πλάσμα, πιτσιλισμένο ξεθωριασμένους λεκέδες σαν από άθλιο, νερουλιασμένο αίμα. Το χέρι της άνευρο, σαν τσαλακωμένο χαρτί, κίτρινο σαν πλατανόφυλλο σάπιο, ένα τσαλαπατημένο μέλος του σώματος σε σχήμα φτερού που ονειρευόταν κάποτε να πετάξει.
       Και πέταξε κι έπεσε στο δόκανο και η αρπάγη το τύλιξε στον ιστό της αράχνης. Και η πτήση έφερε ίσια στην κόλαση.
      Το πρόσωπο άδειο σαν ένα οξειδωμένο δοχείο πολύτιμων, άσκοπα ξοδεμένων,    αρωμάτων. Μαλλιά σκόρπια, αδυνατισμένα, ριγμένα στο μαύρο της φρίκης και της απελπισίας, δοσμένα στο βέβαιο του επερχόμενου θανάτου, αχτένιστα, άπλυτα, ουρές
ξεραμένες, νεκρές χελιδονιών, κρεμασμένες ολόγυρα σ' ένα κεφάλι, που τρέμιζε σύρριζα ,καθώς το θολωμένο βλέμμα αγωνιούσε να εγείρει τον οίκτο, στηριγμένο σ' ένα σαρακοφαγωμένο, ρακένδυτο, άσαρκο κορμί, έτοιμο να καταρρεύσει, γερμένο προς την ελπίδα και τη ζωή, μέσα στα ράκη της θλιβερής του ουτοπίας.
        «Ιδού ο άνθρωπος!» ακούστηκε μια φωνή από βουβά στόματα.
        Γύρισα αλλού το πρόσωπό μου κι απομακρύνθηκα
       «Ήταν άνθρωπος; Καρικατούρα ανθρώπου; Απείκασμα, μάλλον, της δυστυχίας που κουβαλούσε σε σχήμα ανθρώπου, λυγισμένος, σκελετός, τσακισμένος στα δυο, στα τρία, ένα σκιάχτρο, εφιάλτης, φάντασμα, ένα ταλαίπωρο πλάσμα που περιφέρει μια καταδικασμένη, ξεψυχισμένη ζωή που προσπαθεί να πιαστεί από έναν οβολό για να εξαγοράσει τον λήθαργο της ουτοπίας, που θα τη λυτρώσει από το βάσανο της ανύπαρκτης ύπαρξής του. Εικόνα σε βάθος χρόνου μιας κοινωνίας που εξαρθρώνεται, που καταρρέει…», σκεφτόμουνα προχωρώντας με αβέβαια βήματα προς το λεωφορείο της γραμμής.
      Και να τη ξανά. Στο λεωφορείο της γραμμής αυτή τη φορά. Ίδια εικόνα, ίδια λόγια... Μπήκε και βγήκε παραπατώντας, σέρνοντας το κορμί της, χωρίς να της δώσει σημασία κανένας. Ούτε από οίκτο ούτε από λύπηση. Μπορεί από αδιαφορία ή φόβο προς το άτυχο πλάσμα. Έδειχνε σαν να μην έτρεξε τίποτα. Το χέρι, απλωμένο, τσακισμένο φτερό, πέρασε πλάι, δεν ακούμπησε πουθενά κι έγειρε πάλι στο περιθώριο της παλίρροιας ετοιμόρροπο, άδειο...
       Και η ζωή πήρε το δρόμο της πάνω στις ρόδες του λεωφορείου, λες και έτσι έπρεπε να γίνει...
       Άξαφνα θυμήθηκα την ευαγγελική ρήση:
       «Άφετε τους νεκρούς θάπτειν τους εαυτών νεκρούς..."», Ιησούς έφη.
       Και λέω:
       «Χρειάστηκαν δύο χιλιάδες δέκα τρία συναπτά έτη και κάτι μήνες για να βρει η ρήση την εφαρμογή της σε μια πολιτισμένη κοινωνία, σε μια ανθρωπότητα, που πασχίζει να δημιουργήσει ζωή κι εκεί που, φαινομενικά τουλάχιστον, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις από την ίδια τη φύση;»
       Λέω!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου