Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

Ο Οδυσσέας στο νησί της Κίρκης

                         Ομήρου Οδύσσεια: 

                              Ραψωδία Κ

            “Ο Οδυσσέας στο νησί της Κίρκης”

Μετάφραση: Κώστας Χωρεάνθης //
Επιλογή, επιμέλεια: Ελένη Χωρεάνθη //

 

 Εισαγωγικά!

Μετά πολλές περιπλανήσεις στις θάλασσες του κόσμου, ο Οδυσσέας βρέθηκε

ολομόναχος στο νησί των Φαιάκων και διηγείται στη βασίλισσα Αρήτη

          και τον βασιλιά Αλκίνοο τις περιπέτειές του:

                       (Στίχοι 281- 347 και 394- 405)

«…που λέτε, με λιγοστούς συντρόφους φτάσαμε στη νήσο Αιαία.

Εκεί κατοικούσε η μάγισσα Κίρκη, «δεινή θεά, φαρμακεύτρια!».

Όποιους έφταναν στα μέγαρά της τους μεταμόρφωνε σε χοίρους,

τους έκλεινε στο χοιροστάσι και τους τάιζε βελανίδια και κράνα.

Έτσι έκανε έντεκα συντρόφους μου που δέχτηκαν το κάλεσμά της.

Και θα έκανε κι εμένα χοίρο εννιάχρονο, αν δεν με προλάβαινε ο Ερμής.

Εκείνος με σταμάτησε μέσα στο δάσος και με ααποπήρε λέγοντά μου:

 

‘Πού πας πάλι, Δυστυχισμένε, μες από τις λαγκαδιές μονάχος,

δίχως τον τόπο να γνωρίζεις· οι σύντροφοί σου στης Κίρκης

μαντρίζονται σαν χοίροι μέσα σε βαθιούς κρυψώνες.

Ή μήπως να τους λευτερώσεις έρχεσαι; Ούτε εσένα τον ίδιο

δεν βλέπω να γυρίζεις, αλλά να μένεις όπου και οι άλλοι.

Μα, έλα, από τα κακά θα σε λυτρώσω εγώ και θα σε σώσω·

να, έχοντας πάνω σου αυτό το καλό βότανο, στα δώματα της Κίρκης

πήγαινε, εκείνη απ’ το κεφάλι σου θ’ απομακρύνει την κακή τη μέρα.

Και όλα θα σου εξηγήσω τα ολέθρια τεχνάσματα της Κίρκης.

Χυλό θα σου ετοιμάσει και θα ρίξει φάρμακα μέσα στο φαγητό·

μα κι έτσι δεν θα μπορέσει εσένα να μαγέψει· γιατί δεν θα την αφήσει

το καλό το βότανο που θα σου δώσω, και το κάθε τι θα σου εξηγήσω.

Όταν η Κίρκη με το πολύ μακρύ ραβδί της σε χτυπήσει,

τότε εσύ το μυτερό σπαθί τραβώντας πλάι απ’ το μηρό,

στην Κίρκη όρμησε σαν να ‘θελες να τη σκοτώσεις.

Εκείνη θα σε φοβηθεί και θα παρακαλέσει να πλαγιάσετε·

κι εσύ μετά καθόλου να μην αρνηθείς την κλίνη της θεάς,

για να ελευθερώσει τους συντρόφους σου και να γνοιαστεί εσένα·

μα ζήτησέ της να ορκιστεί τον μέγα όρκο των μακάριων

πως άλλο κακό πάθημα για σε τον ίδιο δεν θα κλώσει,

να μη σε κάνει αδύναμο σαν γυμνωθείς και δίχως αντρειοσύνη’.

«Αυτά αφού είπε, μου έδωσε το βότανο ο Αργειφόντης

από τη γη τραβώντας το και μου έδειξε τα φυσικά του.

Στη ρίζα του ήταν μαλακό κι έμοιαζε το άνθος του με γάλα·

μώλι το λένε οι θεοί· δύσκολο και να το ξεριζώσουν

οι άνθρωποι οι θνητοί· οι θεοί τα πάντα όμως μπορούνε.

Ο Ερμής έπειτα κίνησε για τον ψηλό τον Όλυμπο

μέσα από το νησί το δασωμένο, κι εγώ στα δώματα της Κίρκης

πήγαινα· κι όπως προχωρούσα δυνατά χτυπούσε η καρδιά μου.

Και στάθηκα στις θύρες της ομορφοπλόκαμης θεάς·

και μένοντας εκεί φώναζα, και τη φωνή μου άκουσε η θεά.

Κι εκείνη αμέσως βγαίνοντας τις θύρες άνοιξε τις λαμπερές

και με καλούσε· τότε κι εγώ με πικραμένη την καρδιά ακολουθούσα.

Και μέσα φέρνοντας, με κάθιζε πάνω σε θρόνο αργυροκάρφωτο,

ομορφοσκαλισμένο· κι έβαλε κάτω από τα πόδια μου σκαμνί·

και μου ετοίμασε χυλό μέσα σε χρυσό κύπελλο να πιω,

κι έριξε μέσα φάρμακο, κακά μες στην ψυχή της μελετώντας.

Ύστερα σαν μου έδωσε και ήπια, κι ούτε με μάγεψε,

με το ραβδί χτυπώντας με, τέτοια λόγια φτερωτά μου έλεγε:

‘Έλα στο χοιροστάσιο τώρα με τους άλλους συντρόφους να πλαγιάσεις’.

Έτσι είπε, κι εγώ το μυτερό σπαθί τραβώντας πλάι απ’ το μηρό

Στην Κίρκη όρμησα λες κι ΄θελα να τη σκότωνα.

Κι εκείνη ξεφωνίζοντας έτρεξε και μου αγκάλιασε τα γόνατα,

και με ολοφυρμούς μου έλεγε τέτοια λόγια φτερωτά:

‘Ποιος είσαι από τους ανθρώπους, ποια η είναι πόλη κι οι γονείς σου;

Θαυμάζω που πίνοντας τα φάρμακά μου δεν μαγεύτηκες.

Γιατί ουδέποτε, κανένας άλλος άνθρωπος αυτά τα φάρμακα δεν άντεξε,

μιας και τα πιει και του διαβούν από το φράγμα των δοντιών.

Μα εσένα μες στα στήθια αμάγευτη μένει η ψυχή.

Ή είσαι συ ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος, που πάντα

μου έλεγε ο Αργειφόντης ο χρυσόραβδος, ότι θα ρθει

από την Τροία φεύγοντας με γρήγορο μαύρο καράβι.

Μα, έλα, στη θήκη βάλε το σπαθί, κι οι δυο μας έπειτα

στο δικό μου το κρεβάτι ν’ ανεβούμε, όπου σμίγοντας

σε κλίνη ερωτική να εμπιστευτούμε ο ένας τον άλλο’.

Έτσι είπε, κι εγώ τότε δίνοντάς της απάντηση, της είπα:

«Κίρκη, πώς με παρακαλείς να είμαι καλοπροαίρετος μ’ εσένα,

που χοίρους μέσα στα μέγαρα έκανες τους συντρόφους μου,

κι εδώ τον ίδιο εμένα κρατώντας με δολερό σκοπό παρακινάς

στο θάλαμο να μπω και στο δικό σου ν’ ανεβώ κρεβάτι,

κι αδύναμο όταν γυμνωθώ και δίχως αντρειοσύνη να με κάνεις.

Ούτε θα ήθελα εγώ ν’ ανέβω στο δικό σου το κρεβάτι,

αν δεν αποφασίσεις, θεά, να μου ορκιστείς μεγάλον όρκο

πως άλλο κακοπάθημα για τον ίδιο εμένα δεν θα κλώσεις».

Έτσι της μίλησα, κι ευθύς εκείνη ορκιζόταν όπως την πρόσταζα.

Ύστερα, όταν ορκίστηκε και τέλειωσε τον όρκο,

τότε εγώ στο πανέμορφο κρεβάτι ανέβηκα της Κίρκης.

[…]

Ύστερα όταν μ’ έλουσε και με άλειψε λαμπρά με λάδι,

κι έριξε γύρω στο κορμί μου όμορφη χλαίνη και χιτώνα,

μέσα φέρνοντάς με, με κάθιζε πάνω σε θρόνο ασημοκάρφωτο,

όμορφο σκαλιστό· κι έβαλε κάτω από τα πόδια μου σκαμνί·

και νερό μια ακόλουθη έχυνε, σε πρόχοο φέρνοντάς το

ωραία χρυσή, πάνω από αργυρό λεβέτι,

για να νιφτώ· κι άπλωσε μπρος μου σκαλιστό τραπέζι.

Κι η σεβαστή κελάρισσα φέρνοντας ψωμί τ’ απίθωσε μπροστά μου,

πολλά φαγητά βάζοντας, φιλεύοντας απ’ τα βρισκούμενα·

και να φάω με παρακινούσε· μα δεν ευχαριστούσε τη δική μου καρδιά,

αλλά καθόμουνα έξαλλος και συμφορές έβλεπε η ψυχή μου.

Και βλέποντάς με η Κίρκη να κάθομαι χωρίς ν’ απλώνω

τα χέρια μου στο φαγητό και βαρύ να με κατέχει πένθος,

ολόρθη μένοντας κοντά μου με τέτοια λόγια μου μιλούσε φτερωτά:

«Γιατί, Οδυσσέα, κάθεσαι έτσι σαν να είσαι βουβός,

την ψυχή σου τρώγοντας χωρίς ν’ αγγίζεις φαγητό κι ούτε ποτό;

ή μήπως κάποιον άλλο δόλο υποψιάζεσαι· καθόλου δεν σου πρέπει

να φοβάσαι· τώρα πια σου ορκίστηκα μεγάλο όρκο».

Έτσι μου είπε κι εγώ τότε δίνοντάς της απάντηση της είπα:

«Κίρκη, ποιος άνθρωπος, αλήθεια, που θα ήταν μυαλωμένος

θ’ αποφάσιζε πρωτύτερα να γευτεί φαγητό και πιοτό

προτού ελευθερωθούν οι σύντροφοι και με τα μάτια του τους δει;

Αλλά αν εσύ καλόγνωμη να πιω με ξεσηκώνεις και να φάω,

λύσε τους, να τους δω με τα μάτια μου τους πιστούς συντρόφους».

Έτσι της μίλησα, κι από το μέγαρο βγήκε η Κίρκη

ραβδί στα χέρια της κρατώντας κι άνοιξε τις θύρες του χοιροστασίου

και τους σαλάγησε έξω με χοίρους μοιάζοντας εννιάχρονους.

Έπειτα εκείνοι στάθηκαν αντικριστά, κι η Κίρκη ανάμεσά τους

περνώντας, με άλλο φάρμακο άλειφε τον καθένα.

Κι οι τρίχες έπεφταν από τα μέλη τους που έκανε να φυτρώνουν πριν

το μαγεμένο φάρμακο, που έδωσε σ’ αυτούς η σεβαστή Κίρκη·

και οι άνδρες γίνανε ξανά νεότεροι από ό, τι ήταν πρώτα

κι ακόμα ομορφότεροι κι ακόμα πιο ψηλόσωμοι να φαίνονται.

Και με γνώρισαν εκείνοι και με σήκωνε στα χέρια του καθένας.

Και μας έπιασε όλους ο ποθητός θρήνος και το δώμα

αχολογούσε φοβερά· και η θεά λυπότανε κι εκείνη.

Και ολόρθη μένοντας κοντά σε μένα μου ‘λεγε η σεπτή μες τις σεπτές θεά :

«Διογέννητε γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,

πήγαινε τώρα στο γρήγορο καράβι και στ’ ακροθαλάσσι.

Και το καράβι πρώτα απ’ όλα σύρετε στη στεριά,

και τα αποκτήματα σε σπήλαιο κρύψετε και τα άρμενα όλα·

κι ο ίδιος πάλι να γυρίσεις και να φέρει τους πιστούς συντρόφους…».

 

 

 

Παλαιό Φάληρο, 2. 2. 2022

     Δημοσιεύθηκε στο fractal σήμερα, Τρίτη , 8 Φεβρουαρίου 2022

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου