Νικηφόρος Βρεττάκος. Ο ποιητής της ειρήνης
Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων,
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στις ρότες των πλοίων,
Τ’ όνομά σου: ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη
της γης, που περίσσεψε.
(Ν. Βρεττάκος: Μεγαλυνάρι)
Απλοί και κατανοητοί στίχοι. Φανερώνουν όμως ποιο είναι για τον ποιητή το νόημα της ειρήνης: να περισσεύει το ψωμί! Κι αυτό σημαίνει να είναι όλοι οι άνθρωποι της γης χορτασμένοι. Γιατί μόνο τότε θα περισσεύει “ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης”, για το αύριο, για να μη λείψει από κανέναν το ψωμί, ο “επιούσιος άρτος”, το ψωμί της αυριανής μέρας και να μη βασανίζεται ο άνθρωπος από αυτή την έγνοια συνέχεια. Να είναι απερίσπαστος για να ασχολείται και με άλλα έργα. Να χαίρεται την ομορφιά του κόσμου. Να ακούει τ’ αηδόνια που λαλούνε κρυμμένα στις φυλλωσιές, το φλοίσβισμα των φύλλων όταν πνέει το ελαφρό αεράκι, το κελάρυσμα του ρυακιού… Να μεθάει με τις ευωδιές των λουλουδιών, να μένει έκθαμβος κοιτάζοντας τον ουράνιο θόλο με τα εκατομμύρια άστρα, τα υπέροχα τα χρώματα των λουλουδιών, των νερών και των εντόμων… Να μπορεί να αφήνει τη σκέψη του ελεύθερη να ταξιδεύει στις απέραντες θάλασσες του πανέμορφου κόσμου και στους ωκεανούς της γνώσης. Να τραγουδάει!

Ο κόσμος για το Νικηφόρο Βρεττάκο είναι ωραίος, γιομάτος μικρά και μεγάλα θαύματα. Μέσα σ’ αυτόν βλέπει τη μεγαλοσύνη του Θεού. Και δεν τον αλλάζει με τίποτα! Όλα τα ντύνει με φως και με χρώματα χαρούμενα, τα λούζει μ’ ευωδιές και μύρα. Όλα τού είναι μαγικά, ωραία. Τα βλέπει τυλιγμένα σε μια αιώνια μακαριότητα και αγάπη:
“Ω τι καλά πούναι σ’ αυτό τον κόσμο,
κάτω απ’ τη ρόδα του ήλιου,
τον κόσμο αυτό πούναι γιομάτος μάγια
και βρυσούλες φωτός (…)
ένα ποτάμι ξεχειλισμένο.
(…).
“Κάμε με αηδόνι, Θεέ μου,
πάρε μου όλες τις λέξεις
κι άφησέ μου τη φωτιά,
τη λαχτάρα, το πάθος,
να γεμίζω με το κελάδημά μου
τη μεγάλη κυψέλη τ’ ουρανού.
(…).
“Ω τι καλά πούναι σ’ αυτό τον κόσμο!”
Ίσως κανένας άλλος ποιητής μας, να μην αισθάνθηκε τόσο δεμένος με τη γη. Το χώμα, ο ήλιος το νερό, η θάλασσα, ο αέρας, η χλωρίδα και η πανίδα της πατρίδας μας είναι μόνιμα στοιχεία στην ποίησή του. Ο γλυκύτατος και πραότατος ποιητής αγάπησε όλα τα δημιουργήματα του Θεού με πάθος και τα έκλεισε περίτεχνα στο έργο του, υμνώντας και μεγαλύνοντάς τα. Αγάπησε τον κόσμο, το σύμπαν ολόκληρο, γονάτισε ευλαβικά μπροστά στο μεγαλείο, τη σιγή και την αρμονία του σύμπαντος. Στάθηκε με δέος και με φόβο Θεού μπροστά στην παντοδυναμία της φύσης και στην ομορφιά των απλών πραγμάτων.
Όμως πίσω και πέρα από αυτή την ομορφιά και την απέραντη γαλήνη του σύμπαντος κόσμου, ο ποιητής διαπιστώνει με τρόμο και απογοήτευση τον πόνο που προκαλεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο. ΄Εζησε την τραγωδία του ανθρώπου σ’ έναν παγκόσμιο πόλεμο, σ’ έναν εμφύλιο στην πατρίδα του, τους πολέμους που αφανίζουν ζωές σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Είδε τη δυστυχία στα τρομαγμένα μάτια των παιδιών και δεν μπόρεσε ποτέ να δεχτεί αυτή την αδικία σε βάρος των αθώων που πεθαίνουν αναίτια.
Ο πόλεμος “δεν είναι παίξε -γέλασε”. Είναι ένας παραλογισμός. Ένα παιχνίδι τρομερό, που παίζεται χωρίς κανόνες, που δεν υπακούει σε νόμους. Και το παράπονο του σκοτωμένου να ποιο είναι με τα απλά λόγια του ποιητή:
“Με σκότωσαν για ένα τριαντάφυλλο.
Για ένα χαμόγελο με σκότωσαν.
Μου βρήκαν μια ελπίδα μες στον κόρφο μου
κρυμμένη και γι’ αυτό με σκότωσαν.
Με σκότωσαν για μια ‘καλημέρα’.
΄Ανοιγα το παράθυρο
κι έβλεπα όλο τον κόσμο.
Γλυκά μου μίλαγε κι εγώ
γλυκά του αποκρινόμουν
με μια καρδιά γιομάτη αηδόνια
και όνειρα”.
Αυτό είναι το παράπονο του ποιητή, το παράπονο κάθε αδικοσκοτωμένου, που πολεμάει για το δίκιο και για τη λευτεριά. Για να έχει ειρήνη η πατρίδα του. Τι άλλο θέλει ο άνθρωπος εκτός από ένα σπίτι, το γάλα και το ψωμί των παιδιών του, μια παλάμη γης να αισθάνεται σιγουριά και να την καλλιεργεί, να βλέπει τα παιδιά και τα σπαρτά του να μεγαλώνουν και να ομορφαίνουν. Να κοιμάται ήσυχος, αρχίζοντας και κλείνοντας τη μέρα του μ’ ένα σταυρό, όποια δουλειά κι αν κάνει.

Αναλογίζεται τι άφησε μέσα στους μαρτυρικούς αιώνες της ανθρωπότητας και τι αφήνει και στις μέρες μας πίσω του ο καταραμένος ο πόλεμος. Και πόσο πρόδωσε και προδίνει την ευτυχία του Ανθρώπου το πνεύμα, η επιστήμη με την πρόοδο και την τεχνολογική σχιζοφρένεια. Που μετέβαλε τον κόσμο σε: “Ένα βάραθρο που έπεσαν μέσα του και καταποντίστηκαν εκατομμύρια άνθρωποι, εκατομμύρια αδελφές φωνές, εκατομμύρια χέρια, που θα μπορούσαν αυτή τη στιγμή, αν ζούσαν, σηκώνοντας μόνο και μόνο δυο πέτρες το καθένα τους, να χτίσουν έναν ολόκληρο κόσμο”.
Έζησε “μέσα σ’ ένα τόσο ταραγμένο καιρό και τόσο κοντά στην ανθρώπινη τραγωδία (…) σ’ αυτά τα χρόνια που ο πολιτισμός έχει αναλάβει τη διακωμώδηση της αλήθειας και τον εξευτελισμό του ανθρώπου, που το σίδερο και η φωτιά έχουν” αναλάβει να γράψουν την ιστορία, σε χρόνια καταραμένα, πόνεσε κι έκλαψε, αγρύπνησε και συλλογίστηκε κι είδε πως λείπει η αγάπη, το θεμέλιο της ελευθερίας, της ειρήνης και της αδελφοσύνης των λαών. Πάλεψε με το λόγο, με το στίχο, ύψωσε τη φωνή και το ανάστημά του για να επιτευχθεί η “υλική και ηθική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα σ’ έναν κόσμο ειρήνης”. Και ομολογεί σε γράμμα του προς κάθε ανώνυμο παραλήπτη του κόσμου:
“Ποτέ δεν μπόρεσα να ειπώ αυτή τη λέξη ‘Ειρήνη’ χωρίς να νιώσω μεγάλη τρυφερότητα και μεγάλη ταραχή μέσα μου. (…) Είμαι βέβαιος πως το ίδιο συμβαίνει και σε σένα. Το ίδιο γιατί, εδώ, στην πατρίδα μας, που δεν είναι παρά ένα άθροισμα από ματωμένες πέτρες, η ουσία των λέξεων και κάνει έναν παράξενο θόρυβο στις ψυχές μας. Ο Θόρυβος αυτός ξυπνά ό, τι βαθύτερο έχουμε. Μας έκαμε άξιους να διδάξουμε την αγάπη σ’ όλο τον κόσμο. Ξέρουμε πια τι σημαίνει αγάπη”.
Η ίδια η αγάπη είναι μια έννοια περιεκτική, που τα περιέχει όλα και δεν γυρεύει τίποτα για τον εαυτό της, η αγάπη θα φέρει την ελευθερία και την ειρήνη, όχι τα όπλα, οι βομβαρδισμοί και η βία, όπως αφιονίζουν τους λαούς οι σύγχρονοι τύραννοι. Γνοιάζεται για όλους τους ανθρώπους που ζουν πάνω στη γη χωρίς καμιά διάκριση. Για τη μοίρα τους, για τα βάσανά τους. Γράφει και το εννοεί: ” Η συνείδησή μου είναι ένα άθροισμα από σπίτια που καίγονται.
Από λαβωμένους που μορφάζουν ζητώντας βοήθεια. Από νεκρούς που αφήνουν να διαγραφεί πάνω στο πρόσωπό τους σαν ένα ερωτηματικό το τελευταίο χαμόγελό τους. Η συνείδησή μου είναι από πεινασμένους, από βασανισμένους, από ταπεινωμένους, από καταδιωγμένους κάθε λογής. Η συνείδησή μου είναι ο πλησίον…”
Αλλά πώς μπορεί κανείς να μιλάει για αγάπη, για ειρήνη, όταν με τα με κομμένα μέλη των ανάπηρων όλου του κόσμου μπορεί να φτιάξει “ένα δρόμο που η χιλιομετρική του απόσταση θα ήταν δύσκολο να υπολογιστεί”, και με τα κόκαλα των εκατομμυρίων νεκρών των πολέμων μπορεί κανείς να φτιάξει ολόκληρα βουνά; Όταν η γη μας είναι “ένας απέραντος ομαδικός τάφος”
Η ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου είναι ανθρωποκεντρική πρώτα, δηλαδή έχει στο κέντρο τον άνθρωπο κι όλη του η έγνοια είναι ο άνθρωπος και η μοίρα του: “Ο άνθρωπος είναι το μόνο ορόσημο, που μπορεί να σημειωθεί σαν αρχή ή σαν τέλος μέσα στον ίλιγγο της αβύσσου. Εμείς οι άνθρωποι που σκεφτόμαστε(…)θα ‘πρεπε κιόλας να το είχαμε πει: ‘Η δική μας πατρίδα είναι ο άνθρωπος’ “.
Ο πόνος και η οδύνη περισσεύει στον κόσμο. Η γη δεν αντέχει άλλο να ρουφάει αίμα και καπνούς, να χωνεύει νεκρούς… Ο κόσμος όλος είναι μια φωτιά, η δυστυχία δέρνει τους ανθρώπους. Η πείνα, η δίψα, η αρρώστια, η γύμνια του σώματος και της ψυχής, η καταστροφή, η ορφάνια, είναι μερικά μόνο από τα χειρότερα κακά, που αφήνει πίσω του ο πόλεμος, ειδικά σ’ αυτό τον αιώνα που εκπνέει με την επικράτηση της φωτιάς και του σίδερου. Σ’ αυτό τον αιώνα που θέλουν οι ισχυροί να μας πείσουν πως η μόνη δύναμη, η μόνη αλήθεια είναι η δικαιοσύνη των όπλων! Και πως μόνο με τη δύναμη των όπλων θα επικρατήσει ειρήνη…
Ποια ειρήνη; Ο ποιητής ψάχνει μέσα στ’ αποκαΐδια που άφησε πίσω της η λαίλαπα του πολέμου, πνιγμένος από τους καπνούς κι από τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις να βρει τις πολιτείες των ανθρώπων, τα ίχνη τους έστω. Του κάκου όμως! Και το παράπονό του:
” Τι έγινε, Θεέ μου, η πολιτεία;”
Αντίς γι’ αυτήν βλέπει παντού μια “πικραμένη άνοιξη”. Και ξαναγυρίζει νοερά στις εικόνες της χαράς και της ευδαιμονίας για να παρηγορηθεί:
“Ρυακίζει ο ήλιος μες στη χλόη,
ψαύει θωπεύοντας τη γη
σιγά σιγά σιγά σιγά
η συγγνώμη των νεκρών”.
Οι νεκροί όλου του κόσμου κάποτε θ’ ανθίσουν αγριολούλουδα, δάφνη, μυρτιά και μοσχολούλουδα. Θ’ ανθοβολήσουν μαργαρίτες, ανεμώνες και παπαρούνες ολοκόκκινες. Και λευκές σημαίες της ειρήνης θα ξεδιπλωθούνε στον αέρα, κάτω από έναν ξάστερο, καταγάλανο ουρανό…
Ναι κάποτε!
Αλλά τώρα ποιος θα παρηγορήσει τα ορφανά; Τις χαροκαμένες μάνες; Ποιος και με τι θα ντύσει τους γυμνούς; Ποιος θα σώσει τον κόσμο;
Ο ποιητής! Η τέχνη! Ακόμα και ακρωτηριασμένη μπορεί. Αυτή μόνο! Η τέχνη, η ποίηση που μόνη αυτή ξέρει και μπορεί να φέρει στον κόσμο την ειρήνη με τη δική της αλήθεια, με το νόμο της αρμονίας, του ρυθμού και της μουσικής. Έχει το δικό της τρόπο. Με τη δύναμη του λόγου. Με την αλήθεια των πραγμάτων. Με την ομορφιά. Μαθαίνοντας στους ανθρώπους να βλέπουν, να αισθάνονται, να εκτιμούν την ομορφιά, που δίνει η αρμονία των όντων της δημιουργίας στον κόσμο. Παρηγορεί το δυστυχισμένο με ό,τι του έχει απομείνει, και του υπόσχεται πως θα τον βγάλει από τον πόνο:
“Μαζεύω τα πεσμένα στάχια να σου στείλω λίγο ψωμί.
Μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ό, τι απόμεινε
από τον ήλιο να σου στείλω να ντυθείς.
΄Εμαθα πως κρυώνεις.
Την πράσινή μου φορεσιά να τη φορέσεις τη Λαμπρή.
Θα τρέξουν μ’ άνθη τα παιδιά, θα βγουν τα περιστέρια
κι η μάνα σου με μια ποδιά, πλατειά, γιομάτη αγάπη.
Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δέντρο θέλεις.
Μ’ ακούς; Οι δρόμοι όλοι της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου.
Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως.
Τ’ ακούς; Να ρθείς!”
Δεν έχει άλλο μέσο εκτός από το στίχο του να πολεμήσει το κακό, ακόμα και να το ξορκίσει. Με τον απλό, τίμιο λόγο του, που τρέφεται με
της καρδιάς του το αίμα και με τα δώρα της φύσης ο ποιητής από την
κορφή του πραγματικού και του ποιητικού Ταϋγέτου στέλλει το
μήνυμα στην αγαπημένη του:
“Σου στήνω μια καλύβα στους αιώνες των αιώνων,
έναν κήπο να περπατάς, ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι,
μια πλούσια πράσινη φραγή να μη σε βρίσκει ο άνεμος
που βασανίζει τους γυμνούς στους αιώνες των αιώνων!
Σου στήνω το όραμά μου πάνω σ’ όλους τους λόφους
να σου φυσάει το φόρεμα η δύση με δυο τριαντάφυλλα
να γέρνει ο ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει
να κατεβαίνουν τα πουλιά να πίνουνε στις χούφτες σου
των παιδικών ματιών μου το νερό στους αιώνες των αιώνων!”
Απλά πράγματα. Στη φύση, στην αλήθεια και στην ομορφιά που υπάρχει γύρω μας θα βρει σκέπη, παρηγοριά και σωτηρία ο κόσμος. Κι ας ξέρει πως πάντα:
“….Έτρεχε η θλίψη σα νερό μέσα στις πολιτείες!
΄Εβρεχε απελπισία και ψήλωνε η λάσπη πάνω στη γης!(…)
Δεν ήξερες αν ήτανε οι ζωντανοί που περπατούσαν.
Στις μέρες μας οι άνθρωποι περπατούσανε πεθαμένοι(…).
Και τα παιδιά ζητιάνευαν λίγη μητέρα.
Κι έκλαιγε η αγάπη…”

Πόσο επίκαιρη δυστυχώς και πόσο διαχρονική είναι η ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου! Πόσο αληθινή! Πόσο κοντά στα πράγματα και στη ζωή βρίσκεται! Πόσο σιμά στον άνθρωπο κάθε εποχής. Το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου και την αδυναμία του να αντιδράσει στην οργανωμένη συμφορά, στον υπολογισμένο αφανισμό, κάνουν τρομακτικά αποκαλυπτική την ποίησή του:
“Στις μέρες μας ήταν το φως χαμηλωμένο διαρκώς.
Τη γη σκέπαζε ένας ίσκιος. Σα νάχε ο ήλιος βασιλέψει.
Τρέχαμε πίσω απ’ τον αγέρα με ανοιγμένα στόματα!
Λιποθυμούσαν τα πουλιά και κρέμονταν από τα σύρματα
γιατί ο αγέρας έφευγε κι αυτός μες απ’ τις πόλεις(…).
Κι εγώ, που άνθιζε μέσα μου το όνειρο και που πάντοτε
έδειχνα πάνω μου τον ήλιο, περπατούσα, περπατούσα…”
Και πότε είδε “τούτη η γης που την πατούμε / κι όλοι μέσα θε να μπούμε”, άσπρη μέρα; Κι ο ποιητής περπατούσε, όλο περπατούσε. Μα γιατί περπατούσε ο ποιητής; Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος: για να μαζέψει ψηφιά που χρειαζόταν: “πέντε άστρα, πέντε νούφαρα, πέντε αρνιά” και να γράψει παντού μια και μοναδική μαγική λέξη:
“Α γ ά π η ”
να φέγγει στους αιώνες των αιώνων και να δείχνει το δρόμο προς την καρδιά του ανθρώπου, προς την ειρήνη και την ελευθερία. Γιατί έτσι που κατάντησε ο κόσμος, μια έρημος, ο ποιητής νιώθει μόνος, έρημος, σχεδόν εξόριστος μέσα στον ίδιο του τον τόπο, ακόμα και μέσα στο ίδιο το σώμα. Όμως είχε πάντα την έγνοια της πατρίδας:
” Είμαι ένας δραπέτης απ’ όλα τα βασίλεια της γης.
΄Εχω μέσα μου την πατρίδα μου.
Κι έχω στην καρδιά μου τους ανθρώπους
απ’ όλα τα έθνη της γης(…)
Πονεί η καρδιά μου…”
γράφει στον κατασκευαστή της ολέθριας “ατομικής βόμβας” που βύθισε στη συμφορά τη Χιροσίμα και το Ναγκάσι, αλλά και σ’ αυτούς που βυθίζουν συνέχεια τους λαούς στο σκοτεινό βάραθρο του θανάτου σ’ όλες τις γειτονιές του κόσμου. Και θλιμμένος, αλλά όχι απογοητευμένος, γιατί πιστεύει στον άνθρωπο, συνεχίζει:
“Πηγαίνω να κουλουριαστώ πάλι στο πατρικό μου χώμα,
πούναι σπαρμένο από κόκαλα και διαθήκες…
Ελπίζω ακόμη ωστόσο σ’ αυτό που μου μένει…”
Κι αυτό δεν είναι άλλο από τη συνάντηση του ανθρώπου με τον άνθρωπο εκεί, όπου θα τον οδηγήσει η αγάπη:
“…Το πιο καθαρό πράγμα λοιπόν της δημιουργίας……είναι η αγάπη”. Κι όλοι χρωστάμε στον πλαϊνό μας μια συγγνώμη, “όλοι έχουμε ανάγκη από τη συγγνώμη του”, γράφει στον ίδιο παραλήπτη, τον Οπενχάιμερ και τον αποκαλεί “φίλο”. Γιατί ο ποιητής δεν εχθρεύεται κανέναν. Νουθετεί. Διαπαιδαγωγεί το λαό, και την ανθρωπότητα. Ως αληθινός δάσκαλος δεν κάνει κηρύγματα. Παραληλλίζει τα καταστροφικά αποτελέσματα του πολέμου από καταβολής κόσμου, με την ομορφιά της γης και τα ειρηνικά έργα των απλών ανθρώπων, για να κάμει να φανεί η διαφορά και να νιώσουν οι άνθρωποι ποιο είναι το καλό και το συμφέρον τους. Και να αγωνίζονται για την ειρήνη. Προσευχήθηκε τόσο πολύ για το καλό του κόσμου. Η ποίησή του από ένα σημείο και πέρα είναι μια δέηση, μια ικεσία, μια προσευχή για να βασιλέψει στον κόσμο η ειρήνη. Αυτός ο ένας που δεν ήταν παρά:
“μια μικρή λεπτομέρεια
μέσα στην τραγική
ιστορία του σύμπαντος…”
ενώ ο κόσμος είναι απέραντος, ασύλληπτος τρομακτικά μεγάλος:
“Είναι τόσο μεγάλος ο κόσμος
που μου κόβεται η φωνή…”
Ωστόσο ένιωθε τόσο ευτυχισμένος, όντας περιτριγυρισμένος από την ομορφιά της φύσης και των πλασμάτων! Τόσο σίγουρος ντυμένος την πανοπλία της αγάπης και οι μνήμες από την παιδική του ηλικία:
“Γεννήθηκα σε μια κορφή
που είχε μπροστά μια θάλασσα,
που είχε σιμά τον ουρανό
κι ήταν σα θαύμα ονείρου…”
Είναι μεθυσμένος από την ομορφιά της ελληνικής γης, της μικρής του πατρίδας, της Πλούμιτσας κι ο κόσμος στα μάτια του είναι τόσο ωραίος! Τόσο αδιαφιλονίκητα χαριτωμένος:
“Είμαι τόσο καλά, κι όλα είναι τόσο όμορφα,
τόσο αιώνια, που μούρχεται
να χαϊδέψω την πέτρα, να το ειπώ στο Θεό,
πως δεν έχω παράπονο…”
Χωρίς αμφιβολία, ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι ο ποιητής της Αγάπης και της Ειρήνης. Υπηρέτησε την υπόθεση του ανθρώπου σε όλη του τη ζωή. Έφτασε ώς το ακρότατο σημείο της αναγνώρισης και της καταξίωσης, τιμήθηκε εν ζωή και αγαπήθηκε κι ωστόσο έμεινε αλώβητος από την ασθένεια της υπεροψίας. Έμεινε ένας απλός άνθρωπος, ένας γλυκύτατος λάτρης της ταπεινοσύνης, Ποιητής! Κράτησε μέσα του το παιδί που ξεκίνησε από το φτωχικό του το χωριό και το σπιτάκι της Πλούμιτσας κι από κει αντλούσε πάντα τη δύναμη ν’ αντικρίζει κάθε πρωί τον κόσμομε ξάστερο μάτι. Από την κορφή του Ταϋγέτου μπορούσε να έχει πάντα μπροστά του το όραμα του κόσμου και να χαίρεται την ομορφιά. Να ρίχνει πέρα και πάνω από την καταστροφή και τη λαίλαπα των πολέμων τη ματιά του να συντάει τη θάλασσα, ν’ αγκαλιάζει τη θάλασσα, τη μεγάλη, την παντοτινή του αγάπη και να της λέει απλά και σιγαλά πως η ποίηση ήταν η σχεδία που μ’ αυτήν διέπλευσε τον απέραντο ωκεανό της ζωής με τα μύρια καλά και κακά, που του έμαθε και της εξομολογείται:
“΄Ο, τι μπόρεσα να διασώσω
(στον κόσμο που πήγα)
το διέσωσα, θάλασσα.
Η ψυχή μου ένα σμήνος
μυριάδων πουλιών
που τ’ αλώνιζε η θύελλα.
΄Οσα διασώθηκαν
βρήκαν το δέντρο τους.
Φτερούγισαν κι έμειναν
μέσα στις λέξεις”.
Και σε άλλο σημείο της συλλογής του “συνάντηση με τη θάλασσα” λέει με πλήρη συναίσθηση της αποστολής του και συνείδηση ευθύνης:
“΄Ο, τι είχα να κάμω στον κόσμο
το έκανα. Το μήνυμα το έστειλα.
………..Δεν κάνω λάθος.
Είναι μια βίβλος μουσικής το στερέωμα”.
Πέρα και πάνω από όλα είναι ο κόσμος, το μέγα σύμπαν με όλα τα θαυμάσιά του. Στα μάτια του,
“Ο κόσμος λάμπει σαν άστρο / ο κόσμος είναι απλός!” Δίνοντας το νόημα και τον προορισμό της ποίησής του, καθώς απευθύνεται στην Αγάπη, γράφει:
“Δεν είναι οι στίχοι μου λέξεις καθημερινές που σιωπούν.
Από νερά κι από αχώμα είναι οι λέξεις μου (…).
Χτίζω την πολιτεία με χαμόγελο.
Χτίζω την πολιτεία με την καρδιά.
Χτίζω την πολιτεία με τα παιδιά που θάναι όλα δικά σου (…).
Και θάσαι όμορφη,
άσπιλη… Και θα κρατάς ένα κλωνάρι γλυκό φως
στο σταυρωμένο χέρι σου(…).
Πλατυτέρα των ουρανών.
Ασύνορο σύμπαν.
Αγάπη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου