Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Ζωή σαν παραμύθι



Διήγημα: “Ζωή σαν παραμύθι”

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //

Δεκατριών ετών η όμορφη Χρύσα, ορφανή χωρίς κανένα συγγενή σ’ ολόκληρο το νησί, πήγε παραδουλεύτρα σε πλούσιο σπίτι στην Αθήνα. Όλα πήγαιναν καλά ίσαμε που έμεινε έγκυος από το μοναχοπαίδι των αφεντικών της. Τότε, η θεοσεβούμενη και προνοητική κυρία της φρόντισε να την απομακρύνει από το μοναχογιό της με εύσχημο τρόπο, χωρίς να πάρει κανείς είδηση. Και ποιος θα ενδιαφερόταν σε μια μεγάλη πολιτεία σαν την Αθήνα, να μάθει τι απέγινε μια οικιακή βοηθός από ένα νησί, που δεν είχε κανέναν να την αναζητήσει.
Αθόρυβα, στοργικά και με γλυκό τρόπο ένα πρωί την ξεφορτώθηκαν. Με δυο βαλίτσες γεμάτες ρούχα, στολίδια και χρυσαφικά, ένα βιβλιάριο με γενναίο ποσό κατατεθειμένο στο όνομά της στην Αγροτική Τράπεζα και αρκετά χρήματα για να καλύψει τις πρώτες ανάγκες στο χωριό της κλεισμένο σ’ ένα φάκελο και με μια συστατική επιστολή απευθυνόμενη σε κάποιο δικηγόρο φίλο τους στην πόλη, την έμπασαν ξημερώματα στο πρώτο καράβι και την έστειλαν στο νησί της, συστημένη σε οικογενειακούς φίλους για οικονόμος, μια καλύτερη δουλειά.
Φτάνοντας στο νησί πήγε κατ’ ευθείαν στη διεύθυνση που της έδωσαν να βρει το σπίτι, όπου θα έπιανε αμέσως δουλειά. Αλλά, σε ολόκληρη την πόλη δεν υπήρχε ούτε η διεύθυνση του φακέλου και, φυσικά, ούτε οικογένεια με το ονοματεπώνυμο του υποτιθέμενου φίλου βρέθηκε πουθενά στην πρωτεύουσα του ανεμόδαρτου νησιού.
      Τότε συνειδητοποίησε πως όλα ήταν τέχνασμα για να τη διώξουν, πριν μαθευτεί πως είναι έγκυος από τον μοναχογιό τους και ρεζιλευτούν. Την κυρίεψε ένας ενδόμυχος φόβος, ένιωσε πιο ξένη και πιο μόνη κι από την πρώτη φορά που έμεινε στο χωριό ολομόναχη χωρίς στον ήλιο μοίρα. Χωρίς δουλειά και μ’ ένα παιδί στην κοιλιά, αν πήγαινε στο χωριό, θα ήταν δακτυλοδεικτούμενη.
     Κάθισε στο πρώτο καφενεδάκι που συνάντησε, παράγγειλε γάλα με σοκολάτα όπως είχε συνηθίσει στο σπίτι των πλουσίων κι άνοιξε τον φάκελο με με τον λογαριασμό στην τράπεζα. Ο λογαριασμός της είχε, όντως, πολύ περισσότερα από τα χρήματα που της χρωστούσαν. Ήταν ένα καλό ποσό. Δεν είχε σκοπό να το πειράξει, αποφασισμένη να τα βολέψει με τα μετρητά που της είχαν δώσει στο χέρι.
      Απότομα μεγάλωσε. Άρχισε να σκέφτεται πώς θα οργανώσει τη ζωή της, έχοντας ήδη αντιληφθεί πως ήταν έγκυος. Ωστόσο, δεν το έβαλε κάτω. Από το μητρικό ένστικτο που καθορίζει τη στάση της γυναίκας και τη μεταμορφώνει σε μάνα, ίσως και γιατί το βρέφος ήταν καρπός του πρώτου της εφηβικού έρωτα, ό, τι της έμεινε από τον ωραίο Αντρέα, πήρε γενναίες αποφάσεις για την ίδια και για το παιδί που είχε κρυμμένο μέσα της.
«Να τα χαίρονται τα πλούτη τους, εγώ θα το κρατήσω το παιδί μου και θα το μεγαλώσω μόνη μου.    
     "Ας είναι καλά τα χέρια μου. Το λάθος είναι δικό μου και δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν. Θα σηκώσω μόνη μου όλο το βάρος. Θα δουλέψω και θα το μεγαλώσω. Να τα χαίρονται και τα λεφτά και την τιμή και την αξιοπρέπειά τους οι έντιμοι εργοδότες μου. Αν ζούσαν οι γονείς μου, δεν θα βρισκόμουνα ποτέ σ’ αυτή τη θέση. Αυτό όμως με τίποτα δεν αλλάζει. Θα πάρω τη ζωή στα χέρια μου. Εγώ θα την αλλάξω τη μοίρα μου. Θα ανεβώ στο χωριό στο πατρικό μου σπίτι», είπε με απόφαση.
      Έμεινε λίγη ώρα σκεφτική χαϊδεύοντας την κοιλιά της με το πολύτιμο φορτίο που έκρυβε και κίνησε για το χωριό με δυο βαλίτσες στα χέρια και το δικό της σταυρό στον ώμο ισοφαρίζοντας το βάρος της ανάγκης και των δυσκολιών που την περίμεναν, αλλά γεμάτη θάρρος κι ελπίδα.
      Η ζωή της Χρύσας από κείνη τη στιγμή άλλαξε ριζικά και αμετάκλητα. Στα δέκα εφτά της χρόνια ήταν πλέον ώριμη αρκετά και ικανή να σκεφτεί σοβαρά και να οργανώσει σωστά τη ζωή της. Χωρίς να χάσει καιρό, πήρε το δρόμο για το χωριό με τα πόδια. Ευτυχώς, υπήρχε το σπιτάκι εκεί. Σε όποια κατάσταση κι αν ήταν, θα το καθάριζε, θα έκανε τις απαραίτητες επισκευές και θα έμενε εκεί. Θα έκανε ό, τι έκαναν και οι γονείς της, θα ξενοδούλευε, θα έκανε όποια δουλειά βρισκόταν.
     Το πείσμα και το στοίχημα που έβαλε με τον εαυτό της έκανε φτερά τα πόδια της. Το χωριό δεν ήταν πολύ μακριά από την πόλη. Έφτασε στο χωριό και στο πατρικό της μόλις η νύχτα άπλωνε πάνω στον κόσμο τα πέπλα της. Δεν την είδε κανένας. Το χωριό είχε κιόλας βυθιστεί στη σιωπή.
     Σταμάτησε λίγο, έβγαλε τα κλειδιά, ξεκλείδωσε, άνοιξε σιγά την πόρτα, μπήκε δειλά κι άναψε το φως γυρίζοντας το διακόπτη που συνάντησε ψαχουλευτά το χέρι της στον τοίχο. Εκεί μέσα όλα της φάνηκε πως την καλωσόριζαν, πως την περίμεναν. Στο χλωμό φως που έπεσε πάνω στα λιγοστά έπιπλα της μοναδικής κάμαρας τα έκανε να μοιάζουν ξεθωριασμένες παλιές ζωγραφιές, αγαπημένες. Οι παιδικές αναμνήσεις ξύπνησαν μέσα της. Τα χρόνια της αθωότητας πρόβαλαν ξαφνικά σαν θαμπές εικόνες σκορπισμένες εδώ κι εκεί, κολλημένες στους τοίχους, στο πάτωμα, μπερδεμένες στις πλεκτάνες που οι αράχνες είχαν στήσει με ιστούς σε κάθε γωνία και σ’ εκείνους που κρέμονταν από το ταβάνι και αιωρούνταν.
      «Δόξα σοι ο Θεός! Έφτασα στο σπίτι μου, στην αρχή μου», ψέλλισε χωρίς να ξέρει τι θα ξημερώσει η άλλη μέρα.
      Μόλις χάραξε η αυγή της άλλης μέρας άνοιξε το παράθυρο που έβλεπε κατά την ανατολή. Ο κοιμισμένος ακόμα κόσμος της φάνηκε καθαρός, ήμερος. Όλα ήταν ήρεμα και καθαρά, κανένας θόρυβος δεν χαλούσε την αρμονία και τη γαλήνη που επικρατούσε παντού.
     Άφησε το παράθυρο ανοιχτό να αεριστεί το σπίτι, κατέβηκε προσεκτικά τη σκάλα που οδηγούσε στο μισοσκότεινο κατώι, άνοιξε και μπήκε αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα για να μπει φως και αέρας κι άρχισε την αναγκαία εξερεύνηση.
     Ψάχνοντας με το βλέμμα, στην απέναντι πλευρά είδε αυτό που γύρευε. Ήταν στημένος ακόμα ο παμπάλαιος αργαλειός που τον είχε στήσει η Μικρασιάτισσα γιαγιά της, η Χρυσαφένια, Χρυσαφώ την έλεγαν στο χωριό, και ύφαινε τα μεταξωτά και τα βαμβακερά υφάσματα, άλλα για ρούχα της δουλειάς, άλλα για εσώρουχα κι άλλα για σεντόνια και βαμβακερές κουβέρτες. Ήταν γνωστή και διάσημη υφάντρα σ’ ολόκληρο το νησί η Χρυσαφώ. Από εκείνη πήρε το όνομά της και η Χρύσα. Χρυσαφένια ήταν και της Χρύσας το βαφτιστικό της. Από εκείνη είχε μάθει την τέχνη του αργαλειού η Γιασεμή, το Γιασεμώ, η μητέρα της Χρύσας.
      Ο αργαλειός έστεκε υπομονετικά στην ίδια θέση αρματωμένος με τα εξαρτήματα και όλα τα συμπράγκαλα της υφαντικής, έτοιμος να την υποδεχτεί για να συνεχίσουν τον αγώνα της επιβίωσης και της επιβεβαίωσης. Όλα τα σύνεργα της δουλειάς ήταν στη θέση τους, έτοιμα για το καινούριο ξεκίνημα, θαρρείς πως η σκόνη τα είχε σκεπάσει με στοργή για να συντηρηθούν κι ο χρόνος σταμάτησε σε μια οριακή στιγμή. Μόνο η υφάντρα έλειπε
     Όχι, δεν έλειπε, η υφάντρα ήταν πάλι εκεί, έτοιμη να πιάσει δουλειά, να συνεχίσει ηρωικά την τέχνη της μητέρας και των γιαγιάδων της. Φαντάστηκε τον εαυτό της στην άδεια θέση να περνάει τις σαΐτες με το μεταξωτό και το βαμβακερό υφάδι ανάμεσα στις ριγωτές σειρές του στημονιού τραγουδώντας όπως οι παλιές εκείνες υπομονετικές υφάντρες, οι ανυφάντρες, όπως τις αποκαλούσαν στην πατρίδα τους, τη Σμύρνη.
      Συγκινήθηκε, βούρκωσε, ανατρίχιασε. Άλλες εικόνες πρόβαλαν ολοκάθαρες στη μνήμη της. Τα θυμήθηκε όλα. Θυμήθηκε πως ήθελε να μάθει να υφαίνει κι εκείνη. Θυμήθηκε μάλιστα πως όταν η μητέρα της έλειπε, κατέβαινε κρυφά στο υπόγειο, καθόταν στο κάθισμα, έπαιρνε το ύφος αληθινής υφάντρας, τέντωνε τα ποδαράκια της να φτάσει τις πατήθρες και περνούσε μερικές σαϊτιές κι ούτε που το καταλάβαινε η μητέρα της.
      «Θα γίνω υφάντρα», είπε κι άρχισε αμέσως δουλειά.
      Με τα νήματα που είχαν μείνει αχρησιμοποίητα, άρχισε να υφαίνει, δειλά στην αρχή, ώσπου να πάρει φόρα και γρήγορα χτυπούσε το χτένι με ρυθμό επαγγελματία. Η φήμη της καλής υφάντρας απλώθηκε παντού. Έφτασε μάλιστα να υφαίνει μέρα νύχτα “με την κοιλιά στο στόμα”, που λέει ο λόγος, και να μην προλαβαίνει να τελειώσει τη μια παραγγελιά, ερχόταν η άλλη, οι άλλες. Η ζωή της Χρύσας μπήκε σ’ έναν κανονικό ρυθμό, άλλαξε προς το καλύτερο, πήρε τ’ απάνω της η ορφανή εγκυμονούσα.

       Περίμενε με λαχτάρα να φέρει το σπλάχνο της στο φως του κόσμου. Να το σφίξει στην αγκαλιά της. Φανταζόταν πως θα ήταν ένα αγοράκι όμορφο, όπως ήταν ‘εκείνος’, με γαλανά μεγάλα μάτια και σγουρά ξανθά μαλλάκια μεταξένια… Αν ήταν κοριτσάκι σε ποιον από τους δυο θα έμοιαζε, τι θα έπαιρνε από τον καθένα; Με όνειρα τρυφερά, με καρτερία και υπομονή περίμενε τον ερχομό του.     
      Όταν ήρθε η ευλογημένη ώρα κι άκουσε το πρώτο κλάμα του μωρού, η καρδιά της πετάρισε από ανείπωτη χαρά. Κι όταν συνήλθε και της έβαλαν στην αγκαλιά της ένα αγοράκι τόσο δα μικρούλι, αδύναμο πλασματάκι, ολομόναχο, όπως το είδε, κι ανυπεράσπιστο, το τύλιξε με τα δυο της χέρια κι ορκίστηκε να το μεγαλώσει με αγάπη και να μην του λείψει τίποτα
      Όσο έμεινε στο μαιευτήριο έπεσαν πάνω της γιατροί και νοσοκόμες να δώσει το αγόρι για υιοθεσία. Σε κάθε πρόταση που της γινόταν για υιοθεσία απαντούσε μ’ ένα γλυκό χαμόγελο χαϊδεύοντας το κεφαλάκι του πανέμορφου αγοριού που κρατούσε στην αγκαλιά της. Ήταν φτυστός ο πατέρας του, όπως τον φανταζόταν. Ήταν σίγουρη πως ο Αντρέας κάποτε θα την αναζητούσε. Το πίστευε. Την είχε ανάγκη αυτή την προσδοκία, κι ας έμοιαζε ουτοπική.
      Ανέβηκε στο χωριό με το μωρό στην αγκαλιά και με το κεφάλι ψηλά. Κι άρχισε πάλι να δουλεύει. Και μεγάλωνε το μωρό της χωρίς να βαρυγκωμά, με στοργή και αγάπη, όπως κάθε μάνα και με ένα όνειρο: να φέρει κάποτε αντιμέτωπο τον Αντρέα με το γιο του.

Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων μου, “Αγορασμένη ζωή”.
Παλαιό Φάληρο, Ιανουάριος 1999.

Δημοσιεύθηκε στο Fractal σήμερα, 14 Ιουλίου 2020


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου