Διήγημα: “Οι παπαδιές”
Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //

Στη μνήμη μαμάς μου Ελευθερίας,
32 χρόνια στην άλλη διάσταση.
Ήμουνα κι εγώ εκεί, μ’ ένα κόκκινο βρακί. Ήμουνα, που να μην ήμουνα. Όχι βέβαια με κόκκινο βρακί, κατά πώς λέει το λογοπαίγνιο των παιδιών, απλούστατα γιατί δεν είχαμε ούτε ένα βρακί να βάλουμε. Ποτέ δεν θα μπορούσα να διανοηθώ να γράψω εγώ ένα βιβλίο με τα λιγοστά γράμματα που ξέρω, άφησαν τα δίσεχτα χρόνια, τα καταραμένα, να μάθει κανείς γράμματα, την τύφλα και την κακή μας μοίρα μάθαμε. Ας είναι καλά το ξαδερφάκι μου, ο Αστέρης, όνομα και πράμα το παιδί, εξηγημένο, αυτός είχε προλάβει να πάει και λίγο στο Πανεπιστήμιο και είχε μια κασέλα με βιβλία του Γυμνασίου κι αυτά με ξεστράβωσαν και μπορώ κι εγώ κι αρθρώνω ένα λόγο να με καταλαβαίνουν οι άλλοι.
Μη βλέπεις που πάει η γλώσσα μου ροδάνι. Τόσα χρόνια με τον κόσμο κι εγώ και με ραδιόφωνα και τηλεόραση, ε, κουτσά στραβά, τα καταφέρνω. Πολλοί που δεν ξέρουν πόσα χρόνια κουβαλάω στη ράχη μου, νομίζουν πως έχω βγάλει τουλάχιστο γυμνάσιο. Στους τυφλούς πάντα βασιλεύει ο μονόφθαλμος. Ναι, τους λέω, πώς, πήγα, μόνο απολυτήριο δεν πήρα. Τι έχω να χάσω, γιατί να τους χαλάσω την εικόνα που έχουν για μένα. Κι από πίσω γελάω, αφού με βλέπουν έτσι, γιατί να μην τους πω αυτό που θέλει ν’ ακούσει ο καθένας. Και μη θαρρείς, έτσι γιατί δεν έχουν τι να πουν με μια αγράμματη που τρέχει η γλώσσα της κι ό, τι βρέξει ας κατεβάσει που λέει ο λόγος. Ας είναι κι έτσι, καθένας παίρνει ό, τι περιμένει από μένα. Παραπονεμένος κανένας δεν φεύγει από δω.
Έρχεται συχνά στην ακοή της μνήμης μου ο απόηχος των λόγων της μακαρίτισσας της θείας μου από τα γεγονότα εκείνης της “ωραίας” εποχής”. Λοιπόν, ποτέ δεν θα τολμούσα να γράψω εγώ τις αναμνήσεις μου, γιατί δεν θα είχα αναμνήσεις, αν δεν είχα πάει στο χωριό το σημαδιακό καλοκαίρι που ζούσε ακόμα η θεία η Μητσούλα. Δήμητρα τη βάφτισαν, Μητσούλα την έλεγαν, ένεκα ο νοικοκύρης που από Δημήτριος έγινε Μήτσος, χάριν συντομίας. Και μου τα διηγήθηκε όλα, η θεία η Μητσούλα, με το νι και με σίγμα, νύχτες ολόκληρες καθόμασταν έξω με τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι να λάμπει από πάνω, εκείνη να διηγιέται με τον απλό της τίμιο λόγο κι εγώ να γράφω όπου έβρισκα χαρτί, ακόμα και σε άδειες σελίδες και στα περιθώρια των βιβλίων του ξαδέρφου μου έγραφα, κι ας έτρεμε το φυλλοκάρδι μου μην το μάθει καμιά φορά και ιδώ τον ουρανό ανάποδα, σφοντύλι, σαν θα γύριζε καμιά φορά, όταν δεν θα είχε τον φόβο των Ιουδαίων, των χωροφυλάκων δηλαδή, που τον κυνηγούσαν για εγκληματία και κρυβόταν στην Αθήνα. Και κανείς δεν ήξερε πού ζει και πώς ζει. Ούτε ο μπάρμπας μου ο Φάνης, από φόβο μήπως τον αναγκάσουν με βασανιστήρια και τον προδώσει. Δεν δίστασα μάλιστα να σχίσω από τα βιβλία όλες τις σελίδες που είχα γράψει πάνω κουτσά στραβά με το φεγγαρόφωτο και να τις πάρω μαζί μου, όχι για κάποιον άλλο σκοπό, αλλά για να τα διαβάσω όταν θα είχα καιρό. Τώρα που το σκέφτομαι, κάτι με τραβούσε, έβρισκα ενδιαφέρον, ίσως επειδή τα είχα ζήσει ως ένα βαθμό. Έπειτα, η διήγηση της γριούλας είχε κάτι το συναρπαστικό, το πηγαίο και το αληθινό. Χαιρόμουνα να την ακούω να διηγιέται γεγονότα και περιστατικά που μισοήξερα από διάφορα ακούσματα και διηγήσεις και ίσως είχα μεγαλοποιήσει τη σημασία τους με τη φαντασία των παιδικών μου χρόνων.
Όμως τα γεγονότα που ακολούθησαν με υποχρέωσαν να πετάξω τα χαρτιά σ’ ένα μπαούλο της προγιαγιάς μου της Κασσιανής και να τα λησμονήσω, ώσπου μια βραδιά, βράδυ χειμωνιάτικο ήταν, έτσι μού ’ρθε και άνοιξα την κασέλα, μια παλιά κασέλα, αντίκα, με ωραία ανάγλυφα σχέδια στην πρόσοψη, προίκα της προγιαγιάς μου ήταν και τη λέγαμε μπαούλο, και ψάχνοντας έπεσα πάνω σ’ εκείνα τα χαρτιά.
Θυμήθηκα το καλοκαίρι με τη θεία Μητσούλα και ρίχτηκα με τα μούτρα πάνω στα χαρτιά, τι χαρτιά, ξεσκλίδια κι απομεινάρια ήτανε χαρτιών, και τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα να τα βάλω σε σειρά και, πού ξέρεις; Μπορεί να έχουν και για τον άλλο κόσμο ενδιαφέρον. Έτσι άρχισα το γράψιμο. Και σας τα λέω όπως ακριβώς τα άκουσα από τη συχωρεμένη μου τη θείτσα, χωρίς τίποτα να προσθέσω ή να αφαιρέσω εκτός από εκείνα που κι εγώ θυμόμουνα κι είχε παραλείψει η καλή γριούλα, όχι γιατί δεν τα θυμόταν, αλλά μερικά πράγματα την πονούσαν τόσο πολύ στην καρδιά και στην ψυχή της που δεν ήθελε ούτε να τα θυμάται, ούτε να τα μάθουν κι άλλοι. Τα κρατούσε μέσα της σαν κάτι αποκλειστικά δικό της, όπως κρατάει κανείς μυστικά τον πόνο της ψυχής του και τα βάσανα του κορμιού του και δεν αφήνει να τ’ αγγίξει κανένας, σαν ένα μυριάκριβο θησαυρό, αποκλειστικό του απόκτημα, σαν κατιτίς ιερό κι απαραβίαστο…
Είναι κάποια πράγματα και κάποια γεγονότα που αγγίζουνε το νου και τον πονάνε, αγγίζουν την ψυχή και την πονάνε, αγγίζουν την καρδιά και την πονάνε, που αγγίζουνε το σώμα και πονάει, δεν τα λέμε ούτε στον εαυτό μας. Γιατί πονάνε. Τα χώνουμε όσο βαθιά μπορούμε στην καρδιά και στην ψυχή μας για να τα λησμονάμε. Έλα όμως που δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ.
Έτσι, άρχισα την ιστορία από την αρχή. Σαν από την αρχή. Από κει που την άφησα. Από το σημείο εκείνο που άρχιζε η ιστορία με τις παπαδιές. Αγιασμένες οι ψυχούλες τους. Καμιά δεν ζει να με καταχερίσει που βγάζω στη φόρα τα “άπλυτά” τους. Ποια άπλυτα και ποια πλυμένα, σάματι είχανε τότε πλυντήρια κι απορρυπαντικά; Το απορρυπαντικό ήταν η στάχτη από καυσόξυλα και χνουδωτά πλατανόφυλλα. Από αυτά, είχαμε μπόλικα. Αν και οι εντελώς φτωχοί, ήταν φτωχοί από μυαλό. Και πλούσιοι από τεμπελιά. Από αυτήν άλλο τίποτα. Πλούσιοι και σε παιδιά οι φτωχοί. Τα πολλά παιδιά τότε, τα έδινε ο Θεός για να γίνουν άντρες και να πάνε στον πόλεμο να πολεμήσουν τον εχθρό. Για ποιον εχθρό και ποιον πόλεμο. Ο εχθρός ήταν η τεμπελιά.
Κάθε χρόνο κι από ένα παιδί τους έδινε ο Θεός. Μπορεί και δυο μαζί. Πλούσια τα ελέη του Μεγαλοδύναμου. Γυμνά, ξυπόλυτα, έβλεπες κάθε λογής και μέγεθος τσουτσούνα, πού βρακί, όπως στα αγάλματα των αθλητών, να πηγαίνει πέρα δώθε, σαν να παίζει βιολί. Ντροπή τότε δεν υπήρχε, άγνωστη λέξη.
Αλλά ξέφυγα από το δρόμο που είχα πάρει. Από τις αφηγήσεις της θείας Μητσούλας, εννοώ. Η θειτσούλα μου δεν ήταν φτωχιά. Μήτε πολύτεκνη. Ήταν η μόνη γυναίκα στο χωριό που είχε όνομα. Οι άλλες ήταν γυναίκες των αντρών τους, ακόμα και η μάνα μου, δεν είχε όνομα δικό της κι ας ήταν από σόι μεγάλο.
Όταν μια κόρη “ήρχουνταν εις γάμου κοινουνίαν”, έχανε και το πρόσωπο και το όνομά της, ήταν η Γιώργαινα, η Τάσαινα, η Βασίλαινα, η Κώσταινα, η Χαρ’λάμπαινα κι ας ήταν τόσο δύσκολο να προφερθεί αυτό το…Χαρ’λάμπαινα (Χαραλάμπαινα, από τον Χαρ’λάμπ’…, τον Χαραλάμπη). Ακόμα και η γύφτισσα με τα εφτά γυφτάκια ήταν η κυρά Βασίλαινα. Όποιο παιδί τη ρωτούσε πώς τη λένε, απαντούσε στερεότυπα:
“Για… Βασίλαινα, με λένε”. Κι από μέσα της, “άι στο διάτανο, ζαγαρέλ’… Όπως θέλω με λένε. Λογαριασμό θα σ’ δώκω”. Και το φασκέλωνε με τα δέκα.
Οι παπαδιές στο σόι ήταν δύο, η Παπαλάμπραινα, του παπά Λάμπρου, που λέει και το δημώδες άσμα “στου Παπαλάμπρου την αυλή…”, η πρεσβυτέρα, και η Παπαγιαννακίνα, του παπα-Γιαννάκη η πρεσβυτέρα. Γίνανε ιερείς δυο πρώτα ξαδέρφια από το ίδιο σόι. Και πέθαναν κι οι δυο προτού να χαρούν την παντρειά οι παπαδιές. Δυο παπαδιές χήρες. Παπαδιά κι η μία, παπαδιά κι η άλλη. Όσο απέχει ο ουρανός από τη γη. Δεν έστεργε στο σόι μας η παπαδοσύνη. Έμειναν οι έρημες χήρες κι απομόναχες οι παπαδιές, τροφαντά εύοσμα λουλούδια, να τις πιεις στο ποτήρι. Τρεις παπαδοπούλες αρφανές. Η μία παπαδιά τον τίμησε κι αποθαμένο τον παπά της. Άντεξε τη μοναξιά και τη χηρεία μια ολόκληρη ζωή μαυροφορεμένη και με μαύρη μαντήλα, αγιασμένη η ψυχούλα της, μεγάλωσε τρία παιδιά της κόρης της κι εγγόνια. Και ίσαμε που πέθανε, παπαδιά τιμημένη εγκατέλειψε τον απάνω κόσμο. Ήταν “Η Θεια η Παπαδιά” για όλο το χωριό. Ή άλλη, ήταν άλλη. Δεν τις έπλασε ο Θεός από την ίδια λάσπη, όπως τον Αδάμ και την Εύα. Κι από την ίδια λάσπη να ήταν, δεν βγήκαν από το ίδιο καλούπι. Μήπως η Εύα δεν παραστράτησε κι έμπλεξε και τον Αδάμ στην αμαρτία.
“Κοίτα να δεις! Τσούπα μ’, από μιας αρχής, πανούργα η γυναίκα. Δεν την αφήνει το πράμα τ’ς να αγιάσει”, μουρμούρισε, θυμάμαι, η θεια η Μητσούλα, όταν τη ρώτησα για την άλλη παπαδιά που παντρεύτηκε τον ξενομερίτη. Κι αμέσως έφτυσε στον κόρφο της, “σκατά στη γλώσσα μ’, φτου, να μην μ’ ακούσει κανένας, γριά γυναίκα, τι λέω…” πρόσθεσε.
Έφερε ένα γύρω με το βλέμμα της, να σιγουρευτεί πως δεν την άκουσε κανείς, έλυσε και έδεσε ξανά με αργές κινήσεις, το φιόγκο της μαντήλα της πάνω από το αριστερό αφτί. Έτσι έδεναν τη μαντήλα οι καλές νοικοκυρές εκείνο τον καιρό. Και παράβγαιναν ποιανής ο φιόγκος θα ήταν ο πιο όμορφος.
Εκείνα λοιπόν τα ωραία χρόνια, τα χρόνια τα παλιά, στα χωριά τουλάχιστον, τους νεκρούς ιερείς δεν τους έθαβαν “στα ίσα”, τους έθαβαν καθιστούς, όπως έθαψε τον παπά της η παπαδιά που έμεινε παπαδιά σε όλη της τη ζωή καλή και τιμημένη, ένα πρόβατο ήταν. Η άλλη παπαδιά που ήταν κοτσονάτη κι ο κόσμος θα ‘βρισκε αφορμές για σχόλια, την ώρα που τον έθαβαν τον παπα- Γιαννάκη, προτού τον βάλλουν στο λάκκο, τη ρωτάει ένας νεκροθάφτης:
“Πώς θέλεις να τον βάλουμε τον παπά, θεια παπαδιά, καθιστό ή στα “ίσα;”
“Βάλτε τον στα ίσα, μωρέ παιδιά…, ωχ ωχ, τι είν’ τούτο πόπαθα εγώ η κ’ρούνα!”
Και τον έβαλαν ίσα, οριζόντια τον παπα-Γιαννάκη σαν κοινό θνητό, στον τάφο, να πάει στο καλό κι αυτός.
“Η παπαδιά σαν να προνόησε κιόλας, ποιον να ‘βαλε στο μάτ’…” γύρισε κι είπε κάποιος από τη συνοδεία στο διπλανό του.
Ο άλλος σήκωσε τους ώμους.
“Και τι ρωτάς εμένα; Εδώ είναι, ρώτα την”, Προσποιήθηκε τον παρεξηγημένο αυτός.
Και είχε το λόγο του ο άνθρωπος.
Προτού κλείσει χρόνο ο μακαρίτης, εκείνον τον “άλλο” που σήκωνε τους ώμους, τον ανήξερο, έβαλε η χήρα παπαδιά στο σπίτι και στον κόρφο της, τον Σοφοκλή, έναν ξενοχωρίτη γκαρδακλή, δυο μέτρα μπόι, τον παντρεύτηκε κανονικά με παπά και με κουμπάρο, έβαλε δεύτερο στεφάνι, και με την ευλογία της εκκλησίας. κι ας είχε δυο κοπέλες σαν την ίδια τροφαντές που τις καλόβλεπε ο Σοφοκλής από ξαρχής. Και για έχει ήσυχο το κεφάλι της, τις ξαπόστειλε και τις δύο υπηρέτριες στην Αθήνα.
Ωστόσο, η πρώην παπαδιά και νυν Σοφοκλήνα, δεν παρέλειψε ούτε μια μέρα ν’ ανάβει το καντηλάκι στο μνήμα του παπά.
“Αναπαμένος να’ σαι, παπα-Γιαννάκη μ’, αγιασμένη η ψυχούλα σου. Ούλα καλά κι άξια!”
Ίσαμε που έθαψε και τον δεύτερο, όσο τη βάσταγαν τα ποδαράκια της, πού την έχαναν, πού την έβρισκαν, στα μνήματα.
“Ήταν ανάγκη να μου τους πάρ’ και τ’ς δυο ο χάρος; Δεν τού ’φτανε ο ένας…”
Ήταν το καθημερινό παράπονό της.
(Ανέκδοτο)
Παλαιό Φάληρο, 6 Ιουλίου 2020
Δημοσιεύτηκε στο fractalart την Τρίτη, 7-7- 2020
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου