Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Ηλέκτρας απόλογος & Ο θρήνος της Εκάβης

Δύο ποιήματα: “Ηλέκτρας απόλογος” & “Ο θρήνος της Εκάβης”

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //



Η μοίρα της γυναίκας, ως θηλυκής οντότητας, σε συνάρτηση με την κατάρα του πολέμου, διαχρονικά, με απασχολεί τόσο στην ποίηση και την πεζογραφία. Τα δύο ποιήματα που ακολουθούν προέρχονται από ανέκδοτη συλλογή ποιημάτων και αφορούν ηρωίδες του μύθου και της αρχαίας τραγωδίας.






Ηλέκτρας απόλογος

Αιώνες
σέρνω τα τυφλά μου βήματα
μες της αλόης τα μαβιά τοπία
Με πάει και με φέρνει ο λογισμός
από τα περασμένα στα μελλούμενα
τα φοβισμένα κι ανιστόρητα
κι ο χρόνος ο πικρός
βουλιάζει στην οδύνη του μυαλού μου

Τώρα
που ήσυχα κοιμάται κι η μητέρα
κατά πως έπραξε φρικτά
σκοντάφτει στο κατώφλι μου ο καιρός
οι μισητές εσπέρες των αιμάτων
την άνθιση μαραίνουν του κορμιού μου
Πίσω απ’ τον λόφο με τις θολωτές ημέρες
η σιγαλιά ανηφορίζει πίσω
γέρνοντας
μ’ έναν τρελό ρυθμό
προς το αδιέξοδο του τρόμου

Όλοι κοιμούνται
μισητοί κι αθώοι
μακάριοι στο σύθαμπο του κόσμου
απόμακροι κι ανυπεράσπιστοι
δικαιωμένοι κι αδικαίωτοι
ήρωες και δειλοί και ηττημένοι
αδόξαστοι και δοξασμένοι
θύματα
θύτες και προδότες
σαπίζουν στο μακάβριο περιβόλι των αιμάτων
στην άβυσσο του μύθου ποντισμένοι

Αιώνες
σπέρνω ανέμους
και θερίζω θύελλες
Αιώνες η ζωή με περιπαίζει
με χλευάζει
με ντύνει με κουρέλια και με δάφνες
Σε μονοπάτια σκοτεινά και δύσβατα
την κυνηγούσα
και δεν την πρόφτασα ποτέ
με προσπερνούσε
σαν ένα ασήμαντο
τυχαίο περιστατικό στο περιθώριο της οδύνης
Ποτέ δεν μπόρεσα
να καταλάβω τι με ορίζει
τι ορίζω
τι έχασα
τι έχω και τι μου απομένει ανέκφραστο
να κάνω αρχή με ηδυσμένο λόγο
Το ξέρω
η εκδίκηση κι η μεταμέλεια
η συντριβή
δεν είναι λύση
δεν είναι λύτρωση η φυγή μήτε κι η τύψη
Αυτό το φονικό με συντροφεύει
μένει στο βάθος του μυαλού μου ανοιχτή πληγή
του αίματος με κατακλύζει η ροή
με πνίγει των παθών μου η οσμή
ακούω τη στερνή κραυγή
την ύστατη στιγμή του καθαρμού
ο τρόμος των οστών
και ο τριγμός
αιώνες επιμένουν να δονούν την ακοή μου

Έχει ο καιρός γυρίσματα
έκλεισε ο κύκλος των αιμάτων
κι εσύ κοιμάσαι ήσυχα
μητέρα
δικαιωμένη
στη συνείδηση του κόσμου
Κόπασε η ολέθρια των σαλπίγγων η ιαχή
τα κύμβαλα έχουν σιγάσει του πολέμου
οι φίλοι έσμιξαν στον θάνατο
με τους εχθρούς
ξέπλυνε των δακρύων μου η βροχή
την ανομία
κι είμαι στο ξέφωτο
στον όχτο των ανέμων
ολομόναχη
ελεύθερη
ξαλαφρωμένη
Αδειανή
                        Παλαιό Φάληρο, 3 Φεβρουαρίου 2020
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           


Ο θρήνος της Εκάβης

Απόψε
δεν ανάβει ούτε ένα αστέρι
στην άκρατη του σύμπαντος ερμιά
και στην ανέμη του μυαλού μου όλα γυρίζουν
Η περασμένη μου ζωή
σ’ ένα λευκό κλινάρι διπλωμένη
Τι έπραξα
τι έδωσα
τι από τη ζωή μου πήρα
όλος μου ο κόπος
σάρκες από τη σάρκα μου ανθισμένες
κείτονται
θερισμένα στάχια στους αγρούς
Η προκοπή μου κι η τιμή
ένα λαγήνι υπομονή
μια κούπα στάχτη
η ζωή

Γέννησα
πόνεσα κι ανάθρεψα
Για τους πολέμους των αιώνων το έχω πράξει
Δεν έχω τίποτα να δώσω ή
να κρατήσω
Ουρλιάζει ο άνεμος
η φρίκη του πολέμου
τρυπάει τα φυλλοκάρδια μου
σφυρίζει στα μεδούλια των οστών μου
λύνει του μέλλοντός μου τους αρμούς
θερίζει ο πόνος την πνοή μου
της μέρας σώνεται η ανάσα
σβήνει του νου μου η ακοή
στην έρημο που με κυκλώνει από παντού

Βλέπω τη γη μου
φαλακρή στεριά των στεναγμών
κυλάει το αίμα των νεκρών
στην άφατη οδύνη των νερών
βάφει των ποταμών τα ρείθρα
Τα τρυφερά κορίτσια των αιμάτων
κείτονται
θερισμένα στάχια
στους αγρούς των οραμάτων

Αυτή η θάλασσα
η μεγάλη και πλατιά
το αιγαίον άπλωμα του πόντου
ενώνει
και
χωρίζει τις στεριές
ενώνει
και χωρίζει τους ανθρώπους
Η μοίρα των λαών ένθεν κακείθεν

Είναι η Τροία
που σφαδάζει μέσα μου
ο κόσμος χαμηλώνει ως το κενό
τρέμει μες στον καθρέφτη του μυαλού μου
και όπου να ’ναι
το νήμα της ζωής μου θα κοπεί
βλέπω το χέρι του φονιά
και το μαχαίρι
του Αστυάνακτα ο ήλιος σβήνει
πέφτει στον γκρεμό
Κρύοι Σιμόεντες περιβρέχουν το κορμί μου
και μύριοι Σκάμανδροι θολώνουν
την άθλια του μυαλού μου ακοή

Θεοί
ποια μοίρα ορίζει τη ζωή μας
ποιος άδικος θεός
μας κυβερνά
-… –
Εσμέν  οίον εμέν  
γυναίκες

                    Παλαιό Φάληρο, 18 Φεβρουαρίου 2020

 Δημοσιεύθηκε στο Fractalart στις      2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου