Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Το πράσινο τετράδιο

Το πράσινο τετράδιο

 Όλα ξεκίνησαν όταν, πρώτη, ίσως και τελευταία, φορά βρέθηκα μπροστά σ’ ένα ανοιχτό αρχείο της μητέρας μου. Εκείνη ποτέ δεν άφηνε σε κοινή θέα τα προσωπικά της δεδομένα. Προφανώς, το είχε ξεχάσει. Ή μήπως το έκανε επίτηδες και όλα όσα ακολούθησαν ήταν μια καλοστημένη σκευωρία από μέρους της προκειμένου να βρω εκεί τις απαντήσεις σε απορίες που μπορεί είχα σχετικά με τη σχέση των γονιών μου, λέω τώρα. Πάντως είναι κι αυτή μια πιθανότητα.
     Πάντα είχα την περιέργεια να μάθω τι έγραφε, κυρίως τις ατελείωτες νύχτες που έλειπε ‘στο εξωτερικό’ ξαγρυπνούσε ή αργούσε να γυρίσει ο πατέρας, και ξενυχτούσε μπροστά στον υπολογιστή κλεισμένη στο γραφειάκι της. Αλλά δεν τολμούσα. να παραβιάσω τον κώδικα της καλής συμπεριφοράς, να μπω κρυφά στο αρχείο της και στον πειρασμό να γίνω Χάκερ και να σπάσω τον κωδικό της. Αλλά δεν χρειάστηκε να φτάσω ίσαμε το έσχατο σημείο της διαφθοράς. Η ίδια η μητέρα μου, άθελά της, με έσωσε από αυτό το ολίσθημα.
      «Αντρέ μου», έτσι με αποκαλούσε χαϊδευτικά όταν ήθελε να της κάνω κάποια χάρη, «πήγαινε στο γραφείο μου, άνοιξε το πρώτο συρτάρι κάτω από τον υπολογιστή, βρες έναν κόκκινο φάκελο που γράφει…».
      Μου τηλεφώνησε η μητέρα μου από τη δουλειά της λίγο πριν αποπειραθώ να προβώ στην κολάσιμη πράξη, να της δώσω τηλεφωνικώς κάποια στοιχεία από τον υπηρεσιακό της φάκελο. Τα χρειαζόταν, είπε, επειγόντως.
      Εκείνη την ημέρα ήμουν αδιάθετος και έμεινα ολομόναχος κλεισμένος στο σπίτι, χωρίς την αδερφή μου να με τσιγκλάει και να μην με αφήνει σε ησυχία. Είχα όλο τον  καιρό και το χώρο στη διάθεσή μου και λογάριαζα να ασχοληθώ με τα προσωπικά μου. Ήθελα, πριν φύγω για μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία, να τακτοποιήσω τις εκκρεμότητες και να ιεραρχήσω τις προτεραιότητές μου. 
     Μόλις είχα αρχίσει να συμμαζεύω και να τακτοποιώ στις βαλίτσες τα πράγματά μου, μια διόλου ευχάριστη απασχόληση, χτύπησε το τηλέφωνο, ακριβώς πάνω στην ώρα που είχα αρχίσει να πλήττω αφόρητα ανάμεσα σε κουτιά με βιβλία, ρούχα που περίμεναν για πακετάρισμα και άλλα μικροαντικείμενα που έπρεπε να πάρω μαζί μου. Τα παράτησα όλα στη μέση του δωματίου κι έσπευσα να εξυπηρετήσω τη μητέρα μου.
      Έκανα όπως μου είπε, βρήκα τα στοιχεία που ζητούσε και της τα έδωσα από τηλεφώνου. Όταν πήγα να βάλω το φάκελο στη θέση του, έπεσε το μάτι μου τυχαία πάνω σ’ ένα πράσινο τετράδιο σχολείου. Με ξάφνιασε αλλά το παραμέρισα όπως και πολλά άλλα χαρτιά. Ύστερα άρχισα να τακτοποιώ τα χαρτιά του συρταριού που τα είχα κάνει μπάχαλο. Έτσι τουλάχιστον δικαιολόγησα την ενέργειά μου για να είμαι και εντάξει με τη συνείδησή μου. Έβαλα και το τετράδιο στη θέση του και ήμουν έτοιμος να κλείσω το συρτάρι.
      Άξαφνα μου ήρθε μια φαεινή ιδέα που ανέστειλε όλες μου τις αρχές. Να ανοίξω το πράσινο τετράδιο.
      «Για να δούμε, τι έκανες στα μαθητικά σου χρόνια, κυρία μαμά, και το παίζεις τώρα σε μας αυστηρή», είπα χαριτολογώντας κι ας αισθανόμουν σαν κλέφτης που παραβιάζει χρηματοκιβώτιο εκκλησίας.
       Πήρα Το πράσινο τετράδιο στα χέρια μου, το χάιδεψα, γέλασα διαβάζοντας  τον τίτλο στην ετικέτα: «Αναμνήσεις από τη μαθητική ζωή», το άνοιξα και το ξεφύλλισα στα πεταχτά χαζεύοντας τα ωραία καλλιγραφικά γράμματα του χειρογράφου. Τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να το κλείσω έπιασε το μάτι μου μια φράση με πλάγια γράμματα στην από μέσα λευκή σελίδα: «Εξομολογήσεις μιας μητέρας». Αυτός ήταν ο πραγματικός τίτλος του  χειρόγραφου ημερολογίου της μητέρας που λειτούργησε αυτομάτως σαν πειρασμός.
      «Εξομολογήσεις μιας μητέρας’. Ώστε, έτσι, κυρία μαμά. Ζεις και στο δικό σου χρόνο…Σε τσακώσαμε!» μονολόγησα θριαμβευτικά.
     Εκείνη τη στιγμή νόμισα πως είχα κυριέψει ένα απόρθητο κάστρο. Αυτό ήταν και το κερασάκι στην τούρτα της περιέργειάς μου. Βεβαιώθηκα πως το τετράδιο που παραβίαζα περιείχε τα στοιχεία που ζητούσα. Φυσικά, πού να φανταζόταν η καημένη πως ο άψογος σε όλα γιος της, το καμάρι της, θα ήταν ικανός να παραβεί τους κανόνες του οικογενειακού δικαίου και να τολμήσει να παραβιάσει  τα προσωπικά της δεδομένα!
     Χωρίς δεύτερη σκέψη, έχωσα το τετράδιο στον κόρφο μου κι έτρεξα στο γειτονικό κατάστημα και φωτοτύπησα όλο το περιεχόμενο. Γύρισα στο σπίτι, τακτοποίησα το «Το πράσινο τετράδιο» στη θέση του και βγήκα από το γραφείο της μάνας μου σαν ιερόσυλος διαρρήκτης, όχι σαν απλός κλέφτης.
      Και όμως την έκανα τη λαδιά. Η επόμενη κίνηση ήταν να κρύψω το αντίγραφο σ’ ένα χαρτοκιβώτιο κάτω από τα βιβλία μου για να μην πέσει στα χέρια της μητέρας ώσπου να φύγω. Ευτυχώς θα έφευγα σύντομα και δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθώ κι εγώ μπροστά σε ανεπιθύμητες αποκαλύψεις…

Οι μεγάλες αποκαλύψεις, όσον αφορά τα οικογενειακά δεδομένα, ήρθαν όταν βρέθηκα ολομόναχος στο δωμάτιό μου στο Λονδίνο. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να τα παρατήσω όλα στη μέση και να ξετρυπώσω το «τεκμήριο» ενοχής της μητέρας μου, Το πράσινο τετράδιο. Άνοιξα το πακέτο με τις φωτοτυπίες κι άρχισα να διαβάζω το περιεχόμενο του κρυφού χειρόγραφου ημερολογίου της μητέρας μου.
      Αν και χρησιμοποιεί ουδέτερα ονόματα και τρίτο πρόσωπο σε ρόλο αφηγητή, από τις πρώτες κιόλας σελίδες κατάλαβα πως επρόκειτο για αυτοβιογραφικό κείμενο και διαπίστωσα πως οι σχέσεις των γονιών μου δεν ήταν τόσο αρμονικές όσο φαίνονταν στον έξω κόσμο. Σύμφωνα με τα γραφόμενα, για ένα διάστημα, πριν και μετά τη γέννησή μου, ο κύριος Οικονόμου και η κυρία Φλωράτου - Οικονόμου μεριμνούσαν περί «ανέμων και υδάτων» και δεν φρόντιζαν τα του οίκου τους, τουλάχιστον όσο έπρεπε. Επιβεβαιώνονταν έτσι αυτά που εισέπραττα τότε που ήμουν πολύ μικρός από τα μισόλογα και τα υπονοούμενα της γιαγιάς μου. 
      Η κυρά Πηνελόπη είχε τη συνήθεια να μιλάει μόνη της δυνατά εκεί που έπλεκε νομίζοντας πως δεν καταλάβαινα, άσχετα αν έστηνα αυτί και τα κατέγραφα όλα. Η μητέρα μου, ωστόσο, ήταν πάντα εκεί, σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι, ήταν υπεράνω πάσης υποψίας. Και να μαθαίνω ξαφνικά και μάλιστα από την ίδια πως είχε κι εκείνη μυστική ζωή, αυτό για μένα ήταν η μεγάλη ανατροπή. Και αποφάσισα να εξιχνιάσω το μυστήριο ή να το δημιουργήσω με τη φαντασία μου αν δεν υπήρχε.
      Έτσι άρχισε η μεγάλη περιπέτεια της ζωής τους για δεύτερη φορά κι από δεύτερο χέρι, το δικό μου. Ήμουν, άθελά μου, ο τρίτος, μάλλον ο τέταρτος εμπλεκόμενος στην οικογενειακή περιπέτεια, ήμουν η πέτρα ενός σκανδάλου που ήταν έτοιμο να ξεσπάσει αλλά  δεν ξέσπασε ποτέ. Και άφησε αλώβητους, ή σχεδόν αλώβητους τους υπέροχους και αξιολάτρευτους γονείς μου. Και είναι η δική μου, ακριβώς, η εμπλοκή που θα έκανε την ερωτική περιπέτειά τους σκάνδαλο και παρά λίγο οικογενειακή τραγωδία, σίγουρα όμως; ενδιαφέρουσα μυθιστορηματικά υπόθεση και ελκυστική.    
     Ο λόγος που με κάνει να ασχοληθώ με τη ζωή των γονιών μου είναι ότι τώρα που βρίσκομαι πολλά χιλιόμετρα μακριά σε μια ξένη χώρα, νιώθω την ανάγκη να τους έχω κοντά μου. Και βρήκα έναν τρόπο να επικοινωνώ συνέχεια μαζί τους. Αυτό σημαίνει πως μου λείπουν αφάνταστα. Τους αγαπώ πάρα πολύ και τους δυο, τους λατρεύω.  
      Εν αρχή, λοιπόν, θα εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ και θεωρηθώ καταχραστής ή παραχαράκτης της ιστορίας δύο σπουδαίων ανθρώπων, λίαν προσφιλών μου. Εκ των πραγμάτων, είμαι υποχρεωμένος να αυτοσυστηθώ στους πιθανούς αναγνώστες του υπό οργάνωση και συγγραφή βιβλίου:
     Τυπικά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεώς μου με τα οποία είμαι καταχωρημένος στην οικογενειακή μερίδα του Δήμου Αθηναίων και όπως φαίνεται και από την αστυνομική μου ταυτότητα, ονομάζομαι Αντρέας  του Αλέξανδρου Οικονόμου και της Τριανταφυλλιάς (Λίλιαν) Φλωράτου.
     Αν υπάρχει κάποια αμφισβήτηση, κάτι αμφίσημο ως προς τον γεννήτορά μου, προσωπικά δεν έχω κανένα, απολύτως, πρόβλημα ούτε έχει σημασία για μένα και δεν με ενδιαφέρει καθόλου, άλλωστε, ποιος είναι ο βιολογικός μου πατέρας. Χρωστάω ευγνωμοσύνη στη μητέρα μου που με έφερε στη ζωή και μου έδωσε την ευκαιρία να μπω κρυφά στα απόρρητα γραφτά της και να υφαρπάξω τα εσώψυχά της. Χωρίς να έχει ιδέα περί του τι πρόκειται να συμβεί και χωρίς να το περιμένει αυτό το χουνέρι από μένα, απλούστατα, γιατί δεν γνωρίζει. Πολλές φορές η άγνοια είναι προτιμότερη από τη γνώση γιατί μας προφυλάσσει από στενοχώριες και κακοτοπιές.
      Στον πατέρα μου οφείλω τα πάντα, όσον αφορά το «ευ ζην» και, ως εκ τούτου, αν μη τι άλλο του οφείλω σεβασμό, αγάπη, αφοσίωση, απεριόριστη ευγνωμοσύνη για την αγάπη με την οποία με περιέβαλλε και με μεγάλωσε και για όσα μου πρόσφερε και μου προσφέρει.  
     Εγώ πατέρα γνώρισα και θεωρώ τον Αλέξανδρο Οικονόμου. Αυτό δεν αλλάζει με τίποτα. Ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα, για μένα ο Αλέξανδρος Οικονόμου ήταν, είναι και θα είναι εσαεί πατέρας μου, πρότυπο γονιού, ένας θαυμάσιος κι αξιολάτρευτος στοργικός πατέρας,  γλυκός και τρυφερός και μια προσωπικότητα αδιαμφισβήτητη κι αδιαπραγμάτευτη αξία οτιδήποτε κι αν  προκύψει στο εγγύς ή το απώτερο μέλλον  κι ό,τι κι αν συμβεί στη μετέπειτα ζωή μου. Και ως επιχειρηματίας είναι αξεπέραστος, μοναδικός, είναι μεθοδικός, διορατικός, τολμηρός κι απτόητος, Είναι ένας άνθρωπος με σιδερένια θέληση που ξέρει καλά να χειρίζεται τους κανόνες της αγοράς και δεν φοβάται τα ρίσκα. Άλλωστε όλη του η ζωή και η επιχειρηματική του δραστηριότητα και σταδιοδρομία είναι μια σειρά από τολμηρές και ριψοκίνδυνες ενέργειες και πράξεις.
      Ωστόσο, πίσω από τον δυναμικό επιχειρηματία και πέρα από τις επαγγελματικές του  δραστηριότητες, ο Αλέξανδρος Οικονόμου είναι μπαμπάς! Ακόμα και τώρα που είμαι ‘ολόκληρος γάιδαρος’, σύμφωνα με τη γνώμη της αδερφής μου, ο Αλέξανδρος γίνεται χαλί να τον πατήσω, Τόσο μεγάλη αδυναμία μου έχει. Και δεν το κρύβει. Κάνει σαν να μου χρωστάει μιαν εξήγηση. Υποθέσεις διάφορες έκανα πάντα προκειμένου να εξηγήσω τη στάση του απέναντί μου, αλλά πουθενά δεν κατέληγα. Σίγουρα μου έχει αδυναμία και μου αρέσει πολύ. Κι εγώ του έχω. Και του αξίζει.
      Κρατάω στο μυαλό μου εικόνες και ανεπανάληπτες στιγμές από την πολύ μικρή μου παιδική ηλικία. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη ζεστασιά και τη σιγουριά που ένιωθα στην αγκαλιά του. Θυμάμαι πώς έκανε μια φορά που με έστειλε η μητέρα μου να τον φωνάξω για φαγητό. «Μπαμπά!», είπα κι εκείνος γυρίζοντας με άρπαξε αγκαλιά, μ’ έσφιγγε πάνω του και με φιλούσε τόσο τρυφερά κι ατελείωτα σαν να ήθελε να με πείσει πως είμαι μοναδικός για εκείνον, όπως συμπεραίνω τώρα, βέβαια, και βλέπω πρόσωπα και πράγματα από απόσταση και αντικειμενικά. Αυτή η σκηνή είναι ό,τι καλύτερο έχω να θυμάμαι.  Ήμουν δεν ήμουν τριών ετών. Ίσως λίγο μεγαλύτερος.

Για έναν ιεραπόστολο, τον πατέρα Ιωάννη και την ιεραποστολική του δράση έχω ακούσει τόσα πολλά και εξαιρετικά ενδιαφέροντα μέσα στο σπίτι Αυτό το όνομα κυριαρχούσε πάντα στις συζητήσεις. Και, όσο ζούσε η κυρά Δέσποινα, η γιαγιά μου, «αιωνία της η μνήμη!», ο πάτερ Ιωάννης αποτελούσε σημείο αναφοράς σε κάθε κουβέντα που αναφερόταν στο παρελθόν. Η γιαγιά μου είχε «κόλλημα» με τον ιεραπόστολο, όπως φαίνεται από την επιμονή της να μου πιπιλίζει το μυαλό μιλώντας μου για εκείνον. Δεν ευτύχησα, όμως, να τον γνωρίσω. Φαίνεται πως ήταν ή είναι, αν όντως ζει, πολύ σπουδαίος άνθρωπος. Θα ήθελα πολύ να τον γνωρίσω. Κι αν αληθεύουν όσα έμαθα από τη γιαγιά κι όπως τον περιγράφει η μητέρα μου στο ημερολόγιό της, αν δεν ήταν πατέρας μου ο Αλέξανδρος Οικονόμου, θα επιθυμούσα να ήταν εκείνος – αν δεν…είναι. Πανευτυχής θα ήμουν αν τους είχα και τους δύο!
     Προς το παρόν, έχω μεγάλη περιέργεια να γνωρίσω την ιστορία των γονιών μου από τις «εξομολογήσεις μιας μητέρας». Θα επιχειρήσω να εκτιμήσω σωστά και να είμαι αντικειμενικός στις κρίσεις μου επιστρατεύοντας τη γενναιότητα, το θράσος  μάλλον που απαιτείται προκειμένου να εισβάλω στην προσωπική ζωή των γονιών μου, να κατανοήσω την πολυτάραχη ζωή και την επαγγελματική σταδιοδρομία του πατέρα μου, αλλά  και τον αγώνα της μητέρας να κρατήσει ενωμένη την οικογένειά της, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις «εξομολογήσεις» της μητέρας μου σχετικά με τις διαπροσωπικές σχέσεις και την προσωπική ζωή των γονιών μου.
     Από τα στοιχεία που βρήκα στο ‘Πράσινο τετράδιο’, στο χειρόγραφο ημερολόγιό  της, κυρίως όμως στο ηλεκτρονικό της ημερολόγιο που αποκρυπτογράφησα από τον υπολογιστή της πριν φύγω, η σχέση της μητέρας με τον ιεραπόστολο ήταν ιδιότυπη και αμφιλεγόμενη, παρουσιάζει αρκετά κενά ως προς το πόσο προχωρημένη ήταν. Από τα γραφόμενά της προκύπτει πως και η ίδια ήταν μπερδεμένη και δεν ήταν σίγουρη για κάτι που πιθανώς της είχε συμβεί. Εμένα όμως μου δίνει το δικαίωμα να υποθέσω ότι πρόθεσή της, μπορεί φιλοδοξία, αλλά και ανάγκη μιας πραγματικής εξομολόγησης, να κάνει μυθιστόρημα τη ζωή της.
      Ψυχανεμίζομαι ότι το γράφει ήδη και είμαι σίγουρος πως θα είναι από ενδιαφέρον ίσαμε συνταρακτικό μυθιστόρημα. Πολύ θα ήθελα να δω τυπωμένες τις μυστικές σκέψεις της μητέρας μου γιατί πιστεύω  πως θα ταρακουνήσει τον κύριο Οικονόμου αν ανακαλύψει τις μυστικές πτυχές της μητέρας μου. Θα τον βοηθήσει, υποθέτω, να γνωρίσει τον εαυτό τους μέσα από τους αντικατοπτρισμούς των ημερών και των έργων του στον καθρέφτη του προσώπου του, δηλαδή στα δικά μου τα μάτια.
     Την περιμένω αυτή την έκπληξη από τη μητέρα μου. Είμαι σίγουρος πως σε κάποιο άλλο κρησφύγετο, κρύβει το μυθιστόρημα που υποψιάζομαι ότι ετοιμάζει. Θα είναι το δώρο της στον πατέρα μου για όσα μας έχει προσφέρει, αλλά και μια κατά μέτωπο βολή για τις καταχρήσεις και τις απιστίες του.
      Βέβαια, η μητέρα μου δεν έχει ιδέα ότι είμαι λαθραναγνώστης των μυστικών που κρύβει στα συρτάρια της και μάλλον σκοπεύει να είναι ένα αναπάντεχο δώρο που θα λάβουν πακεταρισμένο εκείνη και ο κύριος Αλέξανδρος Οικονόμου την  40η επέτειο του έγγαμου βίου τους και θα κάνει τον πατέρα μου να τρίβει τα μάτια του και να αναθεωρήσει πολλές απόψεις τόσο σχετικά με τη γνώμη του για την προέλευσή μου, όσο και για τη μεταξύ τους σχέση. Είμαι σίγουρος για τις προθέσεις της μητέρας μου. Αυτό προκύπτει από τις σημειώσεις της στα περιθώρια κάποιων επίμαχων σελίδων.
     Η κεραμίδα θα του έρθει από κει που δεν το περιμένει ο κύριος Αλέξανδρος. Θα δει τη ζωή του μυθιστόρημα μέσα από τα δρώμενα δύο άλλων, φυσικά, ηρώων διαφορετικών με πολλά προτερήματα και πάθη που η μοίρα τους έφερε κοντά και τους ένωσε για να ασφυκτιούν δια βίου μέσα  σε έναν γάμο αμφιλεγόμενο και  παράλληλα σε μια παθιασμένη κι αδιέξοδη σχέση. Μια ακτινογραφία της ζωής τους.
       Εκτιμώ πως θα το κάνει η μητέρα μου. Και πρέπει να του το προσφέρει  πακεταρισμένο αυτό το δωράκι του πατέρα η μάνα μου. Το σωστό θα ήταν να μην είχα ξετρυπώσει από το συρτάρι τα μυστικά της. Τώρα, είμαι αναγκασμένος να καταστρέψω το κλοπιμαίο αντίγραφο, να καταχωνιάσω τις «Εξομολογήσεις» στην πιο απόμερη γωνιά του μυαλού μου και να περιμένω να το δω τυπωμένο μυθιστόρημα και να το διαβάσω πρώτος. Το υπόσχομαι. Και τηρώ την υπόσχεσή μου. 
Αντρέας Α. Οικονόμου
    Λονδίνο, 22 Αυγούστου 1993



«Έχετε συστημένο»

Μεγάλωσα πια κι εγώ. Πάει καιρός αφότου γύρισα στην Ελλάδα με μεταπτυχιακό και ντοκτορά, έτοιμος να αναλάβω Διευθύνων Σύμβουλος στην εταιρεία που εργαζόταν η μητέρα μου. Μπορώ τώρα να κάνω σωστές εκτιμήσεις και να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων, όχι να κρίνω τους γονείς μου. Μπορεί ο γάμος τους να μην ήταν ο τέλειος και ο βίος τους διόλου ανθόσπαρτος και ανέφελος, αλλά ήταν ένας γάμος όπως οι περισσότεροι, που πέρασε μέσα σαράντα από κύματα, από Συμπληγάδες, από Σκύλλα κι από Χάρυβδη, που δοκιμάστηκε πολύ, που ταλαντεύτηκε, και μπορεί να έφτασε και στα πρόθυρα του χωρισμού, αλλά άντεξε.
      Μπορεί και οι γονείς μου και οι δύο να μην υπήρξαν ιδανικοί εραστές ούτε τέλειοι σύζυγοι, να βάδισαν πάνω σε τεντωμένο σκοινί, αλλά κρατήθηκαν, έστω κι από μια κλωστή. Οι δοκιμασίες τους έφεραν πιο κοντά. Στο βάθος, υπήρχε κάτι που τους έδενε. Η αγάπη. Και τώρα, μεγαλωμένοι, ώριμοι, κατασταλαγμένοι έχοντας αναθρέψει σωστά δυο παιδιά που είναι καρπός μεγάλου έρωτα, περνούν την καλύτερη περίοδο του έγγαμου βίου και του έρωτά τους. Είναι ερωτευμένοι, φως φανάρι, όσο ποτέ άλλοτε. Και, το βιώνουν αυτό κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, ύστερα από σαράντα συναπτά έτη. Και είναι έτοιμοι, στολισμένοι  για τη μεγάλη επέτειο.

Τα πράγματα σχετικά με «το πράσινο τετράδιο», εξελίχτηκαν όπως το είχα φανατιστεί. Λίγες μέρες πριν από εφημερίδες και Μ Μ Ε μεγάλος εκδοτικός οίκος διαφήμιζε με ευμενή σχόλια την κυκλοφορία μυθιστορήματος με τίτλο ‘Το πράσινο τετράδιο» της πρωτοφανέρωτης συγγραφέως Μυρτώς Ηδύλλη.
      «Αυτό είναι!»  είπα κι έτρεξα στα βιβλιοπωλεία. Αγόρασα δύο αντίτυπα, τα πακετάρισα και τα έστειλα συστημένα στους γονείς μου με την εντολή να είναι στα χέρια τους τη συγκεκριμένη ημερομηνία.
      Φρόντισα να είμαι στο σπίτι πριν φτάσουν τα πακέτα. Κρυμμένος σχεδόν στη σοφίτα που μου παραχώρησε ο πατέρας μου ως δώρο για τις επιτυχίες μου στο εξωτερικό, μελετούσα το χώρο που επρόκειτο να γίνει γραφείο μου. Και περίμενα να απολαύσω την αντίδραση των γονιών μου όταν θα έπαιρναν το πακέτο. Δεν ήταν δυνατό να χάσω την παράσταση.
     Πάνω στην κρίσιμη ώρα, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Κατέβηκα γρήγορα την εσωτερική σκάλα, μπήκα στο σαλόνι και κάθισα απέναντι από τους γονείς μου σαν την αθώα περιστερά.
     Η Πηνελόπη έτρεξε πρόθυμα στο θυροτηλέφωνο και σήκωσε το ακουστικό.
     «Ταχυμεταφορές. Έχετε συστημένα. Ανοίγετε», είπε ο ταχυδρομικός διανομέας.
     «Φυσικά, ανεβείτε», απάντησε το κορίτσι και πάτησε το κουμπί.
      Περίμενε εκεί μέχρι να ανεβεί ο ταχυδρόμος.
     «Ο ταχυδρόμος έφερε αυτά για σας. Εμένα δεν με θυμάται κανένας, αλλά δεν πειράζει,  υπόγραψα για σας, το ίδιο κάνει, δεν υπήρχε πρόβλημα», είπε γυρίζοντας      κι έδωσε στον καθένα  το πακέτο του.
      «Συστημένα; Από ποιον…» έκανε θορυβημένη η μητέρα. 
      Η Πηνελόπη σήκωσε τους ώμους.
      «Πού θες να ξέρω...»
      «Σωστά», έκανε δήθεν αφηρημένα και περίμενε την αντίδραση του πατέρα. «Δεν έχει όνομα αποστολέα; Ποιος το στέλλει», ψέλλισε.
      Ο πατέρας προσπαθούσε να φαίνεται απαθής. Για μερικά δευτερόλεπτα, έμειναν και οι δύο αναποφάσιστοι. Καθένας για δικούς του λόγους, περιεργαζόταν το δέμα του χωρίς να τολμά να το ανοίξει μπροστά στους άλλους.
      «Δεν θα τα ανοίξετε;» ρώτησε η κόρη κοιτάζοντας ερευνητικά μια τη μητέρα και μια τον πατέρα της.
      «Ναι, βέβαια. Θα το ανοίξω», είπε κάπως απρόθυμα η μητέρα της.
      Με αργές, προσεκτικές κινήσεις, ελευθέρωσε το δεματάκι από το καλλιτεχνικό του περιτύλιγμα κι έμεινε άναυδη με ένα πανέμορφο βιβλίο στα χέρια. Το χάιδευε τρυφερά, το έσφιγγε στην αγκαλιά της, κι αφού  περιεργάστηκε μερικά δευτερόλεπτα τον τίτλο του χωρίς να πει λέξη, το άνοιξε, το ξεφύλλισε λίγο, σταμάτησε στην αφιέρωση και χαμογέλασε, μάλλον ένοχα ικανοποιημένη.
      «Ήταν επόμενο. Έπρεπε να το περιμένω. Τα παιδιά καταλαβαίνουν, δεν τρώνε χόρτο», είπε κι έσφιξε με τα δυο της χέρια το βιβλίο/αίνιγμα για τους άλλους, ακριβώς πάνω στην καρδιά της. «Συμβαίνουν, όμως, αυτά και στις καλύτερες οικογένειες», μουρμούρισε. «Εσύ, μουσίτσα, δεν είχες ιδέα;» ρώτησε στρέφοντας στην Πηνελόπη που στεκόταν απέναντί τους με σουφρωμένα χείλη.
     «Εγώ; Δεν έχω ιδέα…», της απάντησε περιπαικτικά προσπαθώντας να κρατήσει με δυσκολία τα γέλια. 
      «Φυσικά! Αυτό δεν σου λέει τίποτα;» ρώτησε την κόρη της δείχνοντάς της την αφιέρωση.
       «Τίποτα απολύτως! Παίρνω όρκο. Φιλώ σταυρό, να!» έκανε φιλώντας το σταυρό που σχημάτισε ενώνοντας τους δείκτες των χεριών της, «αλλά και να ήξερα, δεν θα σου έλεγα!» πρόσθεσε ναζιάρικα.
      «Γιατί;» έκανε υπομειδιώντας η μητέρα της.
      «Γιατί έτσι! Μπορεί να είναι μυστικό…», είπε με νόημα.
      Η μητέρα έκανε πως δεν έδωσε σημασία στα τελευταία λόγια της κόρης της και ξεφύλλιζε μηχανικά το βιβλίο, ενώ στο μυαλό της η μια εκδοχή διαδεχόταν την άλλη σχετικά με το τι μπορεί να ξέρει αυτό το κορίτσι που μόλις απέδειξε στους γονείς της, και με τον πιο έξυπνο τρόπο, πως δεν ήταν πια το ατίθασο, ανέμελο κοριτσάκι τους, η τρυφερή αδυναμία του χαζό μπαμπά, η ανασφαλής, ακόμα και φοιτήτρια νομικής στα είκοσί της χρόνια, έφηβη που μόνο προβλήματα δημιουργούσε στην οικογένεια με την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά, αλλά μια πανέξυπνη κοπελίτσα, έτοιμη να ανοίξει κι εκείνη τα φτερά της και να πετάξει όπως κι ο μεγάλος πια αδερφός της.
      Ο πατέρας έμοιαζε διστακτικός, αμήχανος, ανίκανος να διαχειριστεί την παρούσα κατάσταση. Από την πρώτη στιγμή που άκουσε πως έχει συστημένο, ο νους του πήγε στην παλιά ερωμένη. Άφησε το πακέτο μπροστά του πάνω στο τραπέζι και δεν τολμούσε να το αγγίξει. Από τη σαστισμάρα και τη σύγχυσή του δεν είχε καν προσέξει πως είχε το ίδιο υπέροχο περιτύλιγμα με αυτό που κρατούσε η γυναίκα του.
      «Λες να μου ετοιμάζει καμιά λαχτάρα κανένα εξώγαμο…» σκεπτόταν.
       Ίσα που δεν έτρεμε.
      «Μπαμπάκα, τι σκέφτεσαι; δεν θα ανοίξεις το δέμα σου;» η τρυφερή φωνή της κόρης του τον συνέφερε.
      «Ναι, βέβαια. Θα το ανοίξω, αγάπη μου. Σκεφτόμουν από πού να είναι;» της είπε.
      Σχεδόν τρέμοντας από την αγωνία, έσκισε το περιτύλιγμα και μόλις είδε πως κρατούσε στα χέρια του το ίδιο βιβλίο με τη γυναίκα του, η καρδιά του πήγε στη θέση της. Εκείνη, συμμεριζόμενη την αγωνία και μαντεύοντας τους φόβους του, κρατώντας στοργικά το δικό της βιβλίο αγκαλιά, πήγε κοντά του, χαμήλωσε το κορμί της κι ακούμπησε τον ώμο της στο δικό του.
     «Είναι το δώρο του γιου μας», του ψιθύρισε. Από το γιο μας είναι, καλέ μου! Μην απορείς. Μην πάει ο νους σου αλλού. Ό, τι και να γράφει, πάντως, δεν τρέχει τίποτα. Τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει μεταξύ μας. Άλλωστε, συμβαίνουν αυτά και στις καλύτερες οικογένειες… Κανείς δεν είναι στο απυρόβλητο. Σημασία έχει, αγάπη μου, πως είμαστε σήμερα όλοι μαζί... και θα το γιορτάσουμε! Όταν το ξεφυλλίσεις, θα καταλάβεις περί τίνος πρόκειται», του είπε με υπερηφάνεια και χωρίς προκατάληψη.    
      Έβαλε το δικό της αντίτυπο παραμάσχαλα και πιάνοντάς τον από τους ώμους, τον ταρακούνησε τρυφερά για να συνέλθει.
       «Κανείς δεν μένει στο απυρόβλητο…», επανέλαβε με περίσκεψη. «Κανείς!»
       «Εμένα, πάντως, δεν με χρειάζεται πια κανείς εδώ μέσα. Πάω μια βόλτα να πάρω αέρα», είπε η Πηνελόπη κλείνοντας με νόημα το μάτι στον πατέρα της.
        «Ούτε κι εμένα. Περίμενε», της φώναξα γελώντας με νόημα.
        Και βγήκα, σχεδόν τρέχοντας, αφήνοντας τους γονείς μας να λύσουν μόνοι τους τις όποιες διαφορές εκκρεμούσαν από το παρελθόν τους.  
Π. Φάληρο,  15Ιουνίου 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου