Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Οι αναμάρτητοι διαλογισμοί της Μήδειας



Οι αναμάρτητοι διαλογισμοί της Μήδειας


Θα βγω να σεργιανίσω στους μεγάλους δρόμους του μυαλού μου, να πλανηθώ μες στις απέραντες εκτάσεις του καιρού που με παιδεύει. Θα πάω στα καπηλειά, στα στέκια των τυφλών, στα  μαρμαράδικα και στα μυροπωλεία, εικόνες να συλλέξω των πραγμάτων, να ζωγραφίσω λέξεις, να γεμίσει το κενό του αταξίδευτου λευκού, που με τρομάζει. Ήχους να συμμαζέψω παννυχίους, ψαλμούς αγγέλων υμνωδίες κατανυκτικές και ολονύχτιες προσευχές των μοναχών και ασκητών, μεσονυχτίων υδάτων κελαρύσματα και μινυρίσματα πτηνών και ποιητών κλαυθμούς χειμαζομένων και τρυφερές φωνές των θηλαζόντων, ικεσίες, να συναρμόσω μουσικές από ρυθμούς και απαλούς σκοπούς κρυμμένους στα φυλλώματα.
    Διψάει, πώς να το πω, αυτό το μέσα μέρος της ψυχής.
    Είχα αφεθεί να τον ακούω κι ας είχανε μια έπαρση τα λόγια του και μια αποστροφή που προοιώνιζε την επικείμενη καταστροφή. Κι εκείνος, είχε ρθει το πλήρωμα του χρόνου, δεν δίστασε να ολοκληρώσει την απόφαση. Έτσι απλά, χωρίς περιστροφές και χωρίς τύψη, σημείωσε με γράμματα εξόχως καλλιγραφικά στο ημερολόγιο των τύψεων του βιωμένου χρόνου μας την τελευταία φράση:
     «Διψάει, πώς να το πω, αυτό το μέσα μέρος της ψυχής».
      Αυτό ήταν! Έφυγε μέσα στη νύχτα του μυαλού του. Τον πήρε το ποτάμι του καημού. Την αυγή μάζεψα τα υπάρχοντά μου,  «ο χρόνος είναι χρήμα», σκέφτηκα, κι όσα από τα κομμάτια της ψυχής μου μπόρεσα να διασώσω, τον άρτο της Πεντηκοστής, τα κέρματα για του προορισμού τα ναύλα, ξεκρέμασα και ό,τι απόμεινε απ’ τον ιστό των οραμάτων, όνειρα και προοπτικές, που με τόση ανυπακοή στου χρόνου τα γυρίσματα περίτεχνα τα  είχα περίτεχνα υφάνει, τα  έχωσα στοιβαγμένα στις λιγοστές αποσκευές μου και πέταξα χωρίς συγκεκριμένο προορισμό στο αχανές διάστημα του κόσμου.
    Η πόλη του φωτός των αρωμάτων και του οίνου έπλεε στους ρυθμούς των τοπ μόντελ. Βάδισα κατά το ρεύμα του ποταμού και συλλογιόμουν τον εύοσμο καιρό των υακίνθων.
     Ο ποταμός περιγελούσε τη θλίψη μου. Κυλούσε ήρεμα τα βουβά νερά του και μαζί τη χαρά και τη θλίψη, τις πίκρες και τα θολά δάκρυα των ερωτευμένων, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του χρόνου, την αναγκαιότητα της ουτοπίας.
    Ακούμπησα στην όχθη του χρόνου και συλλογιόμουν κι έλεγα μέσα μου:  
    «Δειλέ, ανυπόταχτε, φτωχέ εφηβικέ μου έρωτα, πού περιπλανιέσαι, πού βρίσκεσαι, πού βολοδέρνεις  μέσα στη νύχτα του μυαλού σου! Ποιος ήσουν κι από πού ερχόσουν; Σε τρόμαζε το παρελθόν, φοβόσουν και να το αγγίξεις κι ας έκρυβες διακριτικά το φόβο σου μες στην  καρδιά σου. Πονούσες που σε κατοικούσε. Γινόταν μέσα σου το όραμα ανάμνηση, φωτογραφία σε κάδρο, εικόνισμα, ένας έρωτας, δοξαστικό ή βάσανο, πληγή. Και το αποστρεφόσουν λογικά και το απέρριπτες. Και το παρόν το εννοούσες ως ένα ίσον στην εξίσωση του βιωμένου χρόνου-έτσι κι αλλιώς - και των μελλούμενων θαυμάτων. Γι' αυτό κοιτούσες πάντα προς το μέλλον των ανέκφραστων κι  ανέφικτων. Αγαπημένε μου, ακατανόητε, ανόητε, φτωχέ μου Ιάσονα!»
    Έγειρα στο σημείο που χωρίζει το ρευστό μέρος του κόσμου από το άλλο κι άφησα τα δάκρυά μου να τρέξουν ακολουθώντας τη σιγανή ροή του ποταμού. Έκλαψα πολύ. Θρήνησα όλους τους νεκρούς και τους μελλούμενους, κάθε απώλεια, κάθε πικρή και γλυκιά στιγμή της ζωής μου, ακόμα και το χρόνο που είχε κουφώσει τα όνειρα και τον έρωτά μας κι ας μην είχε πια καμιά σημασία για μένα. Πέταξα και το ρολόι στον ποταμό.
   Ο ποταμός κυλούσε, χωνεύοντας και τα δάκρυά μου, όπως όλα τα δάκρυα των ερωτευμένων.. Κυλούσε αμέριμνος, άτμητος, όπως ο χρόνος των πραγμάτων από την εποχή της Εύας, της Ρουθ, Δανάης, Εκάβης, της Φαίδρας, της Ιοκάστης, της  Μανόν Λεσκό, του Λουδοβίκου Ι Δ΄, της Νανάς, της Αναϊς  Νιν, της Μπιζίτ Μπαρντό και της Σαγκάν, όπως πάντα!
   Σφίχτηκα στην ψυχή μου. Κι είδα το χρόνο μου να ρέει και να καταποντίζεται μες σε μια κρύα άβυσσο, του παρελθόντος μου, του μέλλοντος, του θλιβερού παρόντος μου, δεν ξέρω. Να συμμαζεύεται ξανά, να συρρικνώνεται σε μια μικρή στιγμή. Και το μικρό μου σύμπαν να σγουραίνει και να συναρθρώνεται σε μια κηλίδα αίματος της ψυχής, να χώνεται σε μια ρωγμή της μνήμης, να συμπιέζεται στα στενά πλαίσια του πεπρωμένου μου.
   Φύλαξα την ανάμνηση, έχω ακόμα το γαλάζιο φόρεμα, το ποίημα της εφηβείας μου, κρατώ ακόμα δροσερή την άφιξη του αναμενόμενου μες στη ροή των γεγονότων του αναπότρεπτου, με τον Ιάσονα σηματωρό, όπως το πρώτο θαλερό εκείνο βράδυ της αναμάρτητης νεότητας, όταν τα περιστέρια ξαφνιασμένα άρχισαν να πέφτουν λυπημένα πάνω στον ανυποψίαστο πλακόστρωτο διάδρομο του σκοταδιού και τους ανθούς της αθωότητας να τρελαίνουν το ασυντέλεστο σχήμα του χρόνου στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της απόδρασης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου