H Χρυσαφώ
Δεκατριών ετών η όμορφη Χρυσαφώ, ορφανή χωρίς κανένα συγγενή σ’
ολόκληρο το νησί, πήγε παραδουλεύτρα σε πλούσιο σπίτι στην Αθήνα. Όλα πήγαιναν
καλά ίσαμε που έμεινε έγκυος από το μοναχοπαίδι των αφεντικών της. Τότε,
η θεοσεβούμενη και προνοητική κυρία της φρόντισε να την απομακρύνει από το
μοναχογιό της με εύσχημο τρόπο, χωρίς να πάρει κανείς είδηση. Και ποιος θα
ενδιαφερόταν σε μια μεγάλη πολιτεία σαν την Αθήνα, να μάθει τι απέγινε μια
οικιακή βοηθός από τη Λήμνο που δεν είχε κανέναν να την αναζητήσει.
Αθόρυβα, στοργικά και με γλυκό τρόπο ένα
πρωί την ξεφορτώθηκαν. Με δυο βαλίτσες γεμάτες ρούχα, στολίδια και χρυσαφικά,
ένα βιβλιάριο με γενναίο ποσό κατατεθειμένο στο όνομά της στην Αγροτική Τράπεζα
και αρκετά χρήματα για να καλύψει τις πρώτες ανάγκες στο χωριό της κλεισμένο σ’
ένα φάκελο και με μια συστατική επιστολή την έμπασαν ξημερώματα στο πρώτο
καράβι και την έστειλαν στη Λήμνο, στο νησί της να δουλέψει δήθεν ως οικιακή
βοηθός σε οικογένεια φίλου τους.
Φτάνοντας στο νησί πήγε κατ’ ευθείαν στη
διεύθυνση που της έδωσαν να βρει την οικογένεια που θα έπιανε αμέσως δουλειά.
Αλλά, σε ολόκληρη την πόλη δεν υπήρχε ούτε η διεύθυνση του φακέλου ούτε γνώριζε
κανείς τα στοιχεία του υποτιθέμενου φίλου.
Τότε συνειδητοποίησε πως όλα ήταν τέχνασμα
για να τη διώξουν και να τους χωρίσουν. Την κυρίεψε ένας ενδόμυχος φόβος,
ένιωσε πιο ξένη και πιο μόνη κι από την
πρώτη φορά που έμεινε στο χωριό μόνη χωρίς στον ήλιο μοίρα. Ήταν άνεργη μ’ ένα παιδί στην κοιλιά και
γρήγορα θα ήταν δακτυλοδεικτούμενη.
Ωστόσο δεν το έβαλε κάτω. Από το μητρικό
ένστικτο που καθορίζει τη στάση της γυναίκας και τη μεταμορφώνει σε μάνα, ίσως
και γιατί το βρέφος ήταν καρπός του πρώτου της εφηβικού έρωτα, ό, τι της έμεινε
από τον ωραίο Αντρέα, πήρε γενναίες αποφάσεις για την ίδια και για το παιδί που
είχε κρυμμένο μέσα της.
«Θα πάρω τη ζωή στα χέρια μου. Εγώ θα την
αλλάξω τη μοίρα μου. Θα γυρίσω στο χωριό στο πατρικό μου σπίτι», είπε με
απόφαση.
Και το έκανε.
Έφτασε στο χωρίο και στο πατρικό της μόλις
το σουρούπωνε. Το χωριό είχε κιόλας βυθιστεί στη σιωπή.
Σταμάτησε λίγο, έβγαλε τα κλειδιά,
ξεκλείδωσε, άνοιξε σιγά την πόρτα, μπήκε. Στο θαμπό εσπερινό φως που έμπαινε
δειλά από τη μισάνοιχτη πόρτα, είδε τα λιγοστά έπιπλα την περίμεναν και της φάνηκε πως την
καλωσόριζαν βουτηγμένα στη μοναξιά που τα έκανε να μοιάζουν ξεθωριασμένες
παλιές ζωγραφιές, αγαπημένες. Οι παιδικές αναμνήσεις ξύπνησαν μέσα της. Τα
χρόνια της αθωότητας πρόβαλαν ξαφνικά σαν θαμπές εικόνες σκορπισμένες εδώ κι
εκεί, κολλημένες στους τοίχους, στο πάτωμα, μπερδεμένες στις πλεκτάνες που οι
αράχνες είχαν στήσει με ιστούς σε κάθε γωνία και σ’ εκείνους που κρέμονταν από
το ταβάνι και αιωρούνταν .
«Δόξα σοι ο Θεός! Έφτασα στο σπίτι μου,
στην αρχή μου», ψέλλισε χωρίς να ξέρει τι θα ξημερώσει η άλλη μέρα.
Μόλις χάραξε η αυγή της άλλης
μέρας άνοιξε τα παράθυρα να αεριστεί το σπίτι και κατέβηκε στο κατώι.
Ερευνώντας το χώρο, στην απέναντι πλευρά είδε αυτό που γύρευε. Ήταν ο
παμπάλαιος αργαλειός που είχε στήσει η Μικρασιάτισσα γιαγιά της, η Χρυσαφένια,
Χρυσαφώ την έλεγαν στο χωριό, και ύφαινε τα μεταξωτά και τα βαμβακερά υφάσματα,
άλλα για ρούχα της δουλειάς, άλλα για εσώρουχα κι άλλα για σεντόνια και
βαμβακερές κουβέρτες. Ήταν γνωστή και διάσημη υφάντρα σ’ ολόκληρο το νησί η
Χρυσαφώ. Από εκείνη πήρε το όνομά της και η ίδια. Από εκείνη είχε μάθει την
τέχνη του αργαλειού η Γιασεμή, το Γιασεμώ, η μητέρα της.
Συγκινήθηκε, βούρκωσε, ανατρίχιασε. Άλλες
εικόνες πρόβαλαν ολοκάθαρες στη μνήμη της. Τα θυμήθηκε όλα. Θυμήθηκε πως ήθελε
να μάθει να υφαίνει κι εκείνη κι όταν η
μητέρα της έλειπε, κατέβαινε κρυφά στο υπόγειο, καθόταν στο κάθισμα, έπαιρνε το
ύφος αληθινής υφάντρας, τέντωνε τα ποδαράκια της να φτάσει τις πατήθρες και
περνούσε μερικές σαϊτιές κι ούτε που το καταλάβαινε η μητέρα της.
«Θα γίνω υφάντρα, θα συνεχίσω τη δουλειά
της γιαγιάς Χρυσαφώς και της μάνας μου και θα μπορώ να το μεγαλώνω», είπε και
το εννοούσε.
Μόλις έβαλε μια τάξη στο σπίτι, κάθισε
στον αργαλειό κι άρχισε να υφαίνει το χράμι που είχε απομείνει ατελείωτο με τα
νήματα που βρήκε σε καλή κατάσταση. Η φήμη της καλής υφάντρας απλώθηκε γρήγορο
στο χωριό και στα περίχωρα. Έρχονταν οι παραγγελιές η μια μετά την άλλη.
Η ζωή της ορφανής μπήκε σ’ έναν κανονικό
ρυθμό, άλλαξε προς το καλύτερο. Ήταν αυτεξούσια, κυρία του εαυτού της και δεν
είχε να δώσει λόγο σε κανέναν απολύτως. Έκανε τη δουλειά της κι έβγαζε το ψωμί
της τίμια και με αξιοπρέπεια.
Δούλευε και περίμενε με λαχτάρα να σφίξει
το μωρό στην αγκαλιά της. Το φανταζόταν όμορφο, όπως ήταν ‘εκείνος’, με γαλανά
μεγάλα ματάκια και σγουρά ξανθά μαλλάκια μεταξένια… Με όνειρα τρυφερά, με
καρτερία και υπομονή περίμενε τον ερχομό του.
Όταν ήρθε η ευλογημένη ώρα κι άκουσε το
πρώτο κλάμα του, η καρδιά της πετάρισε από ανείπωτη χαρά. Κι όταν συνήρθε και
της έβαλαν στην αγκαλιά της ένα τόσο μικρούλι, αδύναμο πλασματάκι, ολομόναχο κι
ανυπεράσπιστο, το τύλιξε με τα δυο της χέρια κι ορκίστηκε να το μεγαλώσει με
αγάπη και να μην του λείψει τίποτα
Όσο έμεινε στο μαιευτήριο έπεσαν πάνω της
γιατροί και νοσοκόμες να δώσει το αγόρι για υιοθεσία. Σε κάθε πρόταση που της
γινόταν για υιοθεσία απαντούσε μ’ ένα γλυκό χαμόγελο χαϊδεύοντας το κεφαλάκι
του πανέμορφου αγοριού που κρατούσε στην αγκαλιά της. Ήταν φτυστός ο πατέρας
του. Ήταν σίγουρη πως ο Αντρέας κάποτε θα την αναζητούσε. Το πίστευε. Την είχε
ανάγκη αυτή την προσδοκία, κι ας έμοιαζε ουτοπική, για να συνεχίσει τον αγώνα
της.
Ανέβηκε στο χωριό με το μωρό στην αγκαλιά
και με το κεφάλι ψηλά. Κι άρχισε πάλι να δουλεύει. Και μεγάλωνε το μωρό της
χωρίς να βαρυγκωμά με στοργή και αγάπη, όπως κάθε μάνα και με ένα όνειρο: Να το
δει άντρα και να φέρει κάποτε αντιμέτωπο τον Αντρέα με τον γιο του…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου