Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2021

Εμείς οι γυναίκες

Από όλα τα ζωντανά όντα που έχουν καρδιά και νου, 

εμείς οι γυναίκες είμαστε το πιο \δυστυχισμένο γέννημα της φύσης.

 

“…Ακούστε με καλά, γυναίκες της Κορίνθου, και βάλτε τα καλά στο μυαλό σας αυτά που έχω να σας πω. Θα σας μιλήσω καθαρά και ξάστερα. Έτσι είμαι εγώ. Λοιπόν, να ‘μαι, ήρθα, σας έκαμα το χατίρι, βγήκα από το σπίτι για να μη σας δώσω το δικαίωμα να με κατηγορείτε. Θέλετε να με δείτε, να μου μιλήσετε, να με παρηγορήσετε; Εντά-ξει. Πρώτα όμως θα σας πω εγώ αυτά που με απασχολούν όλον αυτό τον καιρό που με δέρνουν οι συμφορές.

Βγήκα να σας μιλήσω, επαναλαμβάνω, για να μη δώσω λαβές για άλλα σχόλια και κατηγορίες εναντίον μου. Αρκετά έχω ακούσει. Γιατί γνωρίζω πολύ καλά ότι πολλοί άνθρωποι, άλλοι πολύ γνωστοί κι άλλοι άγνωστοι, θεωρήθηκαν περήφανοι και κα-τηγορήθηκαν ως μονόχνωτοι και ράθυμοι, μόνο και μόνο γιατί δεν είχαν επαφή με τον έξω κόσμο, προτιμούσαν την ησυχία τους και δεν έβγαιναν από το σπίτι. Α, τι να σας πω! Είναι πολύ άδικος ο κόσμος. Δε σε βλέπει με καλό μάτι κι ας μην έχει ιδέα για το ποιος είσαι. Βγάζει συμπεράσματα για το ποιον σου χωρίς να σε ξέρει καθό-λου, χωρίς να γνωρίζει τα εσώψυχά σου. Σε μισεί, σου ρίχνει λάσπη κατάμουτρα κι ας μην του έχεις κάμει κανένα κακό. Έτσι είναι ο κόσμος. Όσο για τον ξένο, αυτός αλίμονο είναι υποχρεωμένος να προσαρμόζεται με τις συνήθειες της πόλης που είναι αναγκασμένος για τον άλφα ή βήτα λόγο να ζει. Βέβαια εγώ δε θα επαινούσα ποτέ κι όποιον κουφιοκέφαλο πολίτη αυτής εδώ της πόλης φέρεται άσχημα στους συμπολί-τες του και τους γεμίζει πίκρα.

Όσο για μένα, ετούτο το ανέλπιστο κακό που με βρήκε, μου ξέσκισε την καρδιά, με κατάστρεψε. Όλα τα έχασα. Η ζωή μου τελείωσε. Ως εδώ ήταν. Δεν έχω πια καμιά δικαιολογία να ζω, αγαπητές μου. Εγώ πρέπει να πεθάνω. Ο άντρας μου ήταν ό, τι είχα και δεν είχα στη ζωή. Εγώ γι’ αυτόν θυσίασα τα πάντα κι ήταν για μένα ο κόσμος όλος, όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζετε. Τον υπεραγαπούσα και θυσιάστηκα εγώ για τον άντρα μου. Κι αυτός αποδείχτηκε ο χειρότερος άντρας του κόσμου.

Θα σας πω κάτι που μόλις τώρα δα σκέφτηκα. Και θα συμφωνήσετε μαζί μου. Από όλα τα ζωντανά όντα που έχουν καρδιά και νου, εμείς οι γυναίκες είμαστε το πιο δυστυχισμένο γέννημα της φύσης. Πρώτα πρώτα μην ξεχνάμε πως πρέπει ν’ αγορά-σουμε το σύζυγό μας δίνοντας μάλιστα ένα υπέρογκο χρηματικό ποσό. Και γιατί; Μα για να τον κάνουμε κύριο του κορμιού και της ζωής μας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη και πιο πικρή από αυτή τη συμφορά. Και καλά, τον αγοράζουμε που τον αγοράζουμε, αλλά μήπως ξέρουμε τι θα μας τύχει! Να το μεγάλο πρόβλημα: Αν θα είναι άνθρω-πος καλός ή κανένας άχρηστος. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, δεν έχουν καλή φήμη οι γυ-ναίκες που παρατούν τον άντρα τους κι ας είναι του λόγου του ακόμα και τέρας. Ού-τε μπορούν να τον χωρίσουν. Έτσι τα έχουν κάμει οι άντρες. Όπως τους συμφέρει. Οι άντρες έχουν τη δύναμη και την εξουσία στα χέρια τους, οι άντρες αποφασίζουν για τη ζωή μας. Αδύνατο πλάσμα κι άβουλο η γυναίκα. Ό, τι της ορίζουν κάνει. Όποιον της δώσουν είναι αναγκασμένη να τον ανέχεται.

Άλλοι ορίζουν τη ζωή της και τη μοίρα της. Και μοιράζεται ολοζωής το κρεβάτι της μ’ έναν άντρα που δεν γνώριζε πριν τον παντρευτεί, όταν ήταν στο πατρικό της σπίτι και δεν ξέρει τα χούγια και τις συνήθειές του και είναι έτσι αναγκασμένη να μαντεύει τις ιδιοτροπίες του. Κι αν όλα πάνε καλά, αν εμείς καταφέρουμε δηλαδή να ικανοποιούμε τα γούστα του, ο σύζυγος δε ζει με το στανιό μαζί μας, του αρέσει και υποφέρει αγόγγυστα το ζυγό του γάμου και ζούμε μια ζωή ανεκτή. Αρκεί αυτός να περνάει καλά. Διαφορετικά, χα, διαφορετικά η γυναίκα είναι προτιμότερο να δίνει τέλος στη ζωή της. Η ζωή είναι ανυπόφερτη. Για τον άντρα, δε συμβαίνει το ίδιο. Αυ-τός έχει χίλιους τρόπους να διασκεδάζει όταν το σπίτι δεν τον χωράει, επειδή δε γίνο-νται όλα όπως τα θέλει. Το ρίχνει έξω. Δε θα κάτσει να σκάσει! Το σκάει από το σπί-τι, βρίσκει τους φίλους ή τους συνομηλίκους, γλεντάει, ξεχνάει όλα τα βάσανα κι α-λαφρώνει την καρδιά του από το βάρος της στενοχώριας. Πού τέτοια τύχη για μας τις γυναίκες! Εμείς εκεί, ζεμένες στο ζυγό, μέρα νύχτα, όποιος κι αν είναι αυτός που βά-λαμε στο ζβέρκο μας. Είμαστε υποχρεωμένες να βλέπουμε τη μούρη του και να τον ανεχόμαστε.

Και ξέρετε; Κυκλοφορεί η φήμη ανάμεσα στους άντρες πως εμείς οι γυναίκες που ζούμε κλεισμένες στο σπίτι, και δεν παίρνουμε μέρος στον πόλεμο δηλαδή, καλοπερ-νάμε, λένε, γιατί η ζωή μας δεν κινδυνεύει από τίποτα, ενώ αυτοί τραβοπαλιούνται, βολοδέρνουν μια ζωή πολεμώντας. Τα μανάρια μου! Αμ δε! Αυτά αλλού, όχι σε μένα, δεν περνάνε, είναι απαράδεκτα! Έτσι τους συμφέρει να σκέφτονται και να λένε. Ας γεννήσει ένας άντρας μια φορά μόνο κι ας έρθει τότε να μου πει εμένα ποιος από τους δυο μας υποφέρει περισσότερο. Εγώ, σας ορκίζομαι, θα προτιμούσα να πήγαινα τρεις φορές στον πόλεμο κρατώντας την ασπίδα παρά να γεννήσω μια φορά.

‘Επειτα δε συμβαίνει το ίδιο με σας και με μένα, γυναίκες. Αυτά που λέω εγώ δεν αφορούν εσάς κι εμένα το ίδιο. Δε αντιμετωπίζουμε τα ίδια προβλήματα. Εσείς ζείτε στην πατρίδα, στο σπίτι του πατέρα σας, έχετε γύρω σας τους δικούς σας ανθρώπους, τους συγγενείς και τους φίλους που σας αγαπούν, που σας φροντίζουν και σας προ-στατεύουν. Ενώ εγώ; Εγώ η έρημη ποιον έχω πλάι μου; Πού βρίσκομαι; Είμαι πα-ντέρημη κι ο άντρας που αγάπησα και με έφερε εδώ, με εγκατέλειψε, με ταπείνωσε και με εξευτέλισε. Δεν έχω πατρίδα. Ήρθα εδώ από μια βάρβαρη, υποτίθεται, χώρα. Πού είναι εμένα η μάνα μου, ο αδερφός μου, οι συγγενείς κι οι φίλοι, οι δικοί μου άνθρωποι να μου παρασταθούν και να μοιραστούν μαζί μου ετούτες τις συμφορές μου τις απανωτές; Έχω εδώ εγώ κανέναν άνθρωπο έμπιστο να στηριχτώ πάνω του; Ποιος με γνοιάζεται εμένα; […] Κι όταν μάλιστα μας πάρει άλλη τον άντρα μέσα από την αγκαλιά μας, ε, τότε σίγουρα δεν υπάρχει ψυχή και καρδιά πιο φονική και αιμοβόρα από τη δική μας. Σας το λέω εγώ που είμαι παθούσα…”

*Ευριπίδη: “Μήδεια”, μυθιστορηματική διασκευή, απόσπασμα – προδημοσίευση.

 

Δημοσιεύθηκε στο φρακταλ στις 12. 10. 2021 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου