Ομήρου «Οδύσσεια»: «Ο Οδυσσέας οδηγείται στο δώμα του Αλκίνοου»
Ομήρου «Οδύσσεια»:
«Ο Οδυσσέας οδηγείται στο δώμα του Αλκίνοου»
(ραψωδία ζ, στ. 251-331)
μετάφραση: Κώστας Χωρεάνθης
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Χωρεάνθη
Εισαγωγικό σημείωμα
(Συνέχεια από το προηγούμενο)
…Η Ναυσικά, αφού πρόσταξε τις ακόλουθές της να περιποιηθούν τον ξένο ναυαγό, του πρόσφερε φαγητό και ποτό. Κι άξαφνα ο ξένος ναυαγός, με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς, μεταμορφώθηκε σε νέο ωραίο άντρα. Στα μάτια της βασιλοπούλας φάνταξε ίδιος ολύμπιος θεός. Γοητευμένη από την ομορφιά του ξένου –«μακάρι να μου λάχαινε για σύζυγος ένας τέτοιος άντρας», ευχήθηκε μέσα της η Ναυσικά–, του υποσχέθηκε πως θα τον πάρει μαζί της στο παλάτι. Αλλά μέσα στην πόλη, ο ξένος έπρεπε να ακολουθεί από μακριά τις ακόλουθες, όπως επιβάλλουν οι συνήθειες του τόπου. Οι στίχοι που ακολουθούν και κλείνουν τη ζ ραψωδία, είναι χαρακτηριστικοί για τη συμπεριφορά των ομηρικών Ελλήνων προς τους ξένους.
τα φορέματα διπλώνοντας τα έβαλε πάνω στην όμορφη άμαξα,
έζεψε τα μουλάρια τα πεταλωμένα κι ανέβηκε και η ίδια.
Παρότρυνε και τον Οδυσσέα και με τέτοια λόγια τού μιλούσε:
«Ορθώσου τώρα, ξένε, στην πόλη να πάμε για να σε στείλω 255
στου πατέρα μου το δώμα του αντρειωμένου, όπου εσένα λέω
από όλους τους Φαίακες θα γνωρίσουν όσοι είναι πρώτοι.
Όμως κάνε αυτό που λέω· και μου φαίνεται πως δεν θα αστοχήσεις·
όσο θα περνάμε μέσα από τους αγρούς και των χωρικών τα κτήματα
τόσο μαζί με τις ακόλουθες πίσω από τα μουλάρια και την άμαξα 260
γρήγορα να έρχεσαι· κι εγώ μπροστά στον δρόμο θα πηγαίνω.
Ύστερα, όταν μπούμε στην πόλη που την περιζώνουν πύργοι
ψηλοί και όμορφο λιμάνι κι από τις δυο μεριές της πόλης
και στενή μπασιά· και την πορεία τ’ αμφίκυρτα καράβια
κρατούνε· γιατί ξεχωριστό για το καθένα υπάρχει αραξοβόλι. 265
Εκεί είναι και η αγορά τους, γύρω από τον όμορφο βωμό του Ποσειδώνα,
χτισμένη με κουβαλητές θεμελιωμένες πέτρες.
Εκεί και των μελανών καραβιών ετοιμάζουνε τα άρμενα,
πανιά και παλαμάρια και τορνεύουν τα κουπιά.
Γιατί οι Φαίακες δεν γνοιάζονται για τόξα και φαρέτρα, 270
μα για κατάρτια και κουπιά και πλοία ισοζυγιασμένα,
και μ’ αυτά αναγαλλιάζοντας την αφρισμένη θάλασσα περνούνε·
αυτών φοβάμαι την κακογλωσσιά, μήπως κανένας από πίσω
μας κατηγορήσει· και είναι πολλοί οι ξιπασμένοι μες στη χώρα·
κι έτσι μπορεί να πει κάποιος κακός που θα μας συναντήσει· 275
“ποιος είναι αυτός που ακολουθεί τη Ναυσικά ο ωραίος και ψηλός
ξένος; Και πού τον βρήκε; Σίγουρα άντρας της θα γίνει.
Ή κάποιον πουθενά παραδαρμένο από το καράβι του συμμάζεψε
από ανθρώπους μακρινούς, αφού δεν είναι άλλοι κοντά μας·
ή κάποιος που τον παρακάλεσε θερμά πολυπόθητος θεός της ήρθε, 280
ουρανοκατέβατος και θα την έχει όλες τις μέρες.
Καλύτερα, παρά να πήγαινε η ίδια άντρα να βρει
αλλού· γιατί περιφρονεί τους άλλους μες στη χώρα
τους Φαίακες, που τη γυρεύουνε πολλοί κι αρχοντικοί”.
Έτσι θα πούνε, και για μένα ονειδίσματα αυτά θα είναι. 285
Μα και άλλη κατηγορώ, όποια και να ήταν που θα έκανε τα ίδια,
χωρίς τη θέληση των αγαπημένων, του πατέρα και της μάνας της,
με άντρες σμίγει προτού επίσημα σε γάμο έρθει.
Ξένε, εσύ όμως άκουσε τα λόγια μου, όσο μπορεί το συντομότερο
να πετύχεις ξεπροβόδισμα από τον πατέρα μου και γυρισμό. 290
Θα βρεις της Αθηνάς το υπέροχο άλσος πλάι στον δρόμο
τον γιομάτο λεύκες· πηγή εκεί αναβλύζει κι ολόγυρα λιβάδι.
Εκεί είναι του πατέρα μου το τέμενος κι ο φουντωμένος κήπος,
σε τόση απόσταση από την πόλη, όσο να ακουστείς φωνάζοντας·
Εκεί μείνε καθισμένος και περίμενε τόσο χρόνο ωσότου εμείς 295
να έρθουμε στην πόλη και να φτάσουμε στο δώμα του πατέρα μου.
Ύστερα, άμα υπολογίσεις πως εμείς φτάσαμε στα δώματα,
τότε μόνο ξεκίνα για την πόλη των Φαιάκων και ρώτησε
για του πατέρα μου τα δώματα του μεγαλόκαρδου Αλκινόου.
Αναγνωρίζονται εύκολα, ακόμα κι ένα παιδί θα σε οδηγούσε 300
μικρό· γιατί παρόμοια με αυτά δεν έχουνε χτιστεί
Φαιάκων δώματα, ωσάν τον δόμο του Αλκινόου
του ήρωα· αλλά όταν πια δόμοι σε κρύψουν και αυλή
πολύ γρήγορα το μέγαρο να προσπεράσεις για να φτάσεις
στη μητέρα μου· εκείνη κάθεται στο παραγώνι σιμά στη φλόγα της φωτιάς, 305
γνέθοντας στη ρόκα κατακόκκινα μαλλιά, χάρμα οφθαλμών,
ακουμπισμένη σε κολόνα· και οι δμωές κάθονται πίσω της.
Εκεί κι ο θρόνος του πατέρα μου σ’ εκείνη είναι στερεωμένος
και καθισμένος πάνω του πίνει κρασί σαν να ’ναι αθάνατος.
Εκείνον προσπερνώντας, της μητέρας με τα χέρια σου τα γόνατα 310
να αγκαλιάσεις της δικής μου, για να δεις του γυρισμού τη μέρα
γρήγορα με χαρά, κι αν είσαι ακόμα από πολύ μακριά.
Κι αν εκείνη συμπάθεια για σένα νιώσει μέσα στην ψυχή,
υπάρχει ελπίδα να δεις κάποτε τους αγαπημένους σου και να φτάσεις
στο ομορφοχτισμένο σπίτι σου και στη δική σου γη την πατρική». 315
Έτσι αφού του μίλησε, μαστίγωσε με το λαμπρό μαστίγιο
τα μουλάρια της· κι εκείνα άφησαν γοργά του ποταμού τα ρείθρα.
Κι ωραία κάλπαζαν και τετραπόδιζαν ωραία.
Κι εκείνη καλά κρατούσε τα ηνία, για ν’ ακολουθούνε κι οι πεζοί,
οι ακόλουθες κι ο Οδυσσέας· και με γνώση το μαστίγιο έριχνε. 320
Κι ο ήλιος βασίλεψε όταν εκείνοι στο ξακουστό έφταναν άλσος
το ιερό της Αθηνάς, όπου κάθισε ο θείος Οδυσσέας.
Κι αμέσως έπειτα προσευχήθηκε στου Δία την κόρη του μεγάλου:
«Άκουσέ με, του αιγίοχου[1] Δία τέκνο, Ατρυτώνη[2]·
άκουσέ με και τώρα, αφού και πρωτύτερα με άκουσες 325
που βασανιζόμουνα, όταν με τσάκιζε ο ξακουστός που σείει τη γη.
Δώσε να πάω στους Φαίακες αγαπητός κι άξιος για ευσπλαχνία».
Έτσι είπε προσευχόμενος και τον άκουσε η Παλλάδα Αθηνά·
αλλά μπροστά στον ίδιο ακόμα δεν φανερωνόταν· γιατί σεβόταν
του πατέρα της τον αδερφό· κι εκείνος μάνιαζε αξεθύμαστα 330
με τον ισόθεο τον Οδυσσέα προτού στη γη του φτάσει.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] αιγίοχος, αυτός που σείει, που κουνάει την ασπίδα (αιγίδα), σταθερό επίθετο του Δία.
[2] Ατρυτώνη, ακαταμάχητη, «ακτύπητη», ένα από τα πολλά επίθετα της θεάς Αθηνάς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου