Προδημοσίευση: Τρία ποιήματα από την ποιητική συλλογή “Η ηλικία της λήθης” που συμπληρώνει μια τετραλογία και θα κυκλοφορήσει από γνωστό εκδοτικό οίκο αρχές του καινούργιου χρόνου.

Η ζωή φορούσε ξυλοπόδαρα
Πάντα την έψαχνα
έφευγε μέσα από τα χέρια μου
την έχανα σε μέρη μακρινά
σε μονοπάτια δύσβατα την κυνηγούσα
σε σπίτια την αναζητούσα
ακατοίκητα
μα δεν την έβρισκα
και δεν την είδα καταπρόσωπο ποτέ
Πάντα μου ξέφευγε
λοξοδρομούσε και διέφευγε
ποτέ δεν φανερώθηκε με το αληθινό της πρόσωπο
ποτέ της δεν μου δόθηκε απλόχερα
δεν μου χαρίστηκε ποτέ
και δεν μου χαμογέλασε ποτέ
Βάδιζε πάντα πλάι μου με ξυλοπόδαρα
μασκαρεμένη
χανόταν μέσα σ’ ένα σύννεφο ατμού
στο σύθαμπο ψυχρής αδιαλλαξίας
Δεν συμφιλιωθήκαμε ποτέ
Και τώρα πάλι
από την αρχή βάλθηκε να με προσπερνάει
να μένω πίσω
στην ακτή της προσδοκίας ενδεής
σαν ένα ασήμαντο
τυχαίο περιστατικό στην περιπέτεια του βίου
χτυπώντας τα ξερά της ξυλοπόδαρα
στο δάπεδο της αντοχής μου
να μένω δέσμια του φωτός
στην αποβάθρα της φυγής
ν’ ακούω των δακρύων τη βροχή
που σταλαμίζει στο πλακόστρωτο
ενάντια στην αδιαλλαξία της φθοράς
και όλο να πληθαίνει μέσα μου το φως
που ανατέλλει από τα σπλάχνα μου
Φορούσε πάντα ξυλοπόδαρα
δεν άκουγε τους χτύπους της καρδιάς μου
δεν έβλεπε την ερημιά
που κουβαλούσαν τα φτερά μου
δεν άκουσε ποτέ
τον ήχο της βροχής στ’ αποκαΐδια
Φορούσε πάντα τα ξερά της ξυλοπόδαρα
Παλαιό Φάληρο, 24 Οκτωβρίου 2020
***

Νόστιμον ήμαρ
Τράβηξε την κουρτίνα
στην άκρη δεξιά
άνοιξε σιγά με προσοχή τα τζάμια
δίπλωσε
δεξιά ζερβά τα φύλλα
ύστερα άνοιξε το δίφυλλο εξώφυλλο
στερέωσε κι από τις δυο μεριές στον τοίχο
τα τα ξύλινα εξώφυλλα
Έπρεπε να τα ακινητοποιήσει
χιλίων ετών σαράβαλο
αν έμεναν ελεύθερα
θα τα ταρακουνούσε ο άνεμος
και θα ξεσήκωνε τον κόσμο
απ’ τα χαράματα
Νόστιμον ήμαρ
ήχησαν των ναών τα σήμαντρα
καλωσορίζοντας τη νέα μέρα
ορθρινός έπνεε γλυκύτατος μαΐστρος
μόλις άρχισε το φως να περπατάει δειλά
στους έρημους
της πολιτείας λασπωμένους δρόμους
πάνω στις στέγες των σπιτιών
στα κεραμίδια
Φώτισε τις ουλές
των πληγωμένων δέντρων
τους τύπους των ήλων στο λιθόστρωτο
έδεσε τις πληγές του σώματος
διώχνοντας τις σκιές
από τα μέλη των μαρμάρων
Μια μουσική
από γαλάζιο σύννεφο
κάλυψε
τους μακάβριους θρήνους των ψυχών
τους ύμνους των επιταφίων
Πιθανόν από ένστικτο
ή επιθυμία παλιά
πού να ‘ξερε
από ποια παρόρμηση ορμώμενος
ίσως γιατί τον έπνιγε η μοναξιά
– την είχε ο ίδιος επιλέξει –
και πονούσε
όπως το αγορασμένο από καιρό
παμπάλαιο σπίτι
Όμως ήταν δική του
αποκλειστικά
επιλογή η μοναξιά
κι άνοιξε ο ίδιος επιτέλους το παράθυρο
να μπει το φως στην κάμαρά του
Παλαιό Φάληρο, Οκτώβριος 2015
***

Το ωραιότερο ποίημα
Πώς ήθελα
να γράψω ένα ποίημα για τους καημούς
που αργοπεθαίνουν στο σκοτάδι
αφήνοντας
μια ματωμένη αιθρία
Έχει ο καιρός γυρίσματα
φέρνει τα πάνω κάτω η ζωή
και το γυρίζω στους ψαλμούς
στην Αποκάλυψη
τον όξινο καιρό να εξορκίσω
Ωστόσο
το ωραιότερο ποίημα που έγραψα
είναι εκείνο που δεν έγραψα
Έτσι απάλλαξα και το λευκό χαρτί
από μια ακόμα μελανιά αθλιότητας
κι άφησα τον ειρμό
της μουσικής του σκοταδιού
να σέρνεται πάνω στα ενθυμήματα
και στις παλιές
ασπρόμαυρες φωτογραφίες των επιφανών
αείμνηστων προγόνων
και στις ουλές των ήλων
που έμειναν μες τη σκουριά αιώνες
χρόνια αμνημόνευτα
χωρίς φωτογραφίες συγγενών
ανδρών επιφανών
και δίχως κάδρα με γκραβούρες ηγεμόνων
και άλλες τέτοιες ένδοξες ανοησίες
Παλαιό Φάληρο, Οκτώβριος 2019

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου