Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Οδοιπορικό στα βιωμένα τοπία της ποιήτριας Χρυσούλας Σπυρέλη 

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //


“…Τέλος πάντων.  
Έφεξε και νύχτωσε.  
Δεν είναι τίποτα η ζωή…”  
Αρκούν δέκα λέξεις για να εκφράσει ένας απλός, τίμιος άνθρωπος, ένας αγράμματος με τα πετσοκομμένα, σαν τη ζωή του, εκφραστικά μέσα να δώσει το νόημα της ζωής. Να πει όσα δεν φτάνουν ακόμα και σε έναν σοφό να πει με ακρίβεια τι σημαίνει ζωή: Έφεξε και νύχτωσε”, αυτό είναι, αυτό είμαστε! Διαδρομή μιας μέρας, το συμπέρασμα των κόπων μιας ολόκληρης ζωής.  
    Η  ποιήτρια Χρυσούλα Σπυρέλη, φιλόλογος με ευρύτερες σπουδές, Σχολική Σύμβουλος, είναι μια σπουδαία ερευνήτρια με δημοσιοποιημένο αξιόλογο δοκιμιακό έργο. Προικισμένη με ποιητική ευαισθησία και με επαρκή επιστημονική παιδεία στις αποσκευές της, έχει την ικανότητα και άνεση να συναρθρώνει, να δομεί, να υποστυλώνει και να υποστηρίζει το έργο της μεθοδικά, συστηματικά με σοβαρά  επιστημονικά κριτήρια.  
     Ως ποιήτρια εμφανίστηκε στον χώρο της λογοτεχνίας με την ποιητική συλλογή “Τήλε φάος”, το 2002. Είναι αρκετά νέα στον χώρο της ποίησης, με τρεις, ωστόσο, αξιοπρόσεκτες ποιητικές συλλογές: “Τήλε φάος”, (Αγρίνιο το 2002), “Χρωματιστές ενδείξεις”, (Αθήνα 2011) και “Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά/πάρε και τον πατέρα”, (Μεσολόγγι 2015).      

      Με το πρώτο της ποιητικό βιβλίο πορεύεται νοσταλγικά στον κόσμο του χτες και του τώρα και θεωρεί τα συμβαίνοντα και τα συμβάντα γύρω της μες από την προοπτική του μέλλοντος και με σηματωρό τον αποθησαυρισμένο μέσα της καθάριο τον πλούτο της βουνίσιας οικουμένης. Ύστερα από χρόνια, επιστρέφει νοερά με πολύ συγκινησιακό φόρτο στα δύσβατα φυσικά και ανθρώπινα τοπία μιας περασμένης ανεπιστρεπτί εποχής, σκληρής όσο και όμορφης, στερημένης όσο και αγαπητικής. Και με περισσή φροντίδα, στοργή και ποιητική αξιοσύνη, συλλέγει σταχυολογώντας και μεταφέρει αφομοιωμένα πολύτιμα βιωματικά στοιχεία από μια ζωή κλεισμένη ανάμεσα σε βουνά, ζεσταμένη με την ξυλόσομπα, αλλά πολύ ανθρώπινη. Μνημονεύει με πολλή αγάπη και τρυφερότητα οικεία αγαπημένα της πρόσωπα, τους γονείς της και τους ήρωες δασκάλους που στέγνωναν στη σόμπα τα βρεγμένα ρούχα των μαθητών τους ανοίγοντας δρόμους για να περάσει η γνώση και η ανθρωπιά από τα στενορύμια της παγερής κι αδυσώπητης πραγματικότητας.  
     Η Χρυσούλα Σπυρέλη, χωρίς εξάρσεις και μεγαλοστομίες μεταφέρει απλά, τίμια, ανεπιτήδευτα στην απέριττη, αλλά εύρυθμη ποίησή της, τον πλούτο της δικής της βουνίσιας, μοσχοβολούσας βιωμένης πραγματικότητας: ήχους ρυακιών, μυρωδιές από έλατο, φλόμο και ρίγανη, αλλά λίγο πιο κει από τα βιώματα του κόσμου του βουνού ακούεται η απαλή μουσική του όρθρου ενός κόσμου που παραπέμπει σε μαθητεία στα κλασικά κείμενα, χωρίς ωστόσο να φωνασκεί ή να ρητορεύει. Με το πρώτο της ποιητικό βιβλίο δηλώνει το “πόθεν έσχες”, τις πηγές των εμπνεύσεών της αφενός και αφετέρου καταθέτει τις προοπτικές και τους προβληματισμούς της σε σχέση με την έκφραση και τον ποιητικό λόγο. Το μακρινό φως την ακολουθεί στις στενωπούς της επιστροφής στον παράδεισο της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, στον κόσμο της αθωότητας και κάνει το παρελθόν παρόν, αναθυμάται τον καφέ της μάνας που μοσχοβολούσε αγάπη και χάραζε “ιδεογράμματα/τροχιές ορατές, σαϊτιές αγίων!”. Ή μας παρακινεί να στρέψουμε κι εμείς προς τη μεριά της και να δούμε ένα ποτάμι, αλλά τι ποτάμι:  
      Δες, ένα ποτάμι βαθύ σαν το αίμα μας 
      φεύγει απ’ την κοίτη του 
      και καταπίνει το ξύλινο σκηνικό. 
     Το αίμα της καρδιάς καταπίνει το ξύλινο, το σαθρό, σκηνικό για να δώσει τη θέση του στο νέο που κυοφορείται, και να αποδοθεί δικαιοσύνη με την “τίσιν”. Το ποίημα θυμίζει Όμηρο, Οδύσσεια, μνηστηροφονία, αν ερμηνεύω σωστά. Με σαρκασμό περιγράφει τραγικές στιγμές στο ποίημα με τίτλο “Θάλαμος 562”. Όμως, ένα κορίτσι ξυπόλυτο “δακρυσμένο από χαρά” ξορκίζει τον “οργισμένο άνεμο” που “σκορπίζει την αρχαία σκεπή” στο ναό του Στράτιου Δία.  
    Δεν παραλείπει ακόμα  να τιμήσει την κάθε γυναίκα της Αιτωλίας, την ένδοξη “θηλυκιά σπορά”. Συγκινητικοί με την απλότητα και την αλήθεια τους είναι και οι στίχοι που αναφέρονται στον αδικοχαμένο πρόωρα αδερφό της. 
     Το τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο “Επιλογικό”, γραμμένο σε τόνο διθυραμβικό και σε μορφή ευχής ιερέα, είναι το επιστέγασμα των οράσεών της, εκφέρεται ως οφειλόμενο χρέος και απότιση τιμής σε όσους με τον τρόπο τους συνέβαλαν στη συγκρότηση της προσωπικότητάς της και στο να αρθρώσει ποιητικά τα μυστικά φανερώματα της ζωής που αξιώθηκε να της αποκαλυφθούν. Σταχυολογώ τους πιο αντιπροσωπευτικούς στίχους: 
     Υπέρ του πρώτου φωτός του αντίκρυσα(…) 
     Υπέρ του θείου φωτός που ανατάραξε 
     τα νερά της κολυμβήθρας(…) 
     Υπέρ των αφανών διδασκάλων που με παλάμη 
     στραμμένη στις οπές του μαρτυρίου, 
     άφησαν το σελιδοδείκτη στο Μέγα Αλφάβητο των Ψαλμών 
     Υπέρ των βωμών και των τόπων που εχαράκωσαν 
     διαγωνίως το πνεύμα μου(…) 
     Υπέρ των δασκάλων εκείνων που εστέγνωναν 
     στην ξυλόσομπα τα βρεγμένα ρούχα των μαθητών(…) 
     Μακρινές πηγές του φωτός που ξέκοψε πριν από μένα 
     Και για τούτο εσκόνταψα λίγο(…) 
     Υπέρ εκείνων προπάντων που μιλάμε και γράφουν 
     για μέγιστον φάος Ελλήνων, αγνόν και άφθορον. 
     Φως που ετύφλωσε σήμερα την παλιά όρασή μου! 


Image result for Χρυσούλας Σπυρέλη

Η ποίησή της είναι ουσιαστική, η φωνή και η γραφή της καθαρή, λαγαρή σαν τα τρεχούμενα νερά, ευανάγνωστη. Χωρίς εξάρσεις και μεγαλοστομίες. Ο απλός ποιητικός της λόγος, ωστόσο και η εμμονή στον αγώνα με τις λέξεις που καλύπτει σημαντικό μέρος της δεύτερης ποιητικής συλλογής “Χρωματιστές ενδείξεις”, αποκαλύπτει μια πραγματικότητα που επιβεβαιώνεται με το πέρασμα από το “Τήλε φάος” στις “Χρωματιστές ενδείξεις”, όπου η συνειδητοποίηση ότι η ζωή των ανθρώπων είναι η εύθραυστη πραγματικότητα, υποβάλλει στην ποιήτρια στίχους αιχμηρούς με δωρική λιτότητα. Κυρίαρχο πρόσωπο η γυναίκα. Μνημονεύει ονόματα θηλυκών θεοτήτων που νοιάζονται για τα νεογέννητα ανεξάρτητα από φυλή:  
“Εδώ, η Ανάτ των φοινίκων. 
Η Κάλι των Ινδών. 
Η μαύρη Μητέρα! 
Τις θύελλες κυβερνώ κι αφεντεύω 
Εγώ, η Εκάτη, που ήμουνα χτες 
Ενάρετη Άρτεμις! 
Γυναίκες, κρύψτε τα νεογέννητα 
Μην τα βλάψει το φως. 
Λύκοι λυμαίνονται αγέλες 
θηλυκών ελαφιών. 
Ουρλιαχτά στο κίτρινο σεληνόφως. 
και γεμίζει 
με τέρατα η Αρχαία Αρκαδία. 

Προφητεία ανεμόπνευστη,  
περνάει στις φλέβες μου 
φόβο θανάτου”  
(Ωχρή σελήνη) 

    Ο φόβος του θανάτου της υπαγορεύει το ποίημα ΝΙΚΗ. Ένα ποίημα που περικλείει διπλή τραγωδία: Εκείνη που βίωσε η βουνίσια γυναίκα/μάνα και η άλλη που βιώνει ποιητικά/ονειρικά η ίδια η ποιήτρια κόρη. Πορεύεται στα πονεμένα τοπία της παιδικής ηλικίας,  μπαίνει στης μητέρας “το κάδρο το παλιό με το στημένο βλέμμα” για να βρει καταφύγιο και να στεριώσει: 

            Έρχεται η μάνα γκαστρωμένη κάθε χρόνο στ’ όνειρό μου 
            Με δέος αγγίζω την κοιλιά της  
            κι ένα χάδι σκαλώνει βιαστικό απ’ το δικό της χέρι στα μαλλιά μου… 
           Με μάτια παιδικά την κυνηγάω  
           και τη σκιά της μπερδεύω κάθε τόσο.  
           Η Ρέα, η Ελευθώ, η Νίκη η μυθική, η Άλκηστις… 

           Μπαίνω στο κάδρο το παλιό με το στημένο βλέμμα  
           και στεριώνω. 

Από τη θέση της μάνας στο κάδρο, στρέφει το βλέμμα της πίσω και παρακολουθεί όλες τις φάσεις της δύσκολης ζωής της, περιγράφει τις κινήσεις της με κάθε λεπτομέρεια, όπως: Να μαζεύει και να ξεραίνει άνθη του βουνού να στολίζει το σπίτι·  να υφαίνει: “χράμια χρωματιστά χαρά ν’ απλώνει κεντητή, ή “…Να ξεκαμπίζει ξύλα φορτωμένη…να τα τακτοποιεί στην αυλή χρησιμοποιώντας και αξιοποιώντας λέξεις παρωχημένες, αλλά σημαντικές, όπως το ρήμα ξεκαμπίζει για παράδειγμα. Κι απάνω εκεί γράφει: “Σπάω το κάδρο το παλιό με το στημένο βλέμμα και τη χάνω… και συνεχίζει τότε βαδίζοντας με τους ρυθμούς του δημοτικού τραγουδιού να καταγράφει στιγμές από σκηνές του καθημερινού βίου της μάνας όταν κονταροχτυπιόταν με τον βοριά “και να χιμάει ο θάνατος απάνω στη φωλιά της”, ίσαμε “να της τραβάει με τα νύχια ένα παιδί/να τη μουγκαίνει.  
      Όνειρο εφιαλτικό, μοιάζει μέρος και στάσιμο αρχαίας τραγωδίας  που λαμβάνει χώρα σε σκηνικό άγριου τοπίου γι’ αυτό και η γλώσσα της ποιήτριας έχει μια τραχύτητα, φαινομενικά ακατέργαστη, τρέχει σαν ποτάμι  κατεβασμένο. Με διασκελισμούς ενώνει εποχές, μνημονεύει ήρωες και ηρωίδες της μυθικής και της ιστορικής πραγματικότητας, κυρίως της Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Είναι συνειδητοποιημένη. Ξέρει γιατί γράφει ποιήματα: για να μπορεί να ταξιδεύει παντού με τις λέξεις, με τα φτερά των στίχων. Γράφει με απόλυτη φυσικότητα και βεβαιότητα: 
“Πήρα παραμάσχαλα ένα ποτάμι 
κι έφυγα τραγουδώντας”. 
Γιατί μόνο η ποίηση με τη δύναμη των λέξεων μπορεί να κατορθώνει τα πάντα. Να κάνει τα αδύνατα δυνατά. Της δίνει τη δυνατότητα να πάρει μαζί της το ποτάμι φεύγοντας από τα πάτρια εδάφη. Και με την ίδια σιγουριά, ως Πηνελόπη, καλωσορίζει τον επιστρέφοντα από την αναζήτηση του «πολύτροπου» πατέρα του, τον επαναστάτη γιο της Τηλέμαχο: 
“Καλώς ήλθες,  
Τηλέμαχε, μακρινό μου φάος”. 
Μέσα σε έξι λέξεις μας δίνει να καταλάβουμε με πόση λαχτάρα περίμενε τον μοναχογιό της να επιστρέψει από το επικίνδυνο εκείνο ταξίδι της αναζήτησης του αγνοούμενου πατέρα του. Δεν τον ρωτάει αν έμαθε κάτι για τον πατέρα του, αλλά τον καλωσορίζει προσφωνώντας τον “Τηλέμαχε, μακρινό μου φάος”, όπως θα έκανε κάθε μάνα γνωρίζοντας πως κινδύνευε η ζωή του παιδιού της.   Προέχει η ζωή του παιδιού της. Θέλει ακόμα να καταλάβει ο γιος της πόσο πολύ τον νοιάζεται και να μην αμφιβάλλει για το πόσο μισητοί είναι σ’ εκείνη οι ξιπασμένοι νεαροί μνηστήρες αλλά μην έχοντας πλέον καμιά ελπίδα επιστροφής του περιπλανώμενου, βλέπει την κλίνη αδειανή, φοβάται πως θα αναγκαστεί να υποκύψει στο μοιραίο, να επιλέξει κάποιο νεαρό και μονολογεί:  
“Σβήνει στο φως η μορφή σου. 
Αιχμάλωτη σκόνη ο Έρως 
κάθεται δίχως φτερά ανάμεσά μας”. 
       
Το φως κυριαρχεί στην ποίηση της Χρυσούλας Σπυρέλη, το οικείο και αδιαπραγμάτευτο Αιτωλικό φως, το ατελείωτο Ελληνικό φως ενάντια  στο σκοτάδι. Ο άνθρωπος και η μοίρα του επίσης, η ζωή, ο έρωτας κι ο θάνατος, είναι οι αφετηρίες της ποίησής της, Μια σημαντική ανατροπή και υπέρβαση κάνει  με το καινούριο της ποιητικό βιβλίο που τιτλοφορεί  με δυο χαρακτηριστικούς στίχους του Μιχάλη Γκανά: 
 “Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά 
πάρε και τον πατέρα”, 
μια σύντομη καταλυτική στη δυναμική της ποιητική σύνθεση σε μορφή τραγωδίας, χωρισμένη σε τέσσερεις πράξεις που αποκαλεί εισόδους: Α, β, Γ, και Δ. Ένα τρυφερό νανούρισμα με γλωσσικά στοιχεία από την ατόφια, τη βουνίσια καθημερινή ντοπιολαλιά, παραμυθία στον ετοιμοθάνατο πατέρα που ψυχορραγεί θέλοντας να κάνει το πέρασμά του στην άλλη διάσταση  ύπνο γλυκύτατο,  τραγουδώντας του σιγανά ιστορίες που θυμίζουν στιγμές από την περασμένη του ζωή, δημιουργούν εικόνες από την απλή καθημερινότητά του.  
    Τον νανουρίζει θυμίζοντάς του τις χαρές και τις λύπες, τις αγωνίες και τις προσδοκίες του, τον ξαναγυρίζει στην αρχή του για να πορευτεί νοερά από το τέλος προς την αρχή στο ταξίδι της ζωής του. Και ν’ αποξεχαστεί, να λυτρωθεί από την αγωνία και τον φόβο του θανάτου και να περάσει στην άλλη πραγματικότητα ανώδυνα, ειρηνικά, ευτυχισμένος. Η σύνθεση τελειώνει με με τρεις άκρως δραματικούς εξόδειους στίχους ριγμένους, κάτω από το βασανιστικό φως, στην έρημο του ανθρώπινου τοπίου που αφήνει πίσω του το πέρασμα του θανάτου: 
     “… Το φως σε βασανίζει. Λύχνος λιγμός 
       τρεμουλιαστός όλο νυχτώνει    
       κατεβατός ο άνεμος διαβαίνει και σαρώνει”. 
     Το νανούρισμα/οδοιπορικό τελειώνει με το υποβλητικό “Αυτοβιογραφικό αφηγητή”, σύνοψη του όλου δράματος που εξελίχτηκε σε τέσσερεις εισόδους (πράξεις), δοσμένο συγκλονιστικά σε άψογη ντοπιολαλιά και κλείνει τόσο απλά, τόσο φυσικά με δέκα απλές, καθημερινές λέξεις: 
(…) 
Τέλος πάντων. 
Δεν είναι τίποτα η ζωή. 
Έφεξε και νύχτωσε…” 

      Ωστόσο, αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα. Η ζωή συνεχίζεται! 



Δημοσιεύθηκε στο Fractalart σήμερα, Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου