Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019

Ποίηση: «Μια παρτίδα σκάκι»

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //





Μια παρτίδα σκάκι

Η περιπέτεια της ζωής της άρχιζε
με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου
που ο τόπος γέμιζε κυκλάμινα
κι άγριους κρόκους κίτρινους
κάθε απομεσήμερο στο δάσος
κάτω από τα πεύκα με ήλιο
με αέρι δροσερό
καλό καιρό
απάνω στα πεσμένα φύλλα

Κεντούσε τη ζωή της σταυροβελονιά
ή ρέμβαζε
Και με το γέρμα του ήλιου
έδενε κόμπο της ζωής τη σταυροβελονιά
την έκρυβε στον κόρφο της
και μάζευε λουλούδια φθινοπωρινά
κυκλάμινα και κρόκους
Περνούσε από το κοιμητήριο των πεσόντων
κι αφουγκραζόταν τις αδύναμες ανάσες των ψυχών
περιεργαζόταν τις επιγραφές
στα «σήματα» των ευκλεώς πεσόντων
κι απόθετε τους άγριους φθινοπωρινούς της
κίτρινους κρόκους
Στα κενοτάφια των αφανών ηρώων της εφηβείας της
σκορπούσε τα κυκλάμινα
εράσμια επιτάφια σπάργανα της αθωότητας
ερώτων αποτεφρωμένων



Κράτησε χρόνους αμνημόνευτους
το συναξάρι αυτό
ίσαμε που έγινε όνειρο
μια ιστορία καθημερινή
κοινή
έγινε παραμύθι
των χωραφιών η Μίνθη
ώσπου άξαφνα
μάζεψε τα πολύτιμα υπάρχοντά της
– όσα προγονικά κειμήλια και χρυσαφικά
κοσμήματα πολυτελή
μεταξωτά φορέματα
διαμαντικά
στολίδια μάλλον περιττά-
τα όνειρα και τις επιδιώξεις της
το μυστικό της μοναξιάς
τα στρίμωξε στον σάκο των αποσκευών
και τράβηξε προς τον ποταμό
Κάθισε στου ποταμού την άκρη
και μιλούσε μυστικά με τον καιρό
Κάτι σαν μοιρολόι έρεε από το στόμα της
κι έσμιγε με τα νερά του ποταμού
έρεε η φωνή της αδειανή
κυλούσε με το ρέμα του νερού
λιγόστευε το σώμα της
έλιωνε αργά σαν το κερί
ίσαμε που έμεινε μια οπτασία κυκλική
αχνή μορφή μες στον καθρέφτη του νερού
ένα κανίσκι οστά ξεγυμνωμένα
Ένα λαγούμι κι η ψυχή της
αδειανό
στης ένδειας το κατώφλι
Όλη της η μικρή ζωή ήτανε μια παρτίδα σκάκι

Παλαιό Φάληρο, Σεπτέμβριος / Οκτώβριος 2019


Δημοσιεύτηκε στο gractalart σήμερα, 29-10-2019

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου