Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Ένα πρωί με τον Στρατή Φιλιππότη

Αφήγηση: Ένα πρωί με τον Στρατή Φιλιππότη

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //

«Ποιος μπορεί να με κρίνει εμένα, παιδί μου;»
Γιαννούλης Χαλεπάς


«Κάθισε», είπε κοφτά δείχνοντας με το αριστερό του χέρι το παλιωμένο κάθισμα δίπλα του, χωρίς να πάρει το βλέμμα από τον απέναντι τοίχο, τον καλυμμένο με διάφορα πορτρέτα και φωτογραφίες σπουδαίων προσωπικοτήτων.
Κάθισα και περίμενα προσπαθώντας να μαντέψω τι ήταν εκείνο που τον έκανε ασυνήθιστα τόσο απόμακρο.
«Θέλεις καφέ;» ρώτησε όντας εξακολουθητικά προσηλωμένος στο ίδιο σημείο.
«Όχι, ευχαριστώ».
Κάθισα όπως πάνω σε καρφιά. Ένιωθα πολύ άβολα, πως δεν ήταν ευπρόσδεκτη εκείνη την ώρα η παρουσία μου. Άξαφνα, χωρίς να γυρίσει καν προς το μέρος μου, άρχισε να διηγείται ένα συγκλονιστικό περιστατικό. Ήταν τόσο απορροφημένος από αυτό για το οποίο μιλούσε, θαρρείς και αποτελούσε και ο ίδιος μέρος της υπόθεσης, προφανώς, πως είχε, ή θα είχε, ενεργό συμμετοχή, πώς τέλος πάντων ίσως θα έπαιζε κάποιο ρόλο. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν επρόκειτο για όνειρο ή για πραγματικό γεγονός. Το μόνο που ξεδιάλυνα, ήταν πως αφορούσε συνάντησή του με σημαντικό πρόσωπο σε χρόνο άχρονο. Σ’ αυτό το συμπέρασμα είχα καταλήξει ως τη στιγμή που τελείωσε η περιπλάνησή του στο ονειρικό ή πραγματικό οδοιπορικό σε παρελθόντα χρόνο και χώρο και επέστρεψε στην πραγματικότητα της καθημερινής συνάφειας.



Και δεν είχα πέσει έξω. Συνειδητοποίησα πως η διήγηση αφορούσε μια περίεργη συνάντησή του με το δημιουργό του γλυπτού της φωτογραφίας πάνω στην οποία είχε στυλωμένο το βλέμμα. Και δεν ήταν άλλο από το θαυμαστό γλυπτό του Γιαννούλη Χαλεπά «Σάτυρος παίζων με τον έρωτα».
Εκείνος, ξαφνικά, και έχοντας το βλέμμα στυλωμένο στο αγαπημένο του γλυπτό, άρχισε:
…Καθόμουνα, λέει, πίσω από τον μπάγκο και σκεφτόμουνα, τι σκεφτόμουνα, μάλλον δεν σκεφτόμουνα τίποτα. Ήμουν, φαίνεται, ακόμα υπό την επήρεια του κρασιού που είχα καταναλώσει το προηγούμενο βράδυ με την παρέα στην ταβέρνα. Κοίταζα αφηρημένα στο κενό. Και τότε…
Τότε πρόβαλε μπροστά μου τυλιγμένος μ’ ένα κατάλευκο αρχαϊκό χιτώνα που τον κάλυπτε ίσαμε τους αστραγάλους. Ήταν στεφανωμένος με φως γλυκύτατο, όμοιο με φωτοστέφανο αγίου. Αν ήταν ποδεμένος ή ανυπόδητος, δεν το θυμάμαι. Πάντως, αν δεν υπήρχε το φωτοστέφανο αγίου, χωρίς αμφιβολία θα τον παρομοίαζα με αρχαίο θεό που ξέκοψε από τον Όλυμπο και μου έκανε την ύψιστη τιμή να με επισκεφτεί τόσο πρωί. Ήταν, όμως, τόση η ταραχή και η συγκίνηση που μου προκάλεσε η τόσο ξαφνική του κι απρόσμενη παρουσία που δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Κάτι με εμπόδιζε. Κάτι σαν κόμπος δεμένος στο λαρύγγι, δεν άφηνε τον ήχο της εναγώνιας κραυγής μου να φτάσει στα χείλη.
Κι εκεί που όλα έδειχναν πως θα εξαφανιζόταν στο πουθενά από όπου είχε έρθει και πως χάνω το παιχνίδι της πολύχρονης περιπέτειας να τον ψάχνω παντού, εκείνος πλησίασε, άπλωσε το χέρι και μ’ άγγιξε στο μέτωπο, ακριβώς σ’ ετούτο το σημείο που είναι η ελιά. Κρύος ιδρώτας έτρεξε σαν πολύποδο σ’ όλο μου το κορμί κι ένιωσα μια φοβερή ανατριχίλα που με πάγωνε ίσαμε την καρδιά.
Ήρθε η Δευτέρα Παρουσία, σκέφτηκα κι ας ήμουν παγωμένος, δέσμιος του φόβου και του τρόμου που με διακατείχε.
Έμεινα ασάλευτος στη θέση μου και περίμενα. Εκείνος, ωστόσο, δεν μου άφησε χρόνο να πεθάνω από ασφυξία μέσα στην παγωνιά, με ζέστανε μ’ ένα χαμόγελο που δεν θέλω να χάσω ποτέ από τα μάτια μου. Και τότε, ένα φως πρωτόγνωρο απλώθηκε ολόγυρα σε όλο το χώρο και τα πράγματα ημέρεψαν. Το τοπίο άλλαξε. Ξεθάρρεψα και θέλησα να μιλήσω. Αλλά με μια κίνηση των ματιών του μου έγνεψε να σιωπήσω.
Τότε πρόσεξα το καταγάλανο βλέμμα του που σπιθοβολούσε. Μου φάνηκε γνώριμη μορφή που ερχόταν από πολύ μακριά. Κι εκεί που διαλογιζόμουνα, ναι μπορούσα να σκέφτομαι, και μύριες σκέψεις διαδέχονταν η μια την άλλη για το ποιος μπορεί να είναι και γιατί ήρθε, τι ήθελε από εμένα, με πρόλαβε.
Εκείνα τα χειρόγραφα, τα χρεόγραφα, εννοώ, που ψάχνεις…», άρχισε…
Ύστερα γύρισε αλλού το πρόσωπό του.
Χρόνια τώρα με πολιορκούν οι μορφές των διάσημων προγόνων μου. Κάτι, ωστόσο, με εμποδίζει να τους αγγίξω. Υπάρχει ένα κενό ανάμεσά μας που μας ενώνει και μας χωρίζει. Είναι οι δεσμοί του αίματος; Τουλάχιστον αυτό προβάλλω σαν δικαιολογία υπεκφυγής. Αλλά μπορεί και να μην είναι κι έτσι. Με τους δικούς μου μπορεί να μην είμαι αντικειμενικός. Ίσως μου χρειάζεται μεγαλύτερη απόσταση και πίστωση χρόνου για να τους δω αντικειμενικά. Οι δεσμοί του αίματος είναι βασανιστική τροχοπέδη, σ’ έμενα σίγουρα. Οι ανεκπλήρωτες, αναγκαστικές, δεν ξέρω γιατί, υποχρεώσεις προς τους προγόνους μας είναι σαν τις ακάλυπτες επιταγές για τις οποίες δεν έχομε καμία απολύτως ευθύνη, αλλά «ηθική», λέει, «υποχρέωση να καλύψουμε οι επιγενόμενοι!».
Δεν το αρνούμαι, είμαι υπερήφανος που ρέει στις φλέβες μου το αίμα τους και κοσμεί τη μεγαλογράμματη επιγραφή του καταστήματός μου το οικογενειακό επίθετο.  Και μάλιστα το έχω βάλει με τα χέρια μου σε περίοπτη θέση. Αυτό κάτι σημαίνει. Ωστόσο δεν αισθάνομαι έτοιμος να ασχοληθώ μαζί τους. Μπορεί να ασχοληθεί με τους δικούς μας η αδερφή μου, η γλύπτρια και γνωστή κεραμίστρια, η Βαγγελιώ. Μπορεί να ασχοληθούν οι γιοι μου, τα εγγόνια μου ή κάποιος άλλος. Προς το παρόν τουλάχιστο, εμένα με απασχολεί ο τρελός άγιος του χωριού μου, που δεν ήταν ούτε άγιος ούτε τρελός, αλλά ένας πονεμένος ασκητής ήταν που νήστεψε μια σαραντάχρονη σαρακοστή στην εξορία του σώματος και της ψυχής του ασκούμενος στην τέχνη της υπομονής και της αναμονής. Πάλεψε ενάντια σε προσωπικά φαντάσματα και εφιάλτες. Αντιστάθηκε με τον τρόπο του σε όλα τα στοιχειά δουλεύοντας στα σκοτεινά για να κρατήσει ζωντανά τα όνειρά του, έσκαβε μέσα του κρύβοντας πίσω από το μύθο του τρελού, του ασκητή και του αγίου του χωριού το αληθινό του πρόσωπο. Για να γεμίσει το χάος που τον κατοικούσε λάξευε τη λύπη, τον πόνο, το όραμά του στο μάρμαρο υπερβαίνοντας τα όριά του ίσαμε το πλήρωμα του ορισμένου χρόνου. Ποιος; Ο γλύπτης Γαιννούλης Χαλεπάς, η πιο συμπυκνωμένη και προβληματική μορφή της νεότερης Ελλάδας. Ο καλλιτέχνης που μπήκε δυναμικά με την επιθετική ωριμότητα των είκοσι χρόνων, κατέκτησε τον καλλιτεχνικό χώρο και, υπερβαίνοντας τα εμπόδια έδωσε λειτουργικότητα διαχρονική στο έργο του.
Ο μεγάλος δημιουργός, που εξέχεε την ψυχή του πάνω άψυχα υλικά ζωοποιώντας τα κι έγινε σύμβολο στο χώρο της τέχνης και σημείο αναφοράς. Ωστόσο, περίμενε σαράντα χρόνια ολομόναχος στην ερημιά της αθώας τρέλα  ωσότου τον θυμηθούν και τον ανασύρουν από την αφάνεια για να δημιουργήσει ανανεωμένος το καινούριο του καλλιτεχνικό σύμπαν.
Είναι προφανές πως η ζωή και η τέχνη του μοιάζουν με αντίστροφη πορεία, τόσο ανώμαλη και τραγική, ώστε να τον αναγκάσει να επινοήσει έναν δικό του χρόνο, μια διάσταση που μπορούσε να ανήκει μόνο στον ίδιο. Η απόγνωση και το ένστικτο της επιβίωσης σε αντιπαράθεση. Ωστόσο, η επίγνωση της απόστασης που τον χώριζε από τον υπόλοιπο καλλιτεχνικό, κυρίως, κόσμο, όσο κι αν ήταν επώδυνη, φανερώνει την καλλιτεχνική υπεροχή του. Είναι λίαν αποκαλυπτική η λακωνική φράση που βγήκε από τα φρυγμένα του χείλη με ωμό σαρκασμό τον καιρό της επιστροφής του από την ακυβερνησία του λογικού: Ποιος μπορεί να με κρίνει εμένα, παιδί μου;



Κλεισμένος στα τείχη που είχε ορθώσει ολόγυρά του το κοινωνικό και, κυρίως, το καλλιτεχνικό κατεστημένο της εποχής του, δούλευε άοκνα συναρμολογώντας τα τσακισμένα και διαμελισμένα του φτερωτά όνειρα  για να μπορέσει κάποτε να πετάξει πάνω από τα τείχη όπου ζούσε στη σιωπή μακριά από τον πολύβουο κόσμο. Να βγει από τη λήθη και να ορθώσει το ωραίο του καλλιτεχνικό ανάστημα, να στήσει το ολοκαίνουργο καλλιτεχνικό σύμπαν, απαντώντας έτσι έμπρακτα σε όσους τον ήθελαν τρελό, χαμένο και ζωντανό νεκρό, αποδιοργανωμένο και κατεστραμμένο. Και τον είχε θέσει στο περιθώριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας ως εξοφλημένο ηθικά και πνευματικά.
Περίμενε καρτερικά να ξημερώσει ένα πρωί που θα τον βγάλει από το Λαβύρινθο, όχι μια μυθική Αριάδνη με το μίτο της, αλλά μια Αντιγόνη, η δική του Αντιγόνη που τον περιέβαλε με αδιαπραγμάτευτη κι αμέριστη αγάπη και τον φρόντισε με μητρική στοργή ως να ήταν το μεγάλο της μωρό. Η μούσα του η στερνή που τον ενέπνευσε στη δημιουργία της νέας του, επαναστατικής καλλιτεχνικής έκφρασης στη Γλυπτική.
Χρειάστηκε μια γλυκιά, τρυφερή και διορατική νέα γυναίκα να τον βγάλει από το χάος της μοναξιάς και της ερημιάς και να τον οδηγήσει στο φως. Μια πρόσχαρη και αισθαντική γυναίκα, στερνή, μυστική και πάναγνη ερωμένη που τον εμψύχωνε και τον ενδυνάμωνε ακόμα και με μια απλή κι αθώα θωπεία, ίαμα στη στερημένη του ζωή, την ορφανή από αγάπη κι από έρωτα, αυτόν τον αθεράπευτο αισθηματία, τον εραστή του Ωραίου, που έδωσε την πιο αγνή, αδρή και πρωτόγονη ενσάρκωση του Έρωτα / Πόθου, όντας εντός του ο ίδιος Σάτυρος και Έρωτας.
Με μασκοφορεμένα πρόσωπα του μύθου και της τραγωδίας πορεύτηκαν μαζί και χώρια, φίλοι κι αντίπαλοι, εχθροί, καταστροφικοί και δημιουργικοί, συνοδοιπόροι και πλάνητες, ναυαγοί και νεκραναστημένοι. Πόσα και πόσα πρόσωπα δεν υποδύθηκαν μαζί και χώρια στον ατελεύτητο εκείνο χρόνο της σιωπής στα σκοτεινά υπόγεια του μυαλού του και του κόσμου!
Έχει κάτι μαγικό, ξεχωριστό η περίπτωσή του με τα σκαμπανεβάσματα της ζωής που χάλκεψε γι’ αυτόν η μοίρα. Οι συμφορές, η ζήλια των ομότεχνων, το μίσος και η μιζέρια των σοφών δασκάλων του έβαλαν τα δυνατά τους να μαράνουν το ρόδο το αμάραντο στο πρώτο μοσχοβόλημά του. Το καταπάτησαν και το τσαλάκωσαν για να το αποτελειώσει η απονιά και να το αφανίσει η συμπεριφορά του άλλου κόσμου, των μη ενήμερων του ουρανού.
Βουλιαγμένος σ’ ένα ατέλειωτο όνειρο διάβαζα βιβλία ή χειρόγραφα, μελετούσα τα έργα του να τον ανακαλύψω μέσα τα δημιουργήματά του, δεν ξέρω. Είμαι σε σύγχυση. Ακόμα. Πάντως συναντηθήκαμε. Αυτό είναι παραπάνω κι από βέβαιο.
Υπάρχει, φαίνεται, κάποιος χώρος και χρόνος, που συναντιούνται οι ζωντανοί με τους αποθαμένους. Πάνω ή κάτω, στον ουρανό, πάνω ή κάτω από το χώμα, δεν το ξέρω. Εγώ τον είδα με τα μάτια μου, άκουσα τη φωνή του, μόνο που δεν τον άγγιξα. Ήταν ορατός, ανέγγιχτος. Όσες φορές δοκίμασα να πιάσω τη φτερούγα του μανδύα του, να βεβαιωθώ πως δεν ονειρεύομαι, δεν πρόφταινα. Εκείνος προπορευόταν στον ανήφορο της φωτεινής του εκείνης νύχτας που όριζε τα βήματά μας. Σαν μια πορεία Προς Εμμαούς έμοιαζε το οδοιπορικό μας.

(Απόσπασμα διαμορφωμένο για τη δημοσίευση )
* Ελένη Χωρεάνθη: «Σάτυρος έρως», μυθιστορηματική βιογραφία
Γιαννούλη Χαλεπά. Εκδόσεις Φιλιππότης, Αθήνα, 2010  


 Fractalart

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου