Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Οδυσσέας και Ναυσικά




Ομήρου «Οδύσσεια»: «Οδυσσέας και Ναυσικά» 

(ραψωδία ζ, στ. 20-40 και 149-250)

μετάφραση: Κώστας Χωρεάνθης
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Χωρεάνθη

Εισαγωγικό σημείωμα

Η θεά Αθηνά, έχοντας υπό την προστασία της τον πολυβασανισμένο Οδυσσέα που τον ξέβρασαν τα κύματα στο νησί των Φαιάκων γυμνό και καταπονημένο, παρακινεί σε όνειρο την κόρη του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιάκων, την πανέμορφη Ναυσικά, να πάει στα ρείθρα του ποταμού να πλύνει τα νυφιάτικα φορέματά της, φέρνοντάς την αντιμέτωπη με τον παράξενο ναυαγό. Εκείνος, γυμνός και φοβισμένος, θαμπωμένος από την ομορφιά της, την ικετεύει να τον βοηθήσει. Οι σκηνές που ακολουθούν είναι εξόχως θαυμαστές και φανερώνουν γιατί τα ομηρικά έπη, ιδιαίτερα η Οδύσσεια, είναι αθάνατα, έχουν τόσο πολύ αγαπηθεί και λειτουργούν παγκοσμίως διαχρονικά: Τόσο μακρινοί και τόσο κοντινοί μας ο Οδυσσέας και η Ναυσικά, οι ομηρικοί Έλληνες με τους σημερινούς.
Κι εκείνη σαν πνοή ανέμου πέρασε πάνω από της κόρης το κρεβάτι, 20
στάθηκε πάνω από το κεφάλι της και με τέτοια λόγια τής μιλούσε,
μοιάζοντας με την κόρη του ξακουστού καραβοκύρη Δύμαντα,
που ήταν συνομήλική της κι αγαπημένη φίλη της καρδιάς της.
Σ’ εκείνη μοιάζοντας της μίλησε η Αθηνά η γαλανομάτα:
«Ναυσικά, γιατί τόσο ανέμελη σε γέννησε η μητέρα; 25
Τα φορέματά σου κείτονται αφρόντιστα, τα λαμπρά,
και σ’ εσένα ο γάμος είναι κοντά, και πρέπει ωραία και η ίδια
να φορέσεις και σ’ εκείνους να δώσεις που θα σε οδηγήσουν.
Γιατί με αυτά όνομα μες στους ανθρώπους αποκτάς
και χαίρονται κι ο πατέρας και η σεβαστή σου η μητέρα. 30
Αλλά ας πάμε να τα πλύνουμε μόλις η αυγή προβάλει·
κι εγώ βοηθός μαζί σου έρχομαι όσο το γρηγορότερο
να ετοιμαστείς, αφού παρθένα ακόμα για πολύ δεν θα είσαι·
γιατί κιόλας σε γάμο σε γυρεύουνε οι πρώτοι μες στη χώρα
όλων των Φαιάκων, από όπου κρατάει κι η γενιά η δική σου. 35
Αλλά, άντε, ξεσήκωσε τον ξακουστό πατέρα σου πολύ πρωί
μουλάρια κι άμαξα να ετοιμάσει που θα κουβαλήσει
τις ζώνες και τα πέπλα και τα πολύτιμα φορέματα.
Έτσι και για την ίδια εσένα πολύ καλύτερα θα είναι παρά με τα πόδια
να έρχεσαι· αφού τα πλυσταριά είναι πολύ μακριά από την πόλη». 40
[…]
«Στα γόνατά σου πέφτω, βασίλισσα· όποιος θεός κι αν είσαι ή θνητός.[1]
Μα, αν είσαι κάποιος από τους θεούς που κυβερνούνε τον πλατύ ουρανό, 150
με την Άρτεμη εσένα εγώ, του Δία την κόρη του μεγάλου,
στη μορφή, στο μπόι και στην κορμοστασιά πολύ σε παρομοιάζω·
κι αν είσαι κάποιος από τους θνητούς που στη χώρα απάνω κατοικούνε,
τρισευτυχισμένοι για σένα ο πατέρας κι η σεβαστή σου η μητέρα,
τρισευτυχισμένα και τ’ αδέρφια· πολύ μέσα τους η ψυχή 155
πάντοτε θα ευφραίνεται και θ’ αναγαλλιάζει εξαιτίας σου,
όταν βλέπουν τέτοιο βλαστάρι μέσα στο χορό να μπαίνει.
Όμως εκείνος που είναι περισσότερο ευτυχισμένος απ’ τους άλλους,
είναι αυτός που με προικιά στο σπίτι του θα σε οδηγήσει.
Γιατί τέτοιον εγώ ουδέποτε ίσαμε τώρα είδα με τα μάτια μου, 160
ούτε άντρα ούτε γυναίκα· δέος με κατέχει όπως σε κοιτάζω.
Στη Δήλο τέτοιο κάποτε, σιμά στον βωμό του Απόλλωνα
τρυφερό κλωνάρι φοινικιάς να υψώνεται φαντάστηκα·
γιατί πήγα κι εκεί και πολύς λαός με ακολουθούσε
σε ταξίδι τέτοιο που επρόκειτο κακά και συμφορές να μου συμβούν. 165
Έτσι κι εκείνο βλέποντας θαύμαζε η ψυχή μου
ώρα πολλή, γιατί ως τότε ουδέποτε υψώθηκε απ’ τη γη βλαστάρι,
έτσι κι εσένα, γυναίκα, σε θαυμάζω και θαμπώνομαι και φοβάμαι φοβερά
τα γόνατά σου να αγγίξω· και κακό πένθος με κυκλώνει.
Χτες, ύστερα από είκοσι μέρες ξέφυγα από τον μαύρο τον πόντο· 170
και ίσαμε τότε με παράσερνε συνέχεια το κύμα κι οι δυνατές οι θύελλες
από το νησί της Ωγυγίας· και τώρα εδώ με πέταξε κάποιος θεός,
κάποιο κακό κι εδώ να πάθω· γιατί δεν φαντάζομαι
να σταματήσουν, αλλά πολλά ακόμα οι θεοί θα μου κάνουν αργότερα.
Όμως, βασίλισσα, σπλαχνίσου με· γιατί σ’ εσένα κακά πολλά υποφέροντας 175
έφτασα πρώτη, κι από τους άλλους κανένα δεν γνωρίζω
τους ανθρώπους που αυτή την πόλη και τη χώρα εξουσιάζουν.
Την πόλη δείξε μου, δώσε μου κι ένα κουρέλι να τυλίξω το σώμα μου,
αν είχες κανένα περιτύλιγμα ρούχων όταν ήρθες εδώ.
Και σ’ εσένα τόσα οι θεοί να σου δώσουν όσα η ψυχή σου ποθεί, 180
άντρα και σπίτι κι ομόνοια να σου χαρίσουν
ζηλευτή· γιατί από αυτό δεν είναι τίποτα καλύτερο κι ανώτερο
παρά με ομοφροσύνη το σπιτικό τους κυβερνούν
ο άντρας και η γυναίκα· πίκρες πολλές για τους εχθρούς,
ευχάριστα, όμως, για τους φίλους· αλλά οι ίδιοι πιο πολύ το νιώθουν». 185
Και σ’ εκείνον τότε η Ναυσικά η λευκώλενη απάντησε:
«Ξένε, επειδή ούτε με κακόν ούτε με άμυαλο άντρα μοιάζεις,
ο Δίας ο ίδιος μοιράζει την ευτυχία, ο Ολύμπιος, στους ανθρώπους,
στους καλούς και στους κακούς, όπως θέλει στον καθένα·
και σ’ εσένα αυτά εδώ σου έδωσε, κι εσύ έπρεπε να τα υπομείνεις. 190
Μα τώρα, αφού στη δική μας πόλη και τη χώρα φτάνεις,
ούτε το ρούχο θα σου λείψει ούτε και κάτι άλλο
από όσα αρμόζει σε ταλαίπωρο ικέτη που αντικρίζεις.
Και την πόλη θα σου φανερώσω και θα σου πω το όνομα των λαών.
Οι Φαίακες την πόλη ετούτη και τη χώρα εξουσιάζουν, 195
κι εγώ είμαι θυγατέρα του μεγαλόψυχου Αλκίνοου,
και στα χέρια του βρίσκεται η δύναμη και η εξουσία των Φαιάκων».
Είπε και τις ομορφομαλλούσες ακόλουθές της πρόσταξε:
«Μείνετε κοντά μου, ακόλουθές μου, πώς φεύγετε τον άντρα βλέποντας;
Μπας και νομίζετε πως είναι κάποιος από τους εχθρούς; 200
Δεν υπάρχει αυτός ο φοβερός θνητός ούτε θα γεννηθεί,
που σε ανδρών Φαιάκων τη χώρα θα έφτανε
καταστροφή φέρνοντας· γιατί είμαστε πολύ αγαπητοί στους αθανάτους.
Και κατοικούμε μακριά μέσα στον πολυκύμαντο πόντο,
τελευταίοι, κι ούτε σμίγει μ’ εμάς από τους θνητούς κανένας άλλος. 205
Αλλά, ετούτος ο δυστυχισμένος, περιπλανώμενος εδώ φτάνει,
αυτόν τώρα πρέπει να φροντίσουμε· γιατί από τον Δία είναι όλοι
και οι ξένοι και οι φτωχοί, και το λίγο δόσιμο είναι κι ευπρόσδεκτο.
Αλλά δώστε, ακόλουθές μου, στον ξένο να φάει και κρασί να πιει,
και λούστε τον στον ποταμό, εκεί που δεν το πιάνει ο άνεμος». 210
Έτσι τους μίλησε, κι εκείνες στάθηκαν και παρακίνησαν η μια την άλλη,
και τον Οδυσσέα τότε φέρανε στο απάνεμο όπως τις πρόσταξε
η Ναυσικά, η θυγατέρα του μεγαλόκαρδου Αλκίνοου.
Και σιμά του ρούχο και χιτώνα και φορέματα του άφησαν,
και του έδωκαν μέσα σε χρυσή λήκυθο ρευστό λάδι, 215
και τον παρακινούσαν να λουστεί μέσα στου ποταμού το ρέμα.
Και τότε πια μίλησε στις ακόλουθες ο θεϊκός ο Οδυσσέας:
«Ακόλουθες, μείνετε κάπου μακριά, ώστε εγώ ο ίδιος μόνος μου
την άρμη να ξεπλύνω από πάνω μου, και παντού με λάδι
θα πασαλειφτώ· γιατί πράγματι πολύν καιρό λείπει από το σώμα η αλοιφή. 220
Μπροστά σε σας, όμως, εγώ δεν θα λουστώ· ντρέπομαι, φυσικά,
να γυμνωθώ σε κόρες ομορφομαλλούσες μπαίνοντας ανάμεσα».
Έτσι τους είπε, κι αυτές απομακρύνθηκαν, και το είπαν τότε στην κόρη.
Ύστερα στον ποταμό ξέπλυνε το σώμα του ο θεϊκός Οδυσσέας
από την αρμύρα, που κάλυπτε την πλάτη και τους φαρδιούς του ώμους· 225
κι απ’ το κεφάλι του καθάριζε τον αφρό του αδάμαστου πελάγου.
Και μετά, αφού έπλυνε όλο του το σώμα και το άλειψε με λάδι,
κι όταν ντύθηκε με τα φορέματα που πήρε από την απάντρευτη παρθένα,
τον μεταμόρφωσε η Αθηνά, η γεννημένη από τον Δία
ώστε να φαίνεται ψηλότερος και τροφαντός και στο κεφάλι του 230
σγουρά μαλλιά του έβαλε με υακίνθινο άνθος όμοια.
Κι όπως όταν κάποιος χρυσάφι περιχύνει σε ασήμι άνδρας
ειδικός που ο Ήφαιστος του δίδαξε και η Αθηνά η Παλλάδα
κάθε τέχνη και χαριτωμένα έργα τελειώνει,
έτσι και σ’ εκείνου περιέχυσε χάρη το κεφάλι και τους ώμους. 235
Και καθόταν· μετά μακριά πηγαίνοντας στην ακροθαλασσιά,
λαμποκοπώντας από ομορφιά και χάρη· και τον θαύμαζε η κόρη.
Και τότε στις ομορφοπλόκαμες ακόλουθες γύρισε και τους είπε:
«Ακούστε με, ακόλουθες λευκώλενες, σε ό,τι σας πω:
Όχι χωρίς τη θέληση όλων των θεών που κυβερνούν τον Όλυμπο, 240
με τους Φαίακες αυτός ο άντρας ανταμώνει τους ισόθεους·
γιατί πρωτύτερα, σίγουρα, άσχημος μου φάνηκε πως ήταν,
και τώρα με τους θεούς μοιάζει που κυβερνούνε τον πλατύ ουρανό.
Μακάρι για μένα ένας άντρας τέτοιος να είναι καλεσμένος
κι εδώ να κατοικήσει, αν έστεργε στον τόπο μας να μείνει. 245
Αλλά, δώστε, ακόλουθες, στον ξένο να φάει και να πιει κρασί».
Έτσι τους είπε κι εκείνες πρόθυμα την άκουσαν και πείστηκαν,
και κοντά στον Οδυσσέα έβαλαν πιοτό και φαγητό.
Κι έπινε κι έτρωγε ο πολυβασανισμένος θείος Οδυσσέας
αρπαχτά· γιατί είχε πολύν καιρό να δοκιμάσει φαγητό. 250

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Έτσι είναι στο αρχαίο κείμενο:
«Γουνούμαι σε, άνασσα· θεός νυ τις ή βροτός έσσι;
Ει μεν τις θεός έσσι, τοι ουρανόν ευρύν έχουσιν…»
Άλλα κείμενα:



Δημοσιεύτηκε Diastixo, σήμερα, 03 Φεβρουαρίου 2019

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου