Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

Το άγγιγμα

Διήγημα Fractal: «Το άγγιγμα»
Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //

Στον Σταμάτη Κάμπουρα,
αντίδωρο



….Δεν είχε ακόμα καλά ξημερώσει, όταν βγήκα στο κοινό μπαλκόνι. Βρήκα την ξαδέρφη μου τη Μαντώ μισοκοιμισμένη σε μια πάνινη πολυθρόνα με το κεφάλι γερμένο πίσω.
«Πώς κοιμάσαι έτσι, θα στραβολαιμιάσεις», της ψιθύρισα ακουμπώντας την ελαφρά στον ώμο.
«Εσύ γιατί δεν κοιμάσαι;» μουρμούρισε.
«Για τον ίδιο λόγο με σένα», της είπα σιγά. Τράβηξα μια πολυθρόνα και κάθισα πλάι της. «Η θέα από το μπαλκόνι είναι υπέροχη», πρόσθεσα.
«Αυτό σκέφτομαι κι εγώ», μου είπε
«Κατάλαβα. Ό, τι πεις! Η επιστήμη έχει τον πρώτο λόγο», αστειεύτηκα.
«Καλά, τώρα πήγαινε στο κρεβάτι σου και συνέχισε τα όνειρα που έκανες για τις διακοπές σου στην Πάρο», μου είπε μάλλον σοβαρά.
«Έγινε. Εσύ ξέρεις καλύτερα», της απάντησα.
Αλλά δεν έφυγα. Ήταν τόσο ωραίο το πρωινό θέαμα! Ακόμα και γι’ αυτό το θαύμα άξιζε τον κόπο που πήγα στην Πάρο και, κυρίως, στις Λεύκες. Με επηρέασε πολύ το «εξαίσιο άγγιγμα της φυσικής πραγματικότητας», κατά τη ρήση της Μαντώς.
Αυτή τη ρομαντική άποψη της λαογράφου, της αγαπημένης μου ξαδέρφης, την έβρισκα τόσο αληθινή. Η άμεση επαφή με το καθαρό φυσικό περιβάλλον του νησιού με συνέφερε, ξαναβρήκα την καλή μου διάθεση, τη χαμένη μου ορατότητα, γιατί το άχαρο προηγούμενο βράδυ με είχε απορυθμίσει.
«Εδώ είσαι ακόμα;» ρώτησε η Μαντώ χωρίς να ανοίξει τα έξυπνα μάτια της και δίχως να γυρίσει να με κοιτάξει.
«Αυτό δεν το χάνω με τίποτα», ψέλλισα δήθεν αδιάφορα.
«Το ποιο;»
«Το…εξαίσιο άγγιγμα της φυσικής πραγματικότητας».
«Δεκτό. Με αυτό που είπες μου άλλαξες τη διάθεση», είπε μόνο και συνέχισε να λαγοκοιμάται στην ίδια πάντα θέση.
Σηκώθηκα διακριτικά, έβαλα την πάνινη πολυθρόνα στη θέση της και μπήκα στο δωμάτιό μου. Η ώρα ήταν ακόμα έξι παρά είκοσι ξημερώματα. Ως τις οκτώ που θα παίρναμε το πρωινό έξω στην καφετέρια, προσφορά της Μαντώς, είχα πάνω από δυο ώρες στη διάθεσή μου. Μπορούσα να κάνω ένα σωρό πράγματα. Επέλεξε να έρθω σε άμεση επαφή με τη φυσική πραγματικότητα. Η σχέση με τη λαογράφο μας από το προηγούμενο καλοκαίρι που είχα πάει στην Κω, στη γενέτειρα της μητέρας μου και η συχνή επικοινωνία μαζί της τελευταία, η Μαντώ με είχε επηρεάσει πολύ.
Βγήκα στο δρόμο κι ακολούθησα την ανηφόρα για να περπατήσω μέσα στο πευκοδάσος που καλύπτει μια αρκετά μεγάλη έκταση πάνω από το χωριό, να απολαύσω «το εξαίσιο άγγιγμα της φυσικής πραγματικότητας».
Δύο ολόκληρες ώρες γύριζα ολομόναχος μέσα στο δάσος και στο χωριό από τη μια ως την άλλη άκρη, χωρίς να σκέφτομαι τίποτα. Μόνο έβλεπα και άγγιζα. Εκείνο το πρωί  έζησα μόνος μέσα στη φύση. Άγγιξα με όλες μου τις αισθήσεις τη φυσική πραγματικότητα. Ακουμπούσα, χάιδευα, μύριζα, άκουγα την ανάσα των πραγμάτων, αισθανόμουν τα πάντα.
Είδα ολοζώντανες ομηρικές εικόνες. Είδα με τα μάτια μου τη ροδοδάκτυλη αυγή να αναδύεται από την καταχνιά του πόντου, όπως ακριβώς περιγράφει τη σκηνή ο τυφλός ποιητής. Εγώ την είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Καθώς το αυγινό φως παραμέριζε με τις ρόδινες παλάμες του τα άραχλα σύννεφα, έβλεπα την αυγή πανέμορφη κορασιά, να βγαίνει χαμογελαστή, πανέμορφη, ονειρική ναϊάδα  στην κορυφογραμμή,  ντυμένη στα λευκορόδινα και γοργά να κατεβαίνει  απ’ το βουνό, να απλώνεται παντού στην τεράστια έκταση του σύμπαντος, να γίνεται ένα με τη φύση που ξυπνούσε φορώντας τα δικά της χρώματα κι ανανεωνόταν ακολουθώντας τον ρυθμό των πραγμάτων και τον σιγανό βηματισμό του φωτός πάνω στον κόσμο της αυγινής σιωπής.
Εκείνη την ώρα ένιωσα λιγάκι ποιητής. Έτρεξα στο δωμάτιό μου, άνοιξα τον φορητό υπολογιστή κι έκατσα και έγραψα τσάτρα πάτρα μερικούς στίχους:

Εδώ μπορείς ν’ αναπαυτείς,
ν’ αφουγκραστείς τους αναστεναγμούς της γης,
των θάμνων τη νυχτερινή πνοή
συνταιριασμένη με των τρελών ανέμων τους ρυθμούς,
τη μελωδία των διαβατικών πουλιών,
το θρόισμα των δακρυσμένων φύλλων.

Ν’ ακούσεις τις φωνές των νοσταλγών αμαδρυάδων,
να μυηθείς στων άστρων περιηγητών την ευλαμπία,
να δεις το φως που αναδίνουνε τα χώματα
στην πρώτη επαφή τους με τη μέρα.

Εωθινός να μυηθείς στων γλάρων μπιστικών την ικεσία,
να συναντήσεις το αιγαίο άναρχο φως στη γένεσή του,
καθώς προβάλλει θαλερό από την καταχνιά του πόντου.
Να δεις τον ήλιο καθώς θα ανατέλλει αυγινός
να σπάει των νερών την ίσαλη γραμμή εκεί
που σμίγει θάλασσα και ουρανός
εκεί που η ζωή κι ο θάνατος φιλιώνουν.

      Αποφορτίστηκα.  Έκλεισα γρήγορα τον υπολογιστή να κρύψω σαν τον άρπαγα τον κλέφτη, στιγμές από το φως, από την ομορφιά που άξαφνα ένιωσα πως έκλεψα από τη φύση κι από των ποιητών τη δόξα. Κοίταξα το ρολόι μου. Είχα ακόμα δέκα ολόκληρα υπέροχα λεπτά που μπορούσα να τα εκμεταλλευτώ, να φρεσκαριστώ και να κατεβώ σαν κύριος στην τραπεζαρία όπου, ήμουν σίγουρος, θα με περίμεναν  με αγωνία. Τους βρήκα όντως σιωπηλούς, εκτός από τη Μαντώ που σιγοτραγουδούσε:

Ένας φίλος ήρθε απόψε απ’ τα παλιά…
φορτωμένος με χιλιάδες αναμνήσεις.
Είχε γκρίζα τα σγουρά του τα μαλλιά
και μου είπε πως απόψε θα γυρίσεις…»

το τραγούδι της θείας Κούλας, της υστερότοκη αδερφής της μητέρας μου, το στερνοπαίδι της γιαγιάς Αδαμαντίας, που έμεινε ανύπανδρη για χάρη του Νικόλα, του αρραβωνιαστικού της.
Την παράτησε ο «ανεπρόκοπος» για μια ξένη. Ξέμπαρκος στο Μεξικό, γνώρισε μια μιγάδα, τον πάντρεψαν νύχτα μεθυσμένο, λησμόνησε την αρραβωνιαστικιά, έριξε μαύρη πέτρα πίσω του, παράτησε και τη θάλασσα κι έμεινε για πάντα  ξέμπαρκος στο Μεξικό με τη μιγάδα.
Την ακούει η γιαγιά Αδαμαντία και μαραζώνει από τη στενοχώρια της.
«Τραγουδάει κρυφά και φανερά το κοριτσάκι μου. Ζει με τις θύμησες και με τις  όμορφες αναμνήσεις. Και περιμένει μια είδηση, ένα κατιτίς να έρθει από εκείνον», λέει  Κι αναστενάζει.
Ρίχνει και κάνα δυο μούντζες  κατά κει που λογαριάζει πως πέφτει το Μεξικό.

Πήγαμε σε μια καφετέρια και καθίσαμε στην εξέδρα που έβλεπε προς τη θάλασσα. Το θέαμα ήταν υπέροχο. Από εκεί, με το δυναμωμένο φως του ήλιου, που είχε απομακρυνθεί αρκετά από την «καταχνιά του πόντου», να δίνει άλλη διάσταση και  όψη στα πράγματα, έβλεπα τον κόσμο διαφορετικό, ντυμένο άλλα χρώματα…

(Απόσπασμα ανέκδοτο)

Λεύκες Πάρου, «Σπίτι Λογοτεχνίας»
10 Αυγούστου 2013



 Δημοσιεύτηκε σήμερα, 1 Αυγούστου 2ο18 στο fractalart








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου