Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Ας κάμουνς!

«Ας κάμουνε!» (Απόπειρα για μια μυθιστορία)




Ας κάμουνε!
(Απόπειρα για μια μυθιστορία)

Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν βρέθηκα επιτέλους μόνος ήταν να ξετρυπώσω το «τεκμήριο», το ακριβές αντίγραφο του κρυφού χειρόγραφου ημερολογίου. Περί «κρυφού χειρόγραφου ημερολογίου» επρόκειτο.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες διαπίστωσα πως οι σχέσεις του «συγκολλημένου» ζευγαριού δεν ήταν πάντα τόσο αρμονικές όσο φαίνονταν στον έξω κόσμο. Σύμφωνα με τα γραφόμενα, για ένα διάστημα, πριν και μετά τη γέννηση του γιου τους, ο κύριος επιχειρηματίας μπαμπάς και η κυρία τεχνοκράτης μαμά, μεριμνούσαν περί πολλά και δεν φρόντιζαν τα του οίκου τους, τουλάχιστον όσο έπρεπε. Ο πατέρας συχνά έλειπε από το σπίτι και τις ώρες που θα μπορούσε να είναι περισσότερο κοντά στην οικογένειά του. Εκείνη, ωστόσο, όπως φαίνεται, ήταν πάντα εκεί, σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι, υπεράνω πάσης υποψίας. Και πληροφορούμαι, ξαφνικά και μάλιστα από την ίδια, πως είχαν και οι δύο μυστική ζωή – μάλλον και κρυφή εξωσυζυγική σχέση. Αυτό για μένα ήταν η μεγάλη ανακάλυψη μιας κρυμμένης αλήθειας που έφερε η αποκάλυψη της άλλης πραγματικότητας με τις ραγδαίες εξελίξεις που, προφανώς, ανέτρεπαν τα ίσαμε τότε οικογενειακά δεδομένα της υποδειγματικής οικογένειας.
Κατέληξα σ’ ένα εύλογο, κατά την τότε εκτίμησή μου, συμπέρασμα χωρίς να μου περάσει από το μυαλό η σκέψη μήπως όλα αυτά που διάβαζα δεν ήταν παρά μια πλασματική ιστορία που λάβαινε υπόσταση στο μυαλό της μητέρας μου. Ή, το πιθανότερο, η μητέρα να έκανε μυθιστορηματική τη ζωή κάποιων δικών της με τη φιλοδοξία να γίνει συγγραφέας. Η εφηβική μου φαντασία οργίαζε, δημιουργούσα στο μυαλό μου κάτι σενάρια που θα ζήλευαν οι συγγραφείς τέτοιων μυθιστορημάτων με οικογενειακά σκάνδαλα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.
Αποφάσισα, λοιπόν, εν ψυχρώ, να εξιχνιάσω το μυστήριο ή να το δημιουργήσω με τη φαντασία μου, αν δεν υπήρχε. Όσο γι’ αυτό… Εδώ οι πολιτικοί δημιουργούν φανταστικά προβλήματα και σκάνδαλα προς διαλεύκανση και προκαλούν σύγχυση στον κόσμο για να κάνουν ανενόχλητοι αυτό που θέλουν. Και δεν θα μπορούσα εγώ να δημιουργήσω μια φανταστική εξωσυζυγική σχέση της μάνας μου με περιπέτειες ερωτικές, με απιστίες και εξώγαμα; Αυτό δα έλειπε! Κι άρχισα να κάνω διάφορα σενάρια. Ο χώρος της φαντασίας είναι απεριόριστος και προσφέρεται γενναιόδωρα στον καθένα για να τον διαχειριστεί όπως θέλει. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα είχα κιόλας γίνει συγγραφέας μιας «πιασάρικης» μυθοπλασίας με την υπογραφή μου φαρδιά πλατιά από κάτω! Και φανταζόμουν τον θόρυβο που θα δημιουργούσαν τα σκανδαλοθηρικά έντυπα με το να με διαφημίζουν ως μεγάλο ταλέντο στον χώρο της πεζογραφίας.
Είχα κιόλας γίνει διάσημος. Έδινα συνεντεύξεις σε ελληνικά και ξένα περιοδικά κι εφημερίδες, υπέγραφα βιβλία μου, με καλούσαν σε παρουσιάσεις των βιβλίων μου, όλος ο κόσμος ασχολούνταν με την περίπτωση του καινοφανούς αστέρος στον χώρο των γραμμάτων. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου είχα πάρει και βραβείο νόμπελ λογοτεχνίας!
Έτσι άρχισε η μεγάλη περιπέτεια της ζωής του περί ου ο λόγος ζευγαριού. Ας υποθέσουμε χάριν της μυθοπλασίας πως το ζευγάρι ήταν γονείς μου και το υπό αμφισβήτηση τέκνο ήμουν εγώ. Επομένως, υποθετικά πάντα, ήμουν ο τρίτος, μάλλον ο τέταρτος, μπορεί και ο πέμπτος εμπλεκόμενος στην οικογενειακή περιπέτεια και, προφανώς, η πέτρα του σκανδάλου που ήταν έτοιμο να εκραγεί, αλλά δεν εξερράγη, και δεν ξέσπασε ποτέ ένα πιπεράτο σκάνδαλο που θα έδινε θαυμάσιο υλικό για κουτσομπολιά στα κοσμικά σαλόνια και ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα στις τηλεοπτικές εκπομπές, στα περιοδικά και στις εφημερίδες του είδους. Απλούστατα γιατί αυτό υπήρξε μόνο στη δική μου αρρωστημένη, ίσως, φαντασία που ήθελε τη μητέρα μου, σώνει και καλά, να έχει κερατώσει τον πατέρα μου και να του χάρισε ένα γιο, εμένα!.
«Κοίτα τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος… Κοίτα τι φοβερά πράγματα γίνονται μπροστά στη μύτη σου και δεν παίρνεις είδηση! Ε, ρε πατέρα ερωτιάρη, αισθηματία, μεγάλε εραστή δεν μπορώ να φανταστώ ξενοκοίτη εσένα, έναν τόσο θεοσεβούμενο, σοβαρό κύριο», είπα.
Κι άκουσα τη φωνή μου να γυροφέρνει επαναλαμβανόμενη χτυπώντας από τοίχο σε τοίχο μέσα στη θανατερή ακινησία ίσαμε που συνειδητοποίησα πως κι αυτό ήταν αποκύημα της φαντασίας μου. Και συνέχισα να κάνω διάφορους συσχετισμούς όσον αφορούσε τα πραγματικά πρόσωπα του εν γενέσει μυθιστορήματος μου και της απτής πραγματικότητας.
Ωστόσο, φανερά τουλάχιστον, δεν διέρρευσε ποτέ κάτι σχετικό. Στην περίπτωση που θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας καμιά στραβοτιμονιά, η δική μου εμπλοκή θα έκανε μια συνηθισμένη ερωτική περιπέτεια ‘ιψενικό τρίγωνο’, σκάνδαλο ολκής και παρά λίγο οικογενειακή τραγωδία. Όσον αφορά εμένα, τότε που η θύελλα θα είχε κοπάσει και όπως φαίνεται η οικογένεια ξαναβρήκε τους κανονικούς της ρυθμούς, η ερωτική ζωή και οι εξωσυζυγικές σχέσεις του υποδειγματικού ζευγαριού, αν υπήρξαν ποτέ στην πραγματικότητα ή επρόκειτο για αποκύημα της φαντασίας της μητέρας μου, υποθετικά πάντα, καρφί δεν θα μου καιγόταν ακόμα κι αν επρόκειτο να είμαι ο κεντρικός ήρωας της μυθιστορίας. Ίσα, ίσα μπορεί να ψήλωνα μερικούς πόντους και να ξεπερνούσα το ένα και ογδόντα οκτώ εκατοστά που είχα ήδη καβατζάρει αξιοπρεπώς.
Εκείνη τη στιγμή νόμισα πως βρίσκομαι μπροστά σε μια σπουδαία ανακάλυψη κι έβγαλα αμέσως το συμπέρασμα πως το υλικό αποτελούσε μιαν άκρως ενδιαφέρουσα και εξαιρετικά ελκυστική, μυθιστορηματικά, υπόθεση. Αν μπορούσε η μητέρα να εκμεταλλευτεί καταλλήλως το υλικό και να γράψει βιβλίο, θα έκανε θραύση. Σχεδόν όλοι κάνουν βιβλίο και βγάζουν στη φόρα την προσωπική τους ζωή. Έτσι νόμισα την πρώτη στιγμή. Ήρθε όμως αυτομάτως μια δεύτερη σκέψη να ανατρέψει τα πάντα.
«Είναι τόσο απλό να γραφτεί μυθιστόρημα; Αρκούν μερικές σελίδες ημερολογίου να υποστηρίξουν μια ιστορία που αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις ενός ζευγαριού;» αναρωτήθηκα. «Για ένα τόσο ριψοκίνδυνο εγχείρημα, υποθέτω, ακόμα και δόκιμος και πεπειραμένος συγγραφέας χρειάζεται χρόνο και περαιτέρω εξονυχιστική έρευνα. Είναι αναγκαίο να ερευνήσει και τον κρυψώνα των προσωπικών δεδομένων των όποιων ηρώων για να έχει σφαιρική, όσο γίνεται, κάλυψη του θέματος που θα διαπραγματευτεί και να μπορέσει να δώσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες και σωστές διαστάσεις στο έργο του», είπα σαν… έμπειρος κριτικός.
Έμεινα για λίγο σκεπτικός’ Κι άξαφνα πήρα τη γενναία απόφαση να σταματήσω να κάνω υποθέσεις για τις ζωές των άλλων
«Ας κάμουνε!», μουρμούρισα, μιμούμενος μια φράση της γιαγιάς μου, που ήταν ο αναγκαίος επίλογος όταν η συζήτηση για κάποιο θέμα έφτανε στο απροχώρητο. «Ας κάμουνε», είπα τέλος.
Και βάλθηκα να τακτοποιώ όχι μόνο τα πράγματα που είχα κουβαλήσει από την Αθήνα για να εξοπλίσω το διαμέρισμα που είχαν αγοράσει προσφάτως αποκλειστικά για μένα οι γονείς μου, αλλά και για να βάλω σε μια σειρά αυτά που έπρεπε να κάνω σχετικά με τις μεταπτυχιακές μου σπουδές. Το πρωθυπουργικό γραφείο, στρωμένο με πανάκριβα χαλιά, εξοπλισμένο πλήρως και φορτισμένο με δάφνες και φιλοδοξίες, με περίμεναν.

(Απόσπασμα)
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου