Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018

Μαντώ Μαυρογένους

«Μαντώ Μαυρογένους» *
 Η αρραβωνιαστικιά του πρίγκιπα 
(Ποιητική σύνθεση)
Της Ελένης Χωρεάνθη //

«Ταις των δακρύων σου ροαίς
το άγονον της ερήμου εγεώργησας..»
(Καλλιοπίου μάρτυρος)



Ιδού εγώ
Μαντώ η Μαυρογένους ή Μαγδαληνή
ορθή στην κουπαστή
ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς μου
με την Ιστορία

Πως με αδίκησαν οι πρωταγωνιστές
και οι  Έλληνες του αγώνα οι ιστορικοί
πολύ καλά το ξέρω
κι ο έξω κόσμος όλος το γνωρίζει
– τι μ’ αυτό –

Δεν ήρθα για να δοξαστώ
ήρθα να πολεμήσω για τη λευτεριά
και για το σκλάβο Γένος των Ελλήνων
Μου έλαχε να ερωτευτώ έναν πρίγκιπα
-ποιον έβλαψα και ταπεινώθηκα-
Γι όλα όσα  έγιναν μετά
η ψυχή μου κλαίει
δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα
ωσάν να μην υπήρξαν

Γυρίζω ψηλαφώντας στο σκοτάδι τον καιρό
να βρω ένα σημάδι της αφής μου
στης μορφής του το κενό
να πιάσω μια γραμμή στο μέτωπό του
του σώματός του την ορμή  να νιώσω
πως κυλάει στις φλέβες μου
πως ρέει με το αίμα του
μες στης ψυχής μου το κενό
να βρω μια άκρη του καημού
στον σπαραγμό
στον καταποντισμό
σε μια ικμάδα της αφής του
Να ξεδιπλώσω την ανάμνηση
με μια ρωγμή στο ριζικό μας
μια χαρακιά
στη νυχτωμένη σκέψη του
να ιδώ μες στον καθρέφτη του μυαλού του
τι έφταιξε και με τελείωσε
για να κεντήσω με άστρα ένα σταυρό
στης απουσίας του το μάρμαρο
μ’ ένα ροδόσταμο ενταφιασμού
σπονδή στον αρραβώνα μας που πήγε στράφι
και στο μεγάλο πάθος μας
που ήταν φρούδο

Δώσαμε την ψυχή μας στον αγώνα
-φτερά στον άνεμο-
αισθήματα ξοδεύτηκαν σαν χρήματα
για έναν έρωτα ανίκανο
– περιουσίες
κόποι αιώνων έγιναν πλοία–
το αίμα της καρδιάς μου
η φλόγα που μας ένωνε
τα όνειρά μας
όλα τα δώσαμε και λασπωθήκαμε
για το πολύ που δώσαμε φτωχύναμε
κι απατηθήκαμε
νυχτώθηκαν τα πάθη μας με τα καράβια
σε αξημέρωτα λιμάνια ρημαγμένα
στην άβυσσο των συμφερόντων βουλιαγμένα

Ήταν βαρύ το τίμημα
Τόσοι αγώνες
το μεγάλο πένθος με βαραίνει
κι ο έρωτάς μου μπαίγνιο
σε χίλια
λερωμένα χείλια

Κάθε φορά που συλλογιόμουν
το γαλάζιο φως στα μάτια του
την τρελαμένη του άκουγα φωνή
στα σωθικά μου ερωτευμένη
τρίλιες αηδονιών στα Κλεισορέματα
έπλεκαν ύμνο δροσερό
για το κορμί μου

Αιώνια η Ελλάδα ματωμένη
μια πληγή στα σωθικά μου μένει
απ’ άκρη σ’ άκρη ανοιχτή
και με πονεί
κι άδεια η καρδιά μου
κενοτάφιο η ψυχή
κι ο έρωτας
δυο τρεις οργιές βαθιά στο χώμα
να σαπίζει μες στη μνήμη τόσα χρόνια

Τώρα που με πιέζει ασφυκτικά
του χώματος βαριά η σιωπή
χαϊδεύει της καρδιάς την ακοή
η θυμωμένη ανάμνησή του
λύνονται  του θυμού μου οι αρμοί
στη γούβα της κατάκρισης βουλιάζω
μουλιάζω στην απόγνωση
απ’ τη νοτιά της αφροσύνης των ενόχων
και των κενόδοξων
της εξουσίας εντολοδόχων
ξενοδόχων

Νιώθω το κρύο της γης που με τυλίγει
πονούν τα σπλάχνα μου
η πεθαμένη μου ζωή ξαναγυρνάει
τρέμουν τα μνήματα
ίσαμε το μυαλό και το μεδούλι των οστών
ίσαμε το μεγάλο πένθος που φορώ κατάσαρκα

Στην Πάρο την αμμουδερή λένε αναπαύομαι
-δεν ξέρω πού
σε ποια γωνιά μονάχη πεθαμένη-
είμαι θαμμένη
από όλους τους θεούς λησμονημένη
για ν’ αρμενίζω τον καιρό
κατά πώς έρχεται με τη βροχή
να με ξεπλένει από τους ρύπους
να με βυθίζει πιο βαθιά στη σιωπή
το χώμα που τυλίγει το κορμί μου
και να ανατέλλω «ροδοδάκτυλη αυγή
από την καταχνιά του πόντου»
να στέκω αποκαθαρμένη ορθή
στης Ιστορίας το διάσελο
πάνω από την Ελλάδα
πάνω από τον κόσμο

(Ποίημα ανέκδοτο)

Δημοσιεύτηκε στο  fractalart  την 20η Ιουνίου 2018

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου