Διήγημα: «Ανεπίδοτη επιστολή»
Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //
Είχαν περάσει προ πολλού τα μεσάνυχτα, όμως δεν είχε ησυχία, ούτε ύπνο. Άνοιξε τον υπολογιστή κι άρχισε να γράφει χωρίς καν να σκέφτεται. Χτυπούσε τα πλήκτρα απαλά, σαν να τα χάιδευε κι εκείνα χάραζαν λέξεις στο κενό της μικρής οθόνης.Αισθανόταν την ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον. Η μοναξιά την πίεζε, περιόριζε τον κόσμο μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου. Έγραφε μηχανικά. Εκείνη την ώρα τη μοναχική και μοναδικά δική της, ξεγύμνωνε την καρδιά της, θαρρείς, για να γεμίσει με φράσεις το κενό της απόστασης που χωρίζει τον έναν άνθρωπο από τον άλλο. Δεν ήξερε ούτε την ενδιέφερε σε ποιον απευθυνόταν.
Έγραφε ασυναίσθητα, σαν μεθυσμένη, σαν υπνωτισμένη. Οι λέξεις χοροπηδούσαν στα μάτια της, έβγαιναν από τη λευκή σελίδα της οθόνης, έκαναν κύκλους στα μάτια της και κολλούσαν στο εικονικό λευκό κενό σχηματίζοντας φράσεις. Κι άξαφνα, είδε να διαγράφεται στην οθόνη το σώμα και σε λίγο πρόβαλε ένα συγκεκριμένο γνώριμο πρόσωπο. Μια απτή, χειροπιαστή ανθρώπινη παρουσία. Άπλωσε τα χέρια να αγγίξει το άσαρκο πλάσμα, αλλά έπεσαν στο κενό της ερημιάς που περιφερόταν ασύστολα ολόγυρα. Και μέσα της ένα κενό δυσθεώρητο.
Συνέχισε να γράφει. Έγραφε! Επιτέλους βρήκε έναν τρόπο επικοινωνίας, μιλούσε με κάποιον. Αδιάφορο αν ήταν πρόσωπο υπαρκτό ή πλάσμα της φαντασίας της. Η φιγούρα του άντρα που κάλυψε για λίγο την επιφάνεια της άδειας οθόνης άλλαξε ευθύς το σκηνικό στο κενό της σιωπηλής, άβολης νύχτας και ταυτίστηκε με γνώριμό της, αγαπημένο πρόσωπο. Άρχισε να χτυπάει πιο τρυφερά τα πλήκτρα, να του μιλάει σιωπηλά με τα σύμβολα. Και του μιλούσε ακάθεκτα, χωρίς να παίρνει ανάσα, χωρίς να νοιάζεται αν οι λέξεις αποτυπώνονταν στην οθόνη ή πετούσαν τρομαγμένα πουλιά στο κενό της αγρύπνιας της. Μόνο έγραφε, μιλούσε με τη βουβή σιωπή της, με τα πλήκτρα, έγραφε:
Αγαπημένε,
Αποφάσισα, μου ήρθε αυθόρμητα, να γράψω αυτό το γράμμα γιατί με πνίγει απόψε η ερημιά, βουλιάζω ίσαμε το λαιμό στο σκοτάδι.
Δεν ξέρω αν το γράμμα μου θα φτάσει ποτέ στα χέρια σου, πού να βρίσκεσαι άραγε, ή θα το φάνε τα γρανάζια των ταχυδρομείων, αν δεν μείνει αιωρούμενο στο κενό. Σε ψάχνω παντού και δεν σε βρίσκω πουθενά. Δεν έχει τέλος η αγωνία. Είμαι εδώ ή εκεί ή κάπου αλλού, στην αρχή μου, στο τέλος μου, δεν ξέρω. Ούτε κι εσύ το γνωρίζεις, καλέ μου. Τίποτα δεν γνωρίζεις από όσα μου συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό. Έχω χάσει τα ίχνη σου, τη μορφή σου, γυρεύω να σε βρω στ’ απομεινάρια της μνήμης, προσπαθώ να συναρμολογήσω και να ταιριάξω τα κομματάκια του χρόνου, να σχηματίσω ζωντανή την εικόνα του προσώπου σου, να ιστορήσω στο κενό το μωσαϊκό των γεγονότων, να ζωγραφίσω, να κεντήσω στην άδεια οθόνη της μνήμης τις αναμνήσεις.
Σου γράφω για να σου πω ένα σωρό πράγματα, να σου μιλήσω για όλα τ’ ανείπωτα, για τα όνειρα που μένουν ακόμα κλεισμένα στο συρτάρι, για τα γράμματα, τα ανεπίδοτα, για τα τραγούδια που έχω γράψει στο μυαλό μου για σένα και δεν θα ταξιδέψουν ποτέ. Είναι πολύ μεγάλη η απόσταση που μας χωρίζει κι ο νους δεν μπορεί να δρασκελήσει τις θάλασσες, τα βουνά και τις ατέλειωτες εκτάσεις της ερήμου. Με πνίγει η άμμος της απεραντοσύνης που απλώνεται ανηλεής ανάμεσά μας. Το νιώθεις άραγε; Μ’ ακούς;
Εδώ ο καιρός είναι αψύς. Τα βράδια πήζει από πολύ νωρίς το σκοτάδι, ορατότητα έξω μηδέν. Είναι πολύ τραχύς ο ανήφορος και πώς θα τον ανέβω με το σταυρό μιας απουσίας στον ώμο; Μ’ έχει πληγιάσει το βάρος. Θα το αντέξω; Θα το αντέξω. Δεν
έχει αλλιώς, άλλη οδός δεν υπάρχει για μένα. Όλα έχουν τελειώσει. Είμαι κατάδικος του Αλκατράζ μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Είμαι στο σπίτι μου; Δεν το ξέρω.
Σου μιλάω, δεν αποκρίνεσαι, σου φωνάζω μα εσύ δεν ακούς. Ακούς τους ήχους των γρύλων, τη μουσική των νερών και το σιγανό θρόισμα των φύλλων σου χαϊδεύει τ’ αφτιά; Πες μου, θα το ακούσω κι εγώ με τη διαίσθηση; Σου χαϊδεύει τη μνήμη κάτι από την τελευταία μας νύχτα; Ήταν δική μας; Δεν ξέρω. Το μεγάλο ερωτηματικό, το μυστικό μου το αμαρτωλό; Το υπέροχο; Εσύ μόνο το ξέρεις. Όπου κι αν βρίσκεσαι, οι νύχτες σου θα είναι γεμάτες γαλήνη και μουσική. Εδώ, λυσσομανάει ο φονικός θόρυβος που κάνει και τον ελάχιστο ύπνο μου κόλαση.
Δεν ξέρω γιατί σου το γράφω ετούτο το γράμμα που δεν θα το λάβεις και δεν θα το διαβάσεις ποτέ. Μονάχα στον ύπνο σου μπορεί να πάρεις ένα μήνυμα και φοβάμαι πως τότε θα χάσεις κάθε ιδέα για μένα. Γι αυτό ποτέ δεν θα το βάλω σε φάκελο, δεν θα το ταχυδρομήσω ποτέ. Έπρεπε όμως να σου γράψω, να σου εξομολογηθώ τα πάθη και τα παθήματά μου, αλλά δεν μπορώ. Άλλο θέλω απόψε να σου γράψω κι άλλο μου βγαίνει. Καρικατούρες μου φαίνονται οι λέξεις, με σταφιδιασμένο πρόσωπο και σώμα κυρτό σαν τις πρόωρα γερασμένες πόρνες.
Πάει κοντά ένας χρόνος που έφερα στον κόσμο ένα αγοράκι, ένα ξανθό αγγελούδι. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει για μένα ένα μωρό; Αρχίζει μόλις να αρθρώνει τις πρώτες συνθηματικές λεξούλες, να κάνει τα πρώτα του αβέβαια βήματα. Τα ματάκια του είναι πανέμορφα κι έχουν το χρώμα του ουρανού. Ξέρεις, γελάει, σου γνέφει θαρρώ, να το προσέξεις αυτό. Αυτό το γράμμα σίγουρα δεν θα φτάσει ποτέ στα χέρια σου, θα πάρεις όμως το μήνυμα. Θα το φέρει ο άνεμος που ταξιδεύει στον κόσμο τα κρυφά μυστικά των ερωτευμένων και τα πάμπολλα πάθη.
Όταν ακούσεις ένα τραγούδι σαν τους σιγανούς μουσικούς ρυθμούς της νύχτας, να ξέρεις, να είσαι βέβαιος, πως είναι το γέλιο του μωρού μας. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;
Αυτό το άγγελμα το χαρμόσυνο θέλω πολύ να τ’ ακούσει η ψυχή και η καρδιά σου να πεταρίσει σαν χελιδόνι να μου φέρει κι εμένα την άνοιξη μες στον απελπισμένο καιρό του χειμώνα που πολιορκεί την καρδιά μου.
Αλήθεια μαντεύεις τη χροιά που έχουν τα λογάκια του; Προαισθανόσουν άραγε πως θα έφερνα στον κόσμο ένα τόσο χαριτωμένο παιδί; Το υπέθετες; Το ήθελες πολύ μέσα σου; Το επεδίωξες μήπως;
Είναι αυτό ένα κάτι τόσο επιθυμητό όσο κι αξεδιάλυτο μέσα μου. Αμαρτωλό κι άγιο. Ίσως και μέσα σου. Δεν ξέρω.
Και πάλι δεν ξέρω γιατί έπρεπε να σου γράψω απόψε. Ωστόσο, ακόμα κι αν δεν τα λάβεις ποτέ, όσο λείπεις από τη ζωή μου, θα σου γράφω γράμματα κάθε φορά που η ψυχή μου θ’ αποζητάει την ψυχή, η ανάσα μου τη δική σου ανάσα και το σώμα μου την αφή σου, τη σάρκα σου. Συχώρα με, έχω βγει από τα όριά μου απόψε. Φταίει μήπως η άβουλη νύχτα που με πολιορκεί με ανελέητες σιωπές και με φως;
Αλήθεια, δεν ξέρω τι με κάνει να σου γράφω ένα γράμμα που δεν θα φτάσει ποτέ στα χέρια σου. Ίσως είχα ανάγκη να μιλήσω κάπου, να ξαλαφρώσω. Η ψευδαίσθηση ίσως με κάνει να χαίρομαι και να χοροπηδάνε τα μέσα μου, να τραγουδάω, να ουρανοβατώ και να τριγυρνάω στο κενό του μυαλού μου. Καραδοκεί, ωστόσο, η πραγματικότητα να μπήξει τα νύχια της στο κορμί μου να ξεσκίσει τις σάρκες μου. Το βλέπω γύρω μου στα κορακίστικα μάτια των φίλων, στις σουβλερές ματιές, στα φονικά τους λόγια και στους υπαινιγμούς. Έχω να αντιμετωπίσω προβλήματα βουνό. Είναι τραχύς, κακοτράχαλος πολύ ο ανήφορος που πήραμε, Αλέξη.
Αλέξη γλυκέ μου, γιατί χάθηκες από προσώπου γης; Πού πήγες; Τι έπαθες; Αχ, ας ήξερα τι σου έχει συμβεί. Θα έσκιζα τα βουνά, θα κολυμπούσα στο κενό για να φτάσω στο βραχονήσι που μπορεί να σε ξέβρασε η θάλασσα. Σ’ έφαγε ο σκοπός, το έργο σου, Αλέξη. Σε καταβρόχθισε η αναζήτηση, το διαισθανόσουν πως θα συνέβαινε κάποτε. Δεν
ήσουν από την ίδια πάστα με τους άλλους εσύ. Πολεμούσες με τα στοιχειά της φύσης, με την αρρώστια, πολλές φορές βρέθηκες αντιμέτωπος με το θάνατο και τον νίκησες, Ήσουν γενναίος, Αλέξη Τι ήταν αυτό που στάθηκε πιο δυνατό από τη θέλησή σου και την πίστη σ’ αυτό που έκανες και δινόσουν με όλο σου το είναι; Τι σε νίκησε, καρδιά μου;
Δεν μπορώ να διανοηθώ πως δεν υπάρχεις εσύ. Η γη θα ήταν άδεια χωρίς εσένα, χωρίς νόημα η ζωή. Εσύ έδωσες νόημα και σκοπό στη ζωή μου. Η παρουσία σου ήταν ευλογία, αξιώθηκα να γίνω μητέρα, όπως κι αν έγινε αυτό, δεν έχει καμιά σημασία για μένα. Υπήρξες ό, τι πιο ωραίο, ό, τι πιο αγαθό και σπουδαίο συνέβη στη ζωή μου. Πιο αληθινό. Αυτό δεν αναιρεί την αγάπη και την αφοσίωσή μου στον άντρα μου. Εσύ είσαι κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό από εκείνον. Είσαι η ψυχή μου. Ακόμα κι αν ενώθηκαν τα σώματά μας, ήταν τυχαίο περιστασιακό, αναγκαίο ίσως, δεν ξέρω, δεν θέλω να ξέρω, δεν το ψάχνω και δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Αυτή τη στιγμή της απόλυτης μοναξιάς που βιώνω με το σώμα και με την ψυχή μου, αποζητώ μόνο τη δική σου παρουσία. Και είσαι εδώ, πλάι μου, το νιώθω. Ακούω την ανάσα σου να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Δεν έχει σημασία αν είσαι αλλού. Όπου και να είσαι, για μένα υπάρχεις και θα υπάρχεις πάντα μια γλυκιά και φωτεινή παρουσία στη ζωή μου.
Τι άλλο να πω; Θα μπορούσα να σου γράφω όλη τη νύχτα, όλη την ημέρα όλο το χρόνο, σε όλη μου τη ζωή για να γεμίζω το κενό με λέξεις αόρατες, με φράσεις, σελίδες και βιβλία ολόκληρα, να γεφυρώνω το χάος που σε καταβρόχθισε, ζωή μου. Ωστόσο, θα σταματήσω εδώ, θα κλείσω το γράμμα και θα το ρίξω, φτερό στον άνεμο, να σου το φέρει χαράματα όπου κι αν είσαι, χαρά μου. Να έτσι, μια μαύρη πινελιά θα τραβήξω αργά, αργά, όχι με την πρώτη, το πλήκτρο, για να το βλέπω να φεύγει σιγά, σιγά και να νομίζω πως έρχεται στο μυαλό σου καθώς χάνεται στο χάος του κυβερνοχώρου. Έχει, βλέπεις αυτό το καλό η τεχνολογία. Πού ξέρεις, μπορεί να φτάσει στα χέρια σου κάποτε με άλλη μορφή, με μορφή υλική για να σου γλυκαίνει το όνειρο, όπου κι αν βρίσκεσαι, πνοή μου.
Σου το στέλλω, χωρίς να το ξαναδιαβάσω για να μην το μετανιώσω. Μπορεί και να ντραπώ για όσα σου γράφω, γι’ αυτά που δεν είχα τολμήσει ποτέ να σου πω. Και είμαι σίγουρη πως για όλα όσα μου συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό, δεν είσαι υπεύθυνος, εσύ δεν άπλωσες ποτέ βέβηλο χέρι πάνω μου, μόνο με την πνοή σου με θώπευες, με την ευλογία σου με συντρόφευες και με συντροφεύεις σε κάθε μου βήμα.
Έτσι θέλω να σε σκέφτομαι, έξω και πέρα από τη ματαιότητα του κόσμου ετούτου.
Να νοσταλγώ τις ώρες που καθόμασταν και μιλούσαμε για ένα σωρό πράγματα σαν δυο αγαπημένοι φίλοι για τη δυστυχία των ανθρώπων εκεί κάτω και για την εκμετάλλευση που γίνεται. Όμως τώρα δεν είναι ώρα να ξαναγυρίσω στην «κοιλάδα του πόνου», έτσι αποκαλούσες τα χωριά πλάι στο ποτάμι με τους ανθρώπους να πεθαίνουν στη φτώχια ενώ οι πολιτισμένοι απολαμβάνουν τα αγαθά που δίνει η γη τους.
Αυτή τη στιγμή δεν ξέρω τι λέω και πού βρίσκομαι. Έχω βουλιάξει στο κενό της αναμονής και μουτζουρώνω την οθόνη με καρικατούρες αισθημάτων. Αύριο το πρωί δεν θα υπάρχει τίποτα. Μπορεί να μη θυμάμαι τίποτα. Άλλωστε θα ταξιδεύουν όλη τη νύχτα οι λέξεις μου για να φτάσουν σ’ εσένα, αν δεν τις καταπιεί το χάος. Υπάρχει κι αυτός ο αβυσσαλέος φόβος κι ο τρόμος του κενού.
Μου λείπεις, αγαπημένε μου, αφάνταστα. Γι’ αυτό θαρρώ πως έχεις εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης. Καταλαβαίνεις; Είμαι εδώ ή εκεί ή κάπου αλλού, δεν το ξέρω. Δεν θέλω να ξέρω. Προτιμώ να αεροβατώ στο κενό που απλώνεται αχανές ανάμεσά μας και, με τον τρόπο του μας ενώνει.
Καλή νύχτα.
Όμως, δεν το έσβησε το γράμμα. Αντίθετα το αποθήκευσε από συνήθεια και πέρασε μουλωχτά στα «εξ απορρήτων». Ο συναισθηματικός φόρτος την παρέσυρε
και λησμόνησε, προφανώς, να κάνει αυτό που είχε στο νου της. Την επομένη το πρωί ούτε καν θυμόταν τι είχε γράψει. Άνοιξε από συνήθεια τον υπολογιστή, ξαναδιάβασε ό, τι είχε γράψει αργά τη νύχτα, μετά το εκτύπωσε, το διάβασε πάλι και με ρυθμικές κινήσεις το χάιδεψε και το έσκισε. Έβαλε με τάξη τα κομματάκια του χαρτιού σ’ ένα μεταλλικό σταχτοδοχείο, βγήκε στο μεγάλο μπαλκόνι, απίθωσε το τασάκι πάνω στο μαρμάρινο τραπεζάκι και μ’ ένα τσαφ στον αναπτήρα το έκαψε.
Έμεινε ώρα πολλή κοιτάζοντας με συλλογή τις φλογίτσες που αργόσβηναν η μια μετά την άλλη ρυθμικά στο κενό. Ζούσε το γεγονός της καταστροφής απολαυστικά, ηδονικά, με κάποια δόση σαδισμού, ίσως. Μπορεί, εκδικούμενη τον ίδιο τον ψυχισμό της. Σαν την Έντα Γκάμπλερ, την ηρωίδα του Ίψεν που έριξε στην πυρά τα γράμματα του εραστή της και απολάμβανε ηδονικά το θέαμα και εκδικητικά, χωρίς έλεος.
Περίμενε ώσπου το χαρτί και τα γράμματα όλα έγιναν στάχτη. Ύστερα σήκωσε το τασάκι με τη στάχτη ευλαβικά και φύσηξε δυνατά. Η στάχτη σηκώθηκε με μιας ανάλαφρα και διαλύθηκε στο κενό κατά το ρεύμα του ανέμου. Αναστέναξε μ’ ανακούφιση και με τη βεβαιότητα πως το γράμμα δεν θα έφτανε ποτέ στα χέρια του παραλήπτη, ούτε σε κανενός άλλου τα βέβηλα χέρια. Ότι θα αιωρείται ακυβέρνητο στο απέραντο κενό του κυβερνοχώρου ως ότου το καταπιεί το ακατάλυτο χάος.
Δεν είχε, όμως, συνειδητοποιήσει πως από συνήθεια, πριν πατήσει το Delete το είχε ήδη αποθηκεύσει μηχανικά στο «Αρχείο των απορρήτων».
(Απόσπασμα)
Δημοσιεύτηκε στο fractalart , 7 Μαρτίου 2018
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου