Διήγημα Fractal:
«Το στοιχειωμένο αρχοντικό»
Της Ελένης Χωρεάνθη //
Ήταν ένα πελώριο αρχοντικό νεοκλασικού ρυθμού από εκείνα τα ωραία κτίρια που κτίστηκαν την εποχή του Όθωνα. Χωμένο μέσα στα φουντωτά, θρασεμένα, τεράστια δέντρα του μεγάλου κήπου φάνταζε με ξεθωριασμένη παλλαϊκή ζωγραφιά κάποιου ξεχασμένου αναγεννησιακού καλλιτέχνη. Και σε συνδυασμό με τη μυστηριώδη και αινιγματική σιωπή που ενοικούσε στον χώρο του περιβόλου, αποτελούσε αντικείμενο καθημερινής αναφοράς, κέντριζε την περιέργεια του κόσμου κι ενίσχυε την ενδόμυχη επιθυμία κάθε ελεύθερου σκοπευτή φιλέτων οικοδομήσιμης γης να το αποκτήσει και να το εκμεταλλευτεί, γεγονός που υποδαύλιζε κάθε υποβόσκουσα ματαιοδοξία.Ίσως, δεν απασχολούσε κανέναν ο ρυθμός ούτε καν η ιστορία του κτιρίου. Κτίρια παρόμοια και με ιστορική φόρτιση, είναι διάσπαρτα στην Αθήνα, όπως και σε πολλές άλλες μεγάλες πόλεις. Την περιέργεια του κόσμου ερέθιζε το μυστήριο που κάλυπτε το γκρίζο, παρατημένο κτίριο με τα εντυπωσιακά ακροκέραμα σε όλες τις ατελείωτες γωνίες της σκεπής, τα εντοιχισμένα στις εσοχές, κυρίως της πρόσοψης, χαριτωμένα μαρμάρινα αγαλματίδια, το μαρμάρινο υπέρθυρο με χαραγμένο το οικόσημο των Ευρωπαίων μάλλον, ιδιοκτητών, με την τεράστια σκαλιστή, ξεθωριασμένη από τα χρόνια, ξύλινη είσοδο και τα ξύλινα, σκαλιστά, κουρασμένα από την άγρια πάλη με τους ανέμους, αιωνίως ανοικτά, σαθρά παραθυρόφυλλα. Αυτά, όταν ο τρελός βοριάς ήταν στις δόξες του κι αλυχτούσε σαν μανιασμένο σκυλί, τα πηγαινόφερνε κι έκαναν με τον πολύ θόρυβο εφιαλτικές συχνά τις νύχτες των περίοικων.
Έτσι κάθε επίδοξος αγοραστής του, έκανε μεγάλα όνειρα για το εγκαταλειμμένο, προφανώς, μέγαρο τα οποία τροφοδοτούσε με όλο και πιο αυξανόμενες ελπίδες που έκρυβε με περισσή ευλάβεια στο μικρό μυαλό του μαζί με τα ευχάριστα κατάλοιπα από την παιδική και την εφηβική του ηλικία.
Είναι επιλεκτική η μνήμη ακόμα και στις αναμνήσεις της. Ό, τι ωραίο έχει μείνει από το παρελθόν, όταν έρχεται στην επιφάνεια του μυαλού η μνήμη το φρεσκάρει με αρώματα τρυφερών δακρύων, το χαϊδεύει νοσταλγικά, το τυλίγει με χρυσόχαρτα από γλυκές αναμνήσεις, το τακτοποιεί μυστικά στον από μέσα χώρο της και το συντηρεί ως κειμήλιο και ιερή παρακαταθήκη, προφυλαγμένο από κάθε λογής βεβήλωση, ας είναι κι αχρείαστο, για ώρα ανάγκης.
Θα το φανταζόταν κάθε επίδοξος μελλοντικός ιδιοκτήτης αναπαλαιωμένο και βαμμένο με φωτεινά, υπέροχα χρώματα να δεσπόζει στην περιοχή μεγαλοπρεπέστατο παλάτι, πλαισιωμένο από τα πυκνά δέντρα του κήπου τις ποικιλόχρωμες ροδοδάφνες, διάσπαρτες βραγιές με ευωδερά άνθη και λιμνούλες με χαρούμενες πάπιες και κύκνους να κολυμπούν στα γαλαζωπά νερά.
Στη θέα της φαντασμαγορικής εκείνης ονειρικής πραγματικότητας, η καρδιά του θα φτεροκοπούσε και, συνεπαρμένη από την ομορφιά μέσα στην τρυφερή πολύχρωμη ευαισθησία μιας εικονικής πραγματικότητας, θα μεταρσιωνόταν και θα ζούσε σ’ έναν άλλο, ονειρικό πλανήτη.
Ή, σε άλλη, πιο ώριμη και συμφέρουσα εκδοχή, κάθε λάγνος επίδοξος κάτοχος θα προσγειωνόταν στην πεζή πραγματικότητα και θα σκεπτόταν πολύ πρακτικά, όπως: μπορούσε να κατεδαφιστεί και στη θέση του να χτιστούν κτίρια σύγχρονα. Σε μια τόσο μεγάλη έκταση, ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο κάλυπτε το μέγαρο με τον δεντροφυτεμένο περίβολό του, μπορούσε να υψωθεί συστάδα πολυκατοικιών με σύγχρονες ανέσεις και προδιαγραφές: μεγάλες βεράντες, μπαλκόνια με κρεμαστούς κήπους, τζάκια, μπάρμπεκιου, πισίνες, διαθέτοντας μέρος από υπάρχοντες τραπεζικούς λογαριασμούς και να επενδύσει αποδοτικά τα χρήματά του πουλώντας ή νοικιάζοντας διαμερίσματα και μαγαζιά με τεράστιες απολαβές.
Τι δεν θα επένδυε σ’ ένα τερπνό όνειρο κάθε βασισμένη ύπαρξη που δεν είχε να διαθέσει τίποτα περισσότερο από τα χρυσά επεκτατικά οικοδομικά και οικονομικά σχέδια, όνειρα και φαεινές ιδέες. Κυρίως φαεινές ιδέες.
Θα περιεργαζόταν με τις ώρες το οικοδομικό τετράγωνο και θα έκανε απανωτές ανακατατάξεις των σχεδίων. Σε στιγμές νηφαλιότητας, θα το προτιμούσε όπως ήταν μέσα στο φυσικό του περιβάλλον και ανακαινισμένο. Θα ήταν αγνώριστο, έτσι όπως το φανταζόταν, χάρμα οφθαλμών, στολίδι της περιοχής που δεν θα θύμιζε σε τίποτα το εγκαταλειμμένο, ετοιμόρροπο νεοκλασικό αρχοντικό.
Στην πραγματικότητα, το σπίτι αυτό με όλο το οικοδομικό τετράγωνο που κάλυπτε ο δεντροφυτεμένος περίβολός του, πίσω από την ιλαρή εικόνα που φιλοτεχνούσε με τη φαντασία του κάθε ονειροπόλος σκοπευτής, έμοιαζε με κατοικία ξωτικών και φαντασμάτων, μαγισσών, δράκων και κάθε λογής αερικών, όπως στα παραμύθια του παλιού καιρού. Οι αράχνες είχαν κρεμάσει τεράστιους ιστούς ανάμεσα στα αιωνόβια δέντρα και ύφαιναν ανενόχλητες δίχτυα, παγίδες για τα δικά τους βιοποριστικά και τα όνειρα κάθε υποψήφιου ιδιοκτήτη, φτερά στον άνεμο.
Το μυστήριο γινόταν πιο εφιαλτικό με τις παλιωμένες τυφλές, κουτσές, μονόχειρες και ξεχαρβαλωμένες, ανάπηρες κούκλες, που κρέμονταν στα παρατημένα δέντρα, και τα σαραβαλιασμένα παιχνίδια, στρατιωτάκια και τρενάκια παμπάλαια, περήφανες και φανταχτερές κάποτε γόνδολες, καΐκια και πλοιάρια, άλλα πεταμένα χάμω ανάκατα κι άλλα μπερδεμένα στα κλαδιά, μερικά στερεωμένα με αόρατες θαρρείς κλωστές στους ξερακιανούς μίσχους ένδοξου παρελθόντος, τραγικές υπάρξεις κάποιου περασμένου μεγαλείου κι ανεπανάληπτης εποχής. Όλα μαζί έδιναν την εντύπωση σουρεαλιστικής θεατρικής παράστασης ευφάνταστου σκηνοθέτη, μιας παράστασης που έδειχνε πως το μυστήριο δεν είχε αρχή και τέλος.
Τραγική φιγούρα μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό το αρχοντικό. Βουβό, πεισματικά αδιάφορο, εξακολουθούσε να μένει μοναχικό, βολεμένο στη μοναξιά του, σκυθρωπό, μανταλωμένο μυστηριωδώς, αίνιγμα για τους περίοικους, φόβητρο και μπαμπούλας για τα μικρά παιδιά, καταφύγιο πάσης φύσεως νυκτόβιων πτηνών, αρουραίων, εστία ρύπων και μικροβίων. Ολόρθη ψυχή, εντός κι εκτός του μεγάρου, δεν ανάσαινε. Όλος ο χώρος βουτηγμένος σε αινιγματική σιωπή. Ακριβώς γι’ αυτό, το αρχοντικό έκρυβε κάτι μαγικό, ελκυστικό που έκανε τον καθένα να το λιμπίζεται και να ονειρεύεται.
Για αρκετόν καιρό, το αραχνιασμένο και εγκαταλειμμένο εκείνο μέγαρο, υπήρξε το μεγάλο όνειρο και τερπνό καταφύγιο των προσδοκιών πολλών διάσημων και μη.
Σιγά, σιγά όμως, άρχισαν οι επίδοξοι να αποστασιοποιούνται. Τόσο οι κακές φήμες που κυκλοφορούσαν στο περιβάλλον και οργίαζαν, όσο και η θλιβερή εικόνα που παρουσίαζε ο χώρος, επηρέασαν αρνητικά τον κόσμο. Κυρίως, τους προβλημάτιζε η φήμη που κυκλοφορούσε υπογείως πως το αρχοντικό ήταν στοιχειωμένο.
Λέγανε πολλά και διάφορα: Πως παλιά που ήταν στις δόξες του, γίνονταν μεγάλα όργια, στα σκοτεινά υπόγειά του, ακατονόμαστα, φοβερά βασανιστήρια και στυγερά εγκλήματα. Πως βρέθηκαν εκεί σκελετοί ανθρώπων που τους είχαν θάψει, λέει, ποιος ξέρει πότε, την εποχή της Δημογεροντίας, ίσως, όταν οι άρχοντες είχαν απόλυτη εξουσία πάνω στο υπηρετικό προσωπικό και όχι μόνο σ’ αυτό. Όποιον υποπτεύονταν τον καθάριζαν και τον έθαβαν στα υπόγεια χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν, πως το αίμα των αδικοχαμένων έπνιξε τους αφεντάδες, πως εκείνοι οι άγρια δολοφονημένοι, βρικολάκιασαν, έγιναν στοιχειά και πως οι ψυχές τους βγαίνουν συχνά τις νύχτες και τριγυρίζουν σαν σκιές στα υπόγεια και στα δωμάτια. Παλιά, τη νύχτα, ούτε ψυχή δεν τολμούσε να πλησιάσει στο μέρος εκείνο. Όποιος έκανε την αποκοτιά να περάσει, τον έπιανε φόβος και τρόμος, βούιζαν στ’ αφτιά του ήχοι παράξενοι και κραυγές, τον έπιανε πανικός τον άνθρωπο και το έβαζε στα πόδια, χωρίς να στρέψει να κοιτάξει πίσω του.
Ακούγονταν συχνά γέλια και κλάματα, γόοι, τριξίματα και παράξενοι θόρυβοι. Κάποιοι γέροι έλεγαν πως παλιά έβλεπαν να ρέει αίμα από τις χαραμάδες και νερό μαζί. Συνέβαιναν φοβερά πράγματα, ανατριχιαστικά.
Έτσι, δεν ήταν δύσκολο να συμπεράνει κανείς πως το ίδιο θα είχε συμβεί και τώρα τελευταία. Η φαντασία δεν φοβάται το ρεαλισμό, τον υπερσκελίζει, τον περιφρονεί, βγάζει αηδιαστικά τη γλώσσα στην εκλογίκευση των πάντων. Είναι κυρίαρχη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού, φτερωτή, ανυπότακτη, αυτεξούσια και υπεράνω πάντων. Χτίζει στους απέραντους και απεριόριστους αιθέρες, αλλά και στα έγκατα της γης τον υπερούσιο, θαυμαστό, μαγικό κόσμο της και τον στεγάζει τόσο στα υπερώα όσο και σε ανήλιαγα υπόγεια και καταπακτές, έξω και πέρα από κάθε συμβατικότητα και μαθηματικό κανόνα πως ένα και ένα κάνουν δύο, άσχετα από κάθε αποσαφηνισμένο, ορισμένο, καθορισμένο και υπολογισμένο συμπέρασμα. Η φαντασία δεν είναι ποσό, δεν είναι μετρήσιμο μέγεθος, είναι απροσμέτρητη κι ακατάληπτη. Είναι ασύλληπτο πώς λειτουργεί και πώς καταγράφει ανίδωτα γεγονότα και περιστατικά.
Πρόσφατα, φαινομενικά τουλάχιστον, η εγκατάλειψη έδωσε αφορμή για συρραφή καινούριων και πιο εντυπωσιακών, σύγχρονων και πιο γαργαλιστικών σεναρίων περί εμφανίσεως φαντασμάτων, σκιών, εγκαταστάσεως εξωγήινων, τερατωδών όντων και ανθρωπόμορφων πλασμάτων τεραστίων διαστάσεων.
Την εκδοχή περί ανθρωπόμορφων τερατωδών πλασμάτων τεραστίων διαστάσεων ενίσχυε το γεγονός ότι στο μέσο της κεραμοσκεπής υπήρχε μια πολύ μεγάλη επίπεδη, πλακόστρωτη επιφάνεια, ένα είδος αίθριου που δεν αποτελούσε μόνο ένδειξη, αλλά απόδειξη, ήταν ένα τρανταχτό επιχείρημα που είχαν στο σάκο των αποσκευών όσοι υποστήριζαν ότι είδαν επανειλημμένως να προσγειώνονται εκεί φτερωτοί γίγαντες τα μεσάνυχτα και να εξαφανίζονται ύστερα μέσα στο μέγαρο. Μερικοί διατείνονταν ότι είδαν παράξενα πλάσματα, ξωτικά, μορφές που μόλις βγήκαν από παλιά, παμπάλαια παραμύθια να τριγυρίζουν ανάμεσα στα δέντρα. Μόνο σατανιστές δεν ανέφερε ποτέ κανένας αυτόπτης μάρτυς, δεδομένου ότι οι εν λόγω νεομάρτυρες του «όξω από δω» επιλέγουν απομακρυσμένα, ερειπωμένα κτίσματα για να τελούν τα όργιά τους. Τέτοια εκδοχή σε κανένα σενάριο και της πιο τολμηρής φαντασίας δεν θα ευσταθούσε.
Έτσι κι αλλιώς, οργίαζαν οι φήμες πως όλος αυτός ο χώρος ήταν στοιχειωμένος. Και γι’ αυτό δεν τον είχε εκμεταλλευτεί κανείς. Μόνο αν παρουσιαζόταν κανένας ρεαλιστής αγοραστής, αγνοώντας ή αψηφώντας τις φήμες που κυκλοφορούσαν και αγόραζε το καταραμένο ακίνητο και το εκποιούσε για να το εκμεταλλευτεί εμπορικά ή αν το χρησιμοποιούσε ως μόνιμη κατοικία, θα απάλλασσε το χώρο και ολόκληρη την περιοχή από την τρομακτική μυθοπλασία που περιέβαλε το πολυσυζητημένο αρχοντικό. Επιπλέον, θα διέψευδε παταγωδώς και ανυπερθέτως όλα τα σενάρια περί ξωτικών και φαντασμάτων καταργώντας τα μυθεύματα. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν είχε συμβεί και το αραχνιασμένο αρχοντικό και το ακίνητο επρόκειτο, φαινομενικά τουλάχιστο, να απασχολεί και να παραμυθιάζει τους φαντασιόπληκτους περίοικους. Και το μυστήριο θα εξακολουθούσε να παραμένει άλυτο για αρκετόν καιρό ακόμα.
Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, τα σενάρια περί στοιχειωμένης βίλας, φαντασμάτων, εξωγήινων επιδρομέων και βρικολάκων, εγκαταλείφτηκαν και η ζωή στη συνοικία ξαναπήρε τον κανονικό της ρυθμό. Κανείς δεν έπλαθε πια ιστορίες για αγρίους. Προφανώς, οι ασχολούμενοι με τα υπερφυσικά άλλαξαν προσανατολισμό και περίμεναν να δουν τι καινούριο θα ανακάλυπταν για να έχουν την πρωτιά στην είδηση.
Ωστόσο το νεοκλασικό παρέμενε σιωπηλά επιβλητικό μέσα στη μεγαλοπρέπειά του περιστοιχισμένο από τα πανύψηλα δέντρα ανάμεσα στα νεόδμητα πολυώροφα οικοδομήματα που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια του δάσους όπου υπήρχε γης ακάλυπτη από τσιμέντο και χώμα.
Όλες οι προβλέψεις λίγο πολύ συμφωνούσαν πως δεν θα αργούσε να κατεδαφιστεί και όλο το οικοδομικό τετράγωνο να οικοπεδοποιηθεί και να υψωθεί κι εκεί μια τεράστια πολυκατοικία. Δεν έλειψαν όμως και οι μεγάλες προσδοκίες πως υπήρχε περίπτωση να γίνει κανένας υπαίθριος κινηματογράφος, οπότε θα έβλεπαν τσάμπα έργα από τα μπαλκόνια όσοι είχαν το προνόμιο να έχουν φάτσα προς τα εκεί. Όσοι είχαν μικρά παιδιά παρακαλούσαν να γίνει πάρκο ή παιδότοπος, σχολείο ή και εκκλησία, οι πολύ θεοσεβούμενοι. Καθένας ζούσε με το δικό του καημό και περίμενε. Ο καιρός περνούσε αινιγματώδης, το μυστήριο εξακολουθούσε να παραμένει κι αυτό ανεξιχνίαστο και τίποτα δεν άλλαζε, φαινομενικά τουλάχιστο.
Ξαφνικά, το στοιχειωμένο αρχοντικό, μέσα σε λίγους μήνες, έγινε αγνώριστο. Τίποτα δεν θύμιζε εκείνο το εγκαταλειμμένο αρχοντικό. Κάποτε είχαν αρχίσει να στήνονται σκαλωσιές ολόγυρα στο κτίριο, προφανώς επρόκειτο για εργασίες αναπαλαίωσης, όπως πληροφορούσε η ταμπέλα που ήταν ακουμπισμένη στον αυλόγυρο και δεν είχε ακόμα αναρτηθεί. Και μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, βρέθηκαν οι γείτονες και οι ονειροπόλοι μπροστά σ’ ένα αναπαλαιωμένο νεοκλασικό, σ’ ένα αριστούργημα με αναρτημένη προκλητικά μια ταμπέλα με την ένδειξη:
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Διεύθυνση Δημοσίων Έργων
«Αναπαλαίωση κτιρίου»
Ανάδοχος: Αρχιτέκτων Ξενοκράτης Αντιμάχου
πληροφορούσε το κοινό σχετικά με τον προορισμό και τη λειτουργία του κτιρίου. Πίσω από αυτό, σε εμφανές σημείο, μια άλλη ταμπέλα γνωστοποιούσε τη μετατροπή του περιβολιού σε Πάρκο Αναψυχής και Παιδική Χαρά. Τα περί του στοιχειωμένου σπιτιού όσο και οι παρωχημένες βλέψεις κάθε ενδιαφερόμενου έμειναν στο χώρο της φαντασίας ίσως για να δίνουν κατά καιρούς την ευκαιρία σε δεινούς παραμυθάδες να συναρμολογούν τις δοξασίες και τα φημολογούμενα περί φαντασμάτων κι εξωγήινων και να γράφουν ευφάνταστα παραμύθια που να εξάπτουν τη φαντασία των παιδιών της πληροφορικής που ζουν τον απόλυτο, ωμό ρεαλισμό και την εκλογίκευση των πάντων.
(Από ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων)
Δημοσιεύτηκε στο fractalart στις 28 Φεβρουαρίου 2018
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου