Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Των νυχτερινών ωρών

 


 


 

 

 

.Έτσι πορεύομαι στην ερημιά του μεθυσμένου κόσμου..."
      "Το ποίημα των νυχτερινών ωρών*
Γυρίζω πίσω στη ζωή μου στην αρχή του κόσμου
στην πρώτη ώρα της αφής μου με το φως και το σκοτάδι
ιχνηλατώντας να με βρω στις αναμνήσεις
σε κείνη την ασπρόμαυρη παλιά φωτογραφία
να ξεδιαλύνω τι με έσπρωχνε από τότε
να βουτάω στο σκοτάδι
να πετάω στο άβατο να πιάσω μια πυγολαμπίδα
μια ψίχα φως ν' αρπάξω μες τη νύχτα
από ένα πλήθος μικροσκοπικών πυγολαμπίδων φωτοφόρων
*
Αόρατες και άηχες κεντούσανε πετώντας φωτεινές τελείες
στο κατάμαυρο κενό ίσαμε κει
που έσβηαν ολοσχερώς μες το απέραντο συμπαντικό κενό
*
Και τώρα που από περιωπής το συλλογιέμαι
οι ασήμαντες οι λάμπουσες τελείες
τα κεντίδια στο σκοτάδι
ήταν φως
*
Ήταν το φως εκείνης της πυγολαμπίδας που με έβγαλε
από του σκότους το βαθύ το ρήγμα
Από τότε είμαι δέσμια στης άγνοιας της μεγάλης την αρχή
ενώπιον του χάους του κενού
*
Έτσι πορεύομαι στην ερημιά του μεθυσμένου κόσμου
μέσα στη νύχτα τη μεγάλη του μυαλού μου
να βρω ένα χώρο σταθερό
ένα σημείο
ένα σημάδι γνώσης
μες τη μοναξιά της σκέψης μου
με τις πληγές του ρημαγμένου κόσμου στην ψυχή μου
να γεφυρώσω προσπαθώντας το κενό του νου
που χάσκει εντός μου
και με διαστέλει
και μ' ενώνει με τη μεγάλη μοναξιά του Σύμπαντος
που ενοικεί εντός μου
*
21. 9. 2026
*
Εκ του προχείρου, της πρώτης ώρας, της στιγμής.
Λιγότερα
Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα παιδί. Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που χαμογελούν και γυαλιά

Δοξαστικά ιδιόμελα

 

 
 
 
 
                   

 
 
 
Δοξαστικά ιδιόμελα της αλγεινής πστρίδας
           Δοξαστικά ιδιόμελα
Δοξαστικά ιδιόμελα όλα μου τα τραγούδια
στο χώμα που γεννήθηκα έναν καυτό Αλωνάρη
Είδα τον ήλιο την αυγή και το βασίλεμά του
έπαιξα με τα χώματα και ρίζωσα στη γη μου
*
Στη γη μου την Αιτωλική την αιματοβαμμένη
όπου το χώμα που πατείς ένας θεός προβαίνει
πανάρχαιοι δυο ποταμοί στη γη την αγιασμένη
στη γη την πολυστέναχτη και την ευλογημένη
*
Καιρούς και χρόνους εκατό χίλιους και παραπάνω
αν είχα για να την υμνώ και να τηνε δοξάξω
θα ταν φτωχά τα λόγια μου ποιήματα να γράφω
για να υμνώ τις ομορφιές και τα θαυμάσιά της
*
*Ένα ποίημα της πρώτης πρωινής ώρας
*
Η φωτογραφία: "Αυτοφωτογράφηση".
*
Παλαιό Φάληρο, 16. 9. 2026 Λιγότερα
Λιγότερα

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Αιών πρώτος

 

 
 
 
 

 
 
“...Και εγένετο πρωί Και εγένετο ημέρα Αιών πρώτος σύμπαντος ...”
Αιών πρώτος*
“...Και συνήχθησαν επί τω αυτώ οι ηγεμόνες των εθνών
και διελογίζοντο πώς αν γένοιτο η γη γέαινα του πυρός
και επ’ αυτής εξανθίσει πάν σπέρμα πικρόν
και θανατηφόρον γένος ακρίδων και εχιδνών και σκορπίων
και πληρώσει και κατακυριεύσει και αφανίσει
παν γένος χλωρόν και ζωόν επί της γης
Και εγένετο η θάλασσα ωσεί κόλπος βαθύς
και τα ηφαίστεια κατεπνίγη
ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής του πυρός του ζώντος
*
Και εγένετο εν ταις ημέραις εκείναις θρήνος και κλαυθμός
και οδυρμός πολύς
εις την κοιλίαν του σκότους.
Και εξήλθον τα γένη τα μωρά της γης κερασφόρα
εκ της συναγωγής αυτών μειδιώντα και βοώντα και λέγοντα:
*
“Ιδού ‘η οδός η άνω και κάτω’ φέρουσα
η άγουσα εις την απώλειαν του παντός
Ιδού εγώ ο έχων την εξουσίαν
‘ο κραταιός’ ο κύριος των δυνάμεων του σκότους
ο κρατών την γην και τον ουρανόν και την θάλασσαν
και πάντα τα εν αυτοίς
ο εκχέων πυρ και χολήν επί τας κεφαλάς των ορέων
και επί τα πηγάς των βουνών της γης
Εγώ ειμί ‘ο απτόμενος ορέων και καπνίζονται’
ο πορευόμενος εις τον αιώνα των δυνάμεων
ο υμνούμενος και δοξαζόμενος εν ονόματι της δυνάμεως αυτού
*
Και εγένετο αιών πρώτος του γένους των τεράτων
Και είδον οι ηγεμόνες τα γεγενημένα και ευφράνθησαν
εις την καρδίαν αυτών ότι καλώς λίαν εποιήθη
Και το σκότος περιεφέρετο ως ιστός αράχνης επί το πρόσωπον
γης αλλοτρίας
Και απεκρύβη τα όρη
και ο αιών της θαλάσσης και της βροχής εξηράνθη
Και νεφέλαι καπνού εξήρχοντο
και ήρχοντο εις το διάστημα μέγα διάπυρον
Και είδον οι βασιλείς του σκότους ότι καλόν
Και ευφράνθησαν οι νεφροί και η καρδία αυτών
*
Και εγένετο σύναξις των αγίων του Κυρίου
και των αγγέλων αυτού
υπεράνω του πνεύματος του απατεώνος αιώνος
κρίναι περί του μέλλοντος του κόσμου
*
Και ιδού φωνή Κυρίου επί των υδάτων
Και είδοσαν ύδατα και εφοβήθησαν
Και η φωνή ην φωνή ιαμάτων πολλών και λέγει αυτοίς
Εγώ ειμί η αλήθεια και η ζωή
Εγώ ειμί το φως του κόσμου
το εν τη ζωοποιώ ύλη σπέρμα ζωής και πνοή ζωής
Έρχεται ώρα και νυν εστί
ότε οι βουνοί και τα όρη και η ξηρά και η θάλασσα
αναστήσονται
και τα κοιλώματα της γης εκβλαστήσει ζωήν
και πληρωθήσονται τα έγκατα της θαλάσσης ύδατος ζωού
Και πνεύμα καλόν και άγιον πληρώσει
και κατακυριεύσει την γην και την θάλασσαν
και πάντα τα εν αυτοίς καθαρθήσεται και αγιασθήσεται
και εξανατελεί χόρτον και ζώα λαλούντα και μελωδούντα
και τέρποντα τον αγιάσαντα την γην και την θάλασσαν
και πάντα τα εν αυτοίς Άγιον και Κύριον Μεγαλοδύναμον
Κυρίαρχον Λόγον
*
Και εφάνη ήλιος τηλαυγής τη οικουμένη
Και το φως του Κύριον εσημειώθη επ’ αυτήν
Και εσκίρτησαν τα βρέφη του καλού
εν τη αγία μήτρα του φωτός
Και η γη εστερεώθη
επί των ανέμων και επί πτερύγων ανέμων
*
Και είδοσεν οι μισούντες
Και οι διαλογιζόμενοι το κακόν εφοβήθησαν
και εκρύβησαν εις τα σπήλαια και τας ρωγμάς
και τας οπάς σκότους εξωτέρου
Και ουκ ήθελον συνιέναι
και ουκ ηδυνήθησαν σώσαι την ψυχήν αυτών
από προσώπου αγίου φωτός
*
Και εγένετο πρωί
Και εγένετο ημέρα
Αιών πρώτος του μέλλοντος σύμπαντος του κόσμου
***
*Σημείωση: Σύνοψις της ποιητικής -οραματικής - μου σύνθεσης "Αιών πρώτος", την οποία εμπνεύστηκα και συνέθεσα στη συγκεκριμένη μορφή υβριδικής λόγιας γλώσσας κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών μιας οικογενειακής τραγωδίας (1992-1996) και αποτελεί το τελευταίο μέρος της συλλογής ποιημάτων μου "Νύχτες της βροχής".
Είναι το μοναδικό ποίημα/ σύνθεση που έγραψα στη μορφή αυτή της υβριδικής λόγιας γλώσσας, εν μέρει και με αττική σύνταξη, χωρίς να ακολουθώ κανένα πρότυπο, προφανώς ως διέξοδο από τα οικογενειακά δεινά. Και προτού ασχοληθώ συστηματικά με Όμηρο και πριν αναλάβω με ανάθεση διασκευή αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας από μεγάλο Εκδοτικό Οίκο.
Ωστόσο, πολύ νωρίτερα (1980-1984) είχα διακευάσει από το πρωτότυπο 100 μύθους του Αισώπου σε παραμύθια για παιδιά
(14 βιβλία των 100 σελίδων το καθένα), με ανάθεση από τις ιστορικές πλέον ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΜΠΑΝΆ.
Αυτά για την αλήθεια των απλών καθημερινών πραγμάτων.
Φωτογραφία: Με τον εκαίρετο εκδότη Χρήστο Δάρρα σε έκθεση βιβλίου. Κάπου στε ράφι είναι και "Οι νύχτες; της βροχής"
Λιγότερα

Η Γιασεμή

 

 
 
 
 
 

 
 
 

 

 
 
 
Η Γιασεμή*
👉Η Γιασεμή, το γελαστό κορίτσι. Έτσι τη λέγαμε. Όλοι, αγόρια και κορίτσια. Και η Γιασεμή γελούσε με όλο της το πρόσωπο. Άνοιγε διάπλατα τα ωραία της μάτια κι αγκάλιαζε, θαρρείς, όλο τον κόσμο. Και τι αποχρώσεις έπαιρναν εκείνα τα πρασινογάλαζα
μεγάλα μάτια της.
Φορούσε πάντα μια κορδέλα στα μαλλιά κι ερχόταν μ’ ένα ρούχο θαλασσί, που ανέμιζε ολόγυρα στους αστραγάλους της. Καθίζαμε στον ίσκιο του μεσημεριού και λέγαμε ο καθένας τα δικά του. Κι αυτός ο ίσκιος έτρεφε με των δέντρων την ανάσα τα όνειρά μας και δυνάμωνε την πίστη μας για τη ζωή. Τίποτα δεν μας έλειπε εκείνο τον καιρό. Μες στις λεπτές ανταύγειες του λευκού φωτός, σπιθοβολούσε η ομορφιά του κόσμου. Κι ολόγυρά μας μοσχομύριζαν τριαντάφυλλα και γιασεμιά.
Η Γιασεμή δεν ξέραμε από πού μας είχε έρθει. Ποιος μας την έφερε και πώς. Τίποτα δεν γνωρίζαμε. Ωστόσο, είχε έρθει. Αυτό ήτανε σίγουρο, γιατί την είχαμε τόσον καιρό ανάμεσά μας.Τη νιώθαμε με τις αισθήσεις μας και την αγγίζαμε με όλα τα δάκτυλά μας στο τρυφερό κορμί της.Και την ακούγαμε που σφύριζε τα πιο όμορφα τραγούδια ακόμα και στον ύπνο μας. Έμοιαζε με λουλούδι δροσερό, με τρυφερή πνοή ανέμου, καθώς μας χάιδευε το πρόσωπο και τα μαλλιά και ψύχωνε τα όνειρά μας η μακρινή μας φίλη η Γιασεμή.
Κι ο κόσμος πλάι διάβαινε ποτάμι βουερό με τις χαρές και με τις λύπες του.
Της άρεσε πολύ να κάνει ζωγραφιές πλέκοντας δακτυλίδια τα μαλλιά μας. Τις περισσότερες φορές ζωγράφιζε λουλούδια και πουλιά.Είχε γεμίσει τα τετράδια και τα βιβλία μας. Ζωγράφιζε κι απάνω στην ποδιά και στην καρδιά μας, ακόμα και στους τοίχους των σπιτιών και στο πλακόστρωτο. Είχε γεμίσει τον καιρό με ζωγραφιές.
Ήρθε μετά το υγρό φθινόπωρο. Μαλάκωσε το χώμα, η γη κατάπινε την πρώιμη βροχή με απληστία. Η Γιασεμή χαμογελούσε τρυφερά και μάζευε πευκοβελόνες στην ποδιά της. Κι όλο ξεμάκραινε από μας ωσότου χάθηκε μες στην ομίχλη. Εξαφανίστηκε σαν κάποιο χέρι δυνατό να μας την άρπαξε,
χωρίς να πει ένα λόγο για να μας παρηγορήσει. Δεν έμεινε. Δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να μείνει.
Μπήκε κατόπιν ο χειμώνας και βουλιάξαμε στη λάσπη.Το κρύο πάγωσε τα όνειρά μας και δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε πέρα από το σύνοροπου κόβει τον καιρό στα δυο.
Μας λέγανε για τη Γιασεμή, όσοι την έβλεπαν να αλαργεύει, όχι πως άλλαξε, αλλά στεκόταν ξέμακρα κι έβλεπε αλλού, σε άλλα περβάζια περπατούσε ο νους της. Εμείς ακόμα περιμέναμε να ξαναρθεί η άνοιξη,να μπουν τα πράγματα από την αρχή ξανά στον δρόμο τους, να ξανασμίξουμε στον ίσκιο του μεσημεριού μας, να ξανακάνουμε τη συντροφιά, να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο μας. Και φανταζόμασταν τον ίσκιο πιο παχύ και τη δροσιά πιο ζωντανή κάτω απ’ τον πεύκο κι απάνωθε τον ήλιο τον καυτό που θα ωρίμαζε με φως τα φρούτα του καλοκαιριού. Γεμίζαμε τα μάτια μας εικόνες χαρωπέςκι ο κόσμος άλλαζε με μιας.
Ήρθε η άνοιξη και πέρασε με βιάση από τον ίσκιο μας. Μόνο με τη φτερούγα της μας άγγιξε και διάβηκε σαν όνειρο και άνεμος από τα μάτια μας.
Το καλοκαίρι ξαναγύρισε και περιμέναμε τη Γιασεμή, την τρυφερή μας φίλη να ξανάρθει και να κάνει ζωγραφιές στους τοίχους των σπιτιών στα χέρια μας, στα όνειρα και στα βιβλία μας. Είχαμε μάλιστα στολίσει τα μαλλιά μας με λουλούδια και στα μεγαλωμένα μας κορμιά κυλούσε της αγωνίας ο ιδρώτας και μεγάλωνε το χνούδι της αναμονής στων αγοριών τα μάγουλα. Κοιτάζαμε προς όλες τις μεριές, γυρίζαμε όλους τους δρόμους και τα μονοπάτια, ψάχναμε μες στα μάτια ο ένας του αλλουνού, προσμέναμε μήπως την ξαναφέρει ο καιρός στον ίσκιο μας παντοτινά.
Όμως η Γιασεμή δεν ξαναφάνηκε. Τη χάσαμε. Έτσι αναπάντεχα, όπως είχε έρθει. Έφυγε μέσα από τα χέρια μας. Την πήραν οι πνοές του ανέμου μπορεί και να την έλιωσε η βροχή. Ποιος ξέρει. Μας έμειναν οι ζωγραφιές της στους τοίχους των σπιτιών, στα πρόσωπα και στο πλακόστρωτο. Μας έμεινε το άγγιγμα στ’ ανυποψίαστα κορμιά, μια σπίθα στην καρδιά κι ένας καημός στα μάτια.
Έμεινε κάτι από τη Γιασεμή μας τρυφερκάτι γλυκό και τρυφερό που θέλει πάντα να δακρύζει μέσα μας και να πονάει.
Πέρασαν από τότε άνοιξες και καλοκαίρια ένα σωρό.👈
*
Δεύτερη εκδοχή
***
Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία/ ποίηση
Ελένη Χωρεάνθη: Συλλογή "Ο άλλος κόσμος"          
                                          *
                                  Η Γιασεμή*
Η Γιασεμή, το γελαστό κορίτσι Έτσι τη λέγαμε όλοι
αγόρια και κορίτσια Η Γιασεμή γελούσε με όλο της το πρόσωπο
Άνοιγε διάπλατα τα ωραία της μάτια
κι αγκάλιαζε θαρρείς όλο τον κόσμο
Και τι αποχρώσεις έπαιρναν
εκείνα τα πρασινογάλαζα μεγάλα μάτια της
*
Φορούσε πάντα μια κορδέλα στα μαλλιά
κι ερχόταν μ’ ένα ρούχο θαλασσί
που ανέμιζε ολόγυρα στους αστραγάλους της
*
Καθίζαμε στον ίσκιο του μεσημεριού
και λέγαμε ο καθένας τα δικά του
Κι αυτός ο ίσκιος
έτρεφε με των δέντρων την ανάσα τα όνειρά μας
και δυνάμωνε την πίστη μας για τη ζωή
*
Τίποτα δεν μας έλειπε εκείνο τον καιρό
Μες στις λεπτές ανταύγειες του λευκού φωτός
σπιθοβολούσε η ομορφιά του κόσμου
Κι ολόγυρά μας μοσχομύριζαν τριαντάφυλλα
και γιασεμιά
*
Η Γιασεμή δεν ξέραμε από πού μας είχε έρθει
Ποιος μας την έφερε και πώς
Τίποτα δεν γνωρίζαμε
Ωστόσο
είχε έρθει
Αυτό ήτανε σίγουρο,
γιατί την είχαμε τόσον καιρό ανάμεσά μας
Τη νιώθαμε με τις αισθήσεις μας
και την αγγίζαμε με όλα τα δάκτυλά μας
στο τρυφερό κορμί της
*
Και την ακούγαμε
που σφύριζε τα πιο όμορφα τραγούδια
ακόμα και στον ύπνο μας
Έμοιαζε με λουλούδι δροσερό
με τρυφερή πνοή ανέμου
καθώς μας χάιδευε το πρόσωπο και τα μαλλιά
και ψύχωνε τα όνειρά μας
η μακρινή μας φίλη
η Γιασεμί.
Ο κόσμος πλάι διάβαινε ποτάμι βουερό
με τις χαρές και με τις λύπες του
*
Της άρεσε πολύ να κάνει ζωγραφιές
πλέκοντας δακτυλίδια τα μαλλιά μας
Τις περισσότερες φορές ζωγράφιζε λουλούδια και πουλιά
Είχε γεμίσει τα τετράδια και τα βιβλία μας
Ζωγράφιζε κι απάνω στην ποδιά και στην καρδιά μας
ακόμα και στους τοίχους των σπιτιών
και στο πλακόστρωτο.
Είχε γεμίσει τον καιρό με ζωγραφιές
*
Ήρθε μετά το υγρό φθινόπωρο
Μαλάκωσε το χώμα
κι η γη κατάπινε την πρώιμη βροχή με απληστία
Η Γιασεμί χαμογελούσε τρυφερά
και μάζευε πευκοβελόνες στην ποδιά της
*
Κι όλο ξεμάκραινε από μας
ωσότου χάθηκε μες στην ομίχλη.
Εξαφανίστηκε
σαν κάποιο χέρι δυνατό να μας την άρπαξε
χωρίς να πει ένα λόγο για να μας παρηγορήσει
Δεν έμεινε
Δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να μείνει
*
Μπήκε κατόπιν ο χειμώνας και βουλιάξαμε στη λάσπη
Το κρύο πάγωσε τα όνειρά μας
και δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε
πέρα από το σύνορο
που κόβει τον καιρό στα δυο
*
Μας λέγανε για τη Γιασεμί
όσοι την έβλεπαν να αλαργεύει
όχι πως άλλαξε
αλλά στεκόταν ξέμακρα κι έβλεπε αλλού
σε άλλα περβάζια περπατούσε ο νους της
*
Εμείς ακόμα περιμέναμε να ξαναρθεί η άνοιξη
να μπουν τα πράγματα
από την αρχή ξανά στον δρόμο τους
να ξανασμίξουμε στον ίσκιο του μεσημεριού μας
να ξανακάνουμε τη συντροφιά
να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο μας
*
Και φανταζόμασταν τον ίσκιο πιο παχύ
και τη δροσιά πιο ζωντανή κάτω απ’ τον πεύκο
κι απάνωθε τον ήλιο τον καυτό
που θα ωρίμαζε με φως τα φρούτα του καλοκαιριού
Γεμίζαμε τα μάτια μας εικόνες χαρωπές
κι ο κόσμος άλλαζε με μιας
*
Ήρθε η άνοιξη
και πέρασε με βιάση από τον ίσκιο μας
Μόνο με τη φτερούγα της μας άγγιξε
και διάβηκε σαν όνειρο και άνεμος από τα μάτια μας.
*
Το καλοκαίρι ξαναγύρισε και περιμέναμε τη Γιασεμί,
την τρυφερή μας φίλη να ξανάρθει
και να κάνει ζωγραφιές στους τοίχους των σπιτιών
στα χέρια μας
στα όνειρα και στα βιβλία μας
*
Είχαμε μάλιστα στολίσει τα μαλλιά μας με λουλούδια
και στα μεγαλωμένα μας κορμιά κυλούσε
της αγωνίας ο ιδρώτας
και μεγάλωνε το χνούδι της αναμονής
στων αγοριών τα μάγουλα
*
Κοιτάζαμε προς όλες τις μεριές
γυρίζαμε όλους τους δρόμους και τα μονοπάτια
ψάχναμε μες στα μάτια ο ένας του αλλουνού
προσμέναμε μήπως την ξαναφέρει ο καιρός
στον ίσκιο μας παντοτινά
*
Όμως η Γιασεμί δεν ξαναφάνηκε
Τη χάσαμε
Έτσι αναπάντεχα όπως είχε έρθει
Έφυγε μέσα από τα χέρια μας
Την πήραν οι πνοές του ανέμου
μπορεί και να την έλιωσε η βροχή
Ποιος ξέρει
*
Μας έμειναν οι ζωγραφιές της
στους τοίχους των σπιτιών
στα πρόσωπα και στο πλακόστρωτο
Μας έμεινε το άγγιγμα στ’ ανυποψίαστα κορμιά
μια σπίθα στην καρδιά
κι ένας καημός αγιάτρευτος
*
Έμεινε κάτι από τη Γιασεμί μας τρυφερό
κάτι γλυκό και όμορφο
που θέλει πάντα να δακρύζει μέσα μας
και να πονάει
Πέρασαν από τότε
άνοιξες και καλοκαίρια ένα σωρό.
*
(Ανέκδοτο)
*
Παλαιό Φάληρο, 6 Σεπτεμβρίου 2024
*
Σημείωση: Πρόκειται για διασκευή του διηγήματός μου
"Η Γιασεμή" από τη συλλογή διηγημάτων μου "ο άλλος κόσμος".
Εικονογράφηση: Υβέτ Παπαδοπούλου
Εκδόσεις: σύγχρονη εποχή, αθήνα 1986 Λιγότερα
Λιγότερα
Μπορεί να είναι εικαστικό. Μπορεί να είναι doodle κείμενο

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Η τελευταία λέξη

 

 
 
 
 
 

 
 
 
 
 
 
Από τα "...εκ του προχείρου" τα πιο μόνιμα και αληθινά..."
                Η τελευταία λέξη
Την τελευταία μου λέξη δεν την έγραψα ακόμα
τον τελευταίο στίχο μου θα τόνε γράψω όταν έρθει
κανείς εμένα δεν θα με προστάξει
τι να πω και πότε
εκτός απ’ το Θεό και την πατρίδα
*
Όλους τους έχασα δικούς μου και τους φίλους
από το παρελθόν δεν έμεινε κανένας
μια ερημιά με περιζώνει
όταν γυρίζω να κοιτάξω πίσω
να ρωτήσω κάτι από τα παλιά μας χρόνια
τ’ αδέρφια μου όλα έχουν “φύγει” από καιρό
*
Ο τελευταίος μου στίχος θα ‘ναι τρυφερός
ο πιο γλυκός κι ο πιο αγαπημένος
ευρύχωρος
που να χωράει όλου του κόσμου τους καημούς
και θα κερνάει “μοσχοφίλερο κρασί”
το πιο καλό
όλο τον κόσμο των ψυχών
*
Η τελευταία λέξη δεν ειπώθηκε ακόμα
ο τελευταίος μου στίχος θα ΄ναι ο πιο γενναίος
*
Παλιό Φάληρο, 3. 8. 2026/ 4. 9. 2026
Λιγότερα



Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Η Μοίρα των βιβλίων

 

 
 
                                              
 
 

 
 

 
 
 
 
 
 
 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 
 
 
 
Ελένη Χωρεάνθη: Επιλογή/ παρουσίαση: Πολιτισμός/ Τέχνες 
                    Η μοίρα των βιβλίων
“Λαϊκή όπερα/ Σταυρός του Γένους/ Κοσμάς ο Αιτωλός*”
Συμπληρώνονται σήμερα 47 χρόνια από τη μεγάλη παράσταση του έργου στο θέατρο Λυκαβηττού.
👉 Ίσως, το έργο αυτό να μην είχε γίνει ποτέ, αν δεν είχα “κλέψει” ένα εξαιρετικό βιβλίο του Φάνη Μιχαλόπουλου: Κοσμάς ο Αιτωλός (Πατροκοσμάς) Βίος και διδαχές, όταν ήμουν σε κάποιο Δημοτικό σχολείο όπου σε μια άδεια αίθουσα ήταν παλιά βιβλία πεταμένα σωρηδόν στο πάτωμα για άχρηστα. Ο πεφωτισμένος Διευθυντής του Σχολείου έκανε εκκαθάριση του χώρου για τα... καινούρια βιβλία…
Ο Κώστας Χωρεάνθης, είχε διαβάσει το βιβλίο και όταν ο Βενάρδος αναζητούσε ποιητή να γράψει ένα κείμενο για μελοποίηση, ανάλαβε να γράψει εκείνος ένα συνθετικό ποίημα “το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είχε την τύχη να μελοποιηθεί από το διαλεχτό συνθέτη Σωκράτη Βενάρδο” και να παρουσιαστεί σε “μορφή λαϊκής όπερας”, στις 24. 8. 1979 στο Θέρμο Τριχωνίδας Αιτωλοακαρνανίας, στις 3. 9. 1979 στο θέατρο Λυκαβηττού και στη συνέχεια σε πολλές πόλεις σε όλη την Ελλάδα, από τα Ιωάννινα ίσαμε την Κρήτη, στα Χανιά.
*
“Λαϊκή όπερα/ Σταυρός του Γένους/ Κοσμάς ο Αιτωλός*”
Μουσική σύνθεση: Σωκράτης Βενάρδος * Ποίηση κώστας Χωρεάνθης
Σκηνοθεσία Γιώργου Μεσσάλα σκηνικά και κουστούμια Κλ. Κλώνη
Αφηγητές: ο Χρήστος Πάρλας, ο Γιώργος Μεσσάλας και ο Νικήτας Τσακίρογλου.
Έλαβαν μέρος επίσης:
Στο ρόλο του Εβραίου: ο ηθοποιός Θεόδωρος Δημήτριεφ
Στο ρόλο του Αγίου Κοσμά: Ο πατήρ Χρήστος Κυριακόπουλος
Και εκατονταμελής χορωδία ιεροψαλτών και ορχήστρα.
Η μεγαλειώδης, επίσημη παράσταση ανεβάστηκε στο θέατρο Λυκαβηττού, δέκα ημέρες μετά την παράσταση στο Θέρμο, στις 3 Σεπτεμβρίου 1979 και συγκέντρωσε 4500 χιλιάδες κόσμο. Ακολούθησαν παραστάσεις σε πολλές πόλεις, Στα Ιωάννινα, το Αγρίνιο, το Μεσολόγγι και ίσαμε την Κρήτη, στα Χανιά.
Λιγότερα
Μπορεί να είναι εικόνα πλήθος. Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα. Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο. Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα
Κοινοποίησε μια δημοσίευση

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Εκ του προχείρου "Καλημέρα"

 

 
 
 
 

 
 
 
 
 

Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία/ ποίηση
Ελένη Χωρεάνθη: "Εκ του προχείρου ακατέργαστο και προφανές"
                          "...Καλημέρα...*"
Χρόνους πολλούς περιπλανήθηκα σε μέρη ξωτικά
είδα και έπαθα και έμαθα πολλά στου χρόνου τα γυρίσματα
και τις καταπακτές
έφτασα ως το χείλος σκοτεινής αβύσσου
Είδα τ' αστέρια να τυλίγονται στου χρόνου την ανέμη
και τα πουλιά να γίνονται βιολιά στης νύχτας το λιβάδι
Κι είδα τον ήλιο ν' ανατέλλει αντίθετα
προς τη φορά του κόσμου
και τα ηφαίστεια να φλέγονται και να κυλάει το φως πυρινη λάβα
να καλύπτει τις οάσεις
χωριά και πολιτείες ν' αφανίζονται
και να ξαναγεννιούνται ευθύς από την τέφρα τους
Ανάβλεψα
*
Είδα τ' αστέρι τον Αυγερινό στην άψη του
και τον Αποσπερίτη φθονερό
ν' αναβει ένα κερί στο θυμωμένο πέλαγος
είδα στον ξάστερο ουρανό ένα γαλάζιο σύννεφο
να παίρνει όψη λιονταριού κι αρκούδας νύχια
γύρισα κι είπα στην ψυχή μου
καληνύχτα
*
Τότε ξεδίπλωσα δέκα οργιές καινούριον ουρανό
τον κέντησα μ' αστέρια και πουλιά
και φύτεψα μια τριανταφυλλιά στο κούτελο του ήλιου κόκκινη
ολοπόρφυρη φλόγα των ηφαιστείων
κι αράγιστο είδα τον ουρανό πάνω από τη σκέψη μου
δέκα εκατομμύρια οργιές
είκοσι δισεκατομμύρια αιώνες μέρα
και μού γνεψε και μου είπε
Καλημέρα
*
Παλαιό Φάληρο, 8. 7. 2026
*
Εκ του προχείρου ακατέργαστο και προφανές.
*
Φωτογραφία: Ανατολή ηλίου πάνω από τη λίμνη Τριχωνίδα
Λιγότερα
Μπορεί να είναι εικόνα μελέτη και γυαλιά. Μπορεί να είναι εικόνα λίμνη, λυκόφως και ορίζοντας