Αρχαία και σύγχρονη ποίηση
Ελένη Χωρεάνθη: Ευριπίδης: Ηλέκτρα*
Συνάντηση Ορέστη Πυλάδη Ηλέκτρας*

“...Όσοι είναι άξιοι να βάλουν τάξη και να είναι καλοί κυβερνητές στο σπιτικό τους, αυτοί είναι ικανοί να κυβερνούν σωστά και τις πόλεις. Οι κούφιοι, οι ανόητοι, δεν είναι παρά για να πιάνουν άδικα τον τόπο, αθύρματα, να σαν τα αγάλαματα στην αγορά, για στολίδια, θαρρείς...”

[Ευριπίδης: Ηλέκτρα/ είκοσι τέσσερα γράμματα/ βιβλίο 3]*

"...Ο ξωμάχος κοίταξε με απορία τη γυναίκα του.

-Ε, τότε, τι τους κρατάς τους ανθρώπους εδώ έξω; Για τόσο σημαντι κούς ανθρώπους οι πόρτες του σπιτιού μου δεν έπρεπε να είναι ανοιχτές; Μας φέρνουν καλά νέα από τον αδερφό σου, που τον νομίζαμε χαμένο, εμπρός, λοιπόν, τι καθόμαστε; Περάστε μέσα, κοπιάστε στο φτωχικό μας, να φάμε κα να πιούμε από τα βρισκούμενα. Γυναίκα, ντροπή να κρατάς τους ξένους μας στην αυλή. Κι εσείς, λέει στους σκλάβους που ακολουθούσαν τον Ορέστη και τον Πυλάδη, πάρτε τα πράγματά τους και φέρτε τα μέσα στο σπίτι.

Ο Ορέστης γύρισε και κοίταξε εξεταστικά τον Πυλάδη, για να διαπιστώσει αν ήταν κατάλληλη η στιγμή να μπουν στο σπίτι κι εκείνος φάνηκε διστακτικός. Ίσως ήταν ένας τρόπος να βεβαιωθούν αν ο ξωμάχος ήταν ειλικρινής μαζί τους. Κοντοστάθηκαν αναποφάσιστοι. Κι εκείνος βλέποντας το δισταγμό τους, απόρησε με τη στάση τους.

-Α, σας παρακαλώ, δεν φαντάζομαι να μην καταδέχεστε να μπείτε στο καλύβι μου, περάστε μέσα! Είναι χαρά κι ευχαρίστησή μου, τιμή μου να σας φιλοξενήσω, ένας λόγος παραπάνω που έρχεστε συστημένοι από φίλο. Μη βλέπετε που ζω εδώ σ' αυτήν τη χαμοκέλα, μπορεί να είμαι φτωχός, μπορεί και να γεννήθηκα φτωχός, αλλά είμαι Μυκηναίος από καλή γενιά και ξέρω να τιμώ τους ξένους. Δεν είμαι γω κακομοίρης και δεν πρόκειται να φερθώ σαν αγενής.

Ο Ορέστης τα 'χασε. Κοίταξε μια τον Πυλάδη κι ύστερα απευθυνόμενος στην Ηλέκτρα, ύψωσε τα χέρια προς τον ουρανό.

-Για όνομα των θεών! Αναφώνησε. Αυτός είναι ο άντρας, που μας είπες πρωτύτερα πως δεν σε άγγιξε ποτέ ως σύζυγο από σεβασμό, που ήσουν μια βασιλοπούλα, κόρη του Αγαμέμνονα κι από ντροπή να μη φανεί στα μάτια του αδερφού σου τιποτένιος, αν κάποτε φανερωνόταν; Αλήθεια;

Η Ηλέκτρα έριξε το βλέμμα της γεμάτο τρυφερότητα και ευγνωμοσύνη πάνω στον άνθρωπο που την προστάτευε και τη σεβόταν, ενώ είχε κάθε δικαίωμα να την κάμει γυναίκα του, πλαγιάζοντας μαζί της, στο πρόσωπό της πήρε να χαράζει μια απολαμπίδα καλοσύνης, μαλάκωσε.

-Ναι, αυτός ο καλός άνθρωπος που βλέπετε, θεωρείται σύζυγός μου, εμένα της αξιολύπητης! Κι αφού εκείνος έχει την καλοσύνη να σας καλεί στο σπίτι, περάστε μέσα να σας φιλέψουμε από τα βρισκούμενα.

Ορέστης κούνησε το κεφάλι. Έκανε μερικά βήματα πίσω, κοίταξε τον ξωμάχο, τον μέτρησε με το βλέμμα του γεμάτο ευγνωμοσύνη κι έμεινε ακίνητος. Από το μυαλό του πέρασαν αστραπιαία κάποιες σκέψεις.

“Ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά του ανθρώπου δεν εξαρτάται από την καταγωγή ούτε παίζει πάντα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη και στο φέρσιμό του. Είναι όλα τόσο μπερδεμένα. Δεν βρίσκεις άκρη. Κι ο πλούτος όπως κι η φτώχεια δεν είναι καλοί σύμβουλοι. Μπορούν εξίσου να σπρώξουν τον άνθρωπο στο κακό. Το ίδιο βλέπεις και στον πόλεμο. Όσοι βαστούν κοντάρια δεν σημαίνει πως είναι άξιοι και γενναίοι! Αυτά είναι γραμμένα από την μοίρα. Και κανείς δεν μπορεί να τ' αλλάξει".

Σώπασε για λίγο. Και στυλώνοντας το βλέμμα του πάνω στον ξωμάχο, που άκουγε και από αμηχανία χάιδευε τα λερωμένα γένια του, συνέχισε.

"Να, για παράδειγμα, αυτός ο άνθρωπος, είπε. Δεν είναι κανένας ξεχωριστός από κείνους τους Αργείους, που καυχώνται και καμαρώνουν για τα μεγαλεία, για τα υπάρχοντά τους και για τη δόξα. Ένας φτωχός άνθρωπος, ένας ξωμάχος είναι. Κι όμως μέσα σ' όλο αυτό το άθλιο πλήθος που περηφανεύονται για την ευγενική καταγωγή τους, αυτός εδώ ο άνθρωπος ξεχωρίζει. Και σας λέω και τούτο: Αν κι εσείς δεν κρίνετε σωστά, γιατί σας λείπει η σύνεση, με τον ίδιο τρόπο δεν θα εκτιμήσετε τη συμπεριφορά και το χαρακτήρα των άλλων ανθρώπων;

Όσοι είναι άξιοι να βάλουν τάξη και να είναι καλοί κυβερνητές στο σπιτικό τους, αυτοί είναι ικανοί να κυβερνούν σωστά και τις πόλεις. Οι κούφιοι, οι ανόητοι, δεν είναι παρά για να πιάνουν άδικα τον τόπο, αθύρματα, να, σαν τα αγάλματα στην αγορά...

Κι ούτε είναι απόλυτα σίγουρο πως ένας ρωμαλέος σωματικά έχει και ανάλογη ψυχική αντοχή. Παίζει σπουδαίο ρόλο η ψυχοσύνθεση, η τόλμη του καθενός. Και νομίζω πως κι η κόρη του, αυτή εδώ που βλέπουμε κι εκείνος που λείπειαυτή τη στιγμή, και που εξαιτίας του βρισκόμαστε τώρα εδώ, είναι παιδιά αντάξια του Αγαμέμνονα. Δεν νομίζεις κι εσύ;” Γύρισε κι είπε στον Πυλάδη, τον ξάδερφό του κι αγαπημένο αχώριστο φίλο. “Η ευγένειά τους αυτών εδώ των ανθρώπων με σκλαβώνει. Με υποχρεώνει να τους σεβαστώ. Αξίζει, νομίζω, να δεχτούμε να μας φιλοξενήσουν. Προτιμώ να με φιλοξενεί με την καρδιά του ένας φτωχός, τίμιος άνθρωπος, παρά ένας πλούσιος. Εμπρός, εσείς εκεί, ακόλουθοί μου, σηκώστε από κάτω τα πράγματά μας και μπείτε στο σπίτι. Δεν κρύβω τη χαρά μου για την υποδοχή που μας κάνει αυτός εδώ ο άνθρωπος, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν θα προτιμούσα να με φιλοξενούσε στα ευρύχωρα, ευτυχισμένα μέγαρά του ο αδερφός σου, κυρά. Αλλά πού ξέρεις, μπορεί καμιά φορά να παρουσιαστεί άξαφνα μπροστά σου...Και τότε, καταλαβαίνεις τι έχει να γίνει! Εγώ προσωπικά, έχω λόγους να θεωρώ σωστούς τους χρησμούς του Απόλλωνα. Δε δίνω όμως ποτέ βάση στις μαντικές των θνητών. Αφού το θέλει ο νοικοκύρης αυτού του σπιτιού, θα μπούμε στο φτωχικό του…”
*
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου