Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2023

Κανείς δε με ρώτησε

Η ανθρώπινη περιπέτεια σε τέσσερεις πράξεις

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //

 

Φιλομήλα Βακάλη «Κανείς δε με ρώτησε», εκδ. Αστάρτη, 2022

 

Η Φιλομήλα Βακάλη ως συγγραφέας και εικονογράφος βιβλίων έχει κάνει αισθητή την παρουσία της από το πρώτο της βιβλίο στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και εφήβους. Και έχει δώσει την ψυχή και την καρδιά της απλόχερα, απλά ωστόσο, σεμνά, αθόρυβα.

Ως συγγραφέας συνθετικού έργου, μυθιστορήματος αξιώσεων, κάνει την εμφάνισή της για πρώτη φορά, αλλά δυναμικά, με ένα βιβλίο 376 σελίδων και τυπογραφικά άψογο, με εντυπωσιακό εξώφυλλο, το οποίο είναι έργο του γιου της, ταλαντούχου ζωγράφου Θοδωρή Συρογιαννόπουλου.

Ο τίτλος του βιβλίου, Κανείς δε με ρώτησε. Μια απλή, καθημερινή φράση την οποία ο καθένας μας σίγουρα την έχει πει πολλές φορές στη ζωή του. Όπως τίθεται σε πρώτο πρόσωπο, δημιουργεί την εντύπωση έκφρασης παραπόνου, αλλά και θυμού. Αυτομάτως ο αναγνώστης μπαίνει στον πειρασμό να σκεφτεί πως ο σκοπός της είναι καταγγελτικός. Εμπεριέχει αγανάκτηση, αλλά και αντιπαράθεση, παρά το ήπιο της διατύπωσης.

Εδώ, όμως, το παράπονο, ο θυμός, η αγανάκτηση δεν περιορίζονται στο “εγώ”, αλλά αφορούν το σύνολο της κοινωνίας, έχουν από τη βάση τους καθολικότητα. Σε πρώτο επίπεδο, η υπόθεση, όπως ξεκινάει με τη Μυρτώ – αφηγήτρια της πρώτης ιστορίας – σε μια δημοπρασία έργων τέχνης, παρακολουθεί τη ζωή και την πορεία μιας τακτοποιημένης μεσοαστικής ελληνικής οικογένειας από τη στιγμή που η ξαφνική απώλεια της μητέρας έφερε τα πάνω κάτω στο σπιτικό. Στην εξέλιξη του μυθιστορήματος, η κοινωνική αποσάθρωση και η πολιτική αστάθεια, ο εμφύλιος σπαραγμός – ο οποίος ακολούθησε την ιταλογερμανική κατοχή, αποδεκάτισε τον ελληνικό πληθυσμό και δημιούργησε ακαταμέτρητο κοινωνικό και πολιτικό χάος, δίχασε τον κόσμο και δημιούργησε αντιπαλότητες και πάθη που ακόμα δεν ξεπεράστηκαν – αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο η συγγραφέας, με ευαισθησία και με τον δικό της λεπτεπίλεπτο τρόπο, κεντάει την περιπέτεια που βίωσαν τα μέλη μιας οικογένειας, πιθανώς της δικής της, ύστερα από έναν οδυνηρό ξεριζωμό και τη βίαιη μετανάστευση στην πρωτεύουσα, στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν και να ορθοποδήσουν μέσα στη νέα κατάσταση.

Παράλληλα, ωστόσο, την ίδια πραγματικότητα βιώνουν καθημερινά όχι μόνο οι Έλληνες, αλλά και εκατομμύρια άνθρωποι πάνω στη γη, εξαιτίας των πολέμων που κάνουν πρόσφυγες τον μισό πληθυσμό και πεινασμένους ή τουλάχιστον αναγκεμένους τον άλλο μισό, προς όφελος μιας μερίδας ολίγων αρχόντων, οι οποίοι ζουν σε βάρος των πολλών που δημιουργούν ενδεείς υφισταμένους.

Η Φιλομήλα Βακάλη καταγράφει την ιστορία μιας ελληνικής οικογένειας με ήρωες τα μέλη της, όπως εξελίσσεται παράλληλα με την πανανθρώπινη τραγωδία, σε τέσσερις ιστορίες καθημερινών ανθρώπων με διαφορετική προέλευση, οι οποίες δένονται μεταξύ τους με κοινό παρονομαστή την περιπετειώδη πορεία της οικογένειας. Ένας παράλογος ξεριζωμός, ένας ζωγραφικός πίνακας, μια διαρκής ανακύκλωση σωστών ή λαθεμένων επιλογών ρυθμίζει την ανθρώπινη περιπέτεια.

Πρόκειται για μυθιστόρημα γραμμένο με γνώση των ιστορικών γεγονότων και φαντασία όσο και ρεαλιστικό, επίκαιρο όσο ποτέ και διαχρονικό, πολυεπίπεδο, πολυπρόσωπο, με θαυμάσια πλοκή και ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

“…Θυμήθηκε, εικόνα τραγική, το παιδί του στα χέρια του χρυσοχόου όταν, καψαλισμένο αλλά ζωντανό, το έβγαζε από το λαμπαδιασμένο σπίτι του. Ο σταυρός στη χούφτα του, κάρβουνο αναμμένο, γέμισε φόβο δαιμονικό την ψυχή του. Σαν αρρώστια θανατερή, φωτιά και θεία δίκη έλιωσαν το σίδερο του μίσους, που είχε μετατρέψει στα χαρακώματα ξένων συμφερόντων χθεσινούς φίλους σε θανάσιμους εχθρούς. Το αγριεμένο θεριό μέσα του μαλάκωσε, αρπάζοντας τη μικρή στην αγκαλιά του, άνοιξε δρόμο για το καΐκι. Φοβισμένη μη τυχόν και ξεμείνει, ακολουθούσε ξοπίσω τους τώρα η γυναίκα. Αμίλητος, συλλογισμένος για όσα σμίγουν τους ανθρώπους, για όσα τους χωρίζουν, λίγο πριν επιβιβαστούν, πέρασε στο λαιμό της μικρής το σταυρό, ‘με τον Αλλάχ και το Χριστό’, ψιθύρισε. Στα μαύρα πάθη, καντηλιού τρεμόφεγγη αναλαμπή, αχνόφεξε η καλοσύνη!

     Το καΐκι τις άφησε στη Μυτιλήνη, από κει ξεκίνησαν με καράβι για τον Πειραιά. Η φρίκη της καταστροφής και της ψυχής η ανεμοζάλη αδύνατον με λόγια να εκφραστούν. Οι κατατρεγμένοι, όσοι πήραν το δρόμο για τον άλλο κόσμο, δεν έχουν μιλιά, κι όσοι επέζησαν θέλουν να τα ξεχάσουν. Η μικρή Γερανουί άφησε πίσω την πρώτη ζωή. Μια φωτιά, ένας καπνός έχει απομείνει, πριν απ’ αυτό ένα κενό. Πιασμένη απ’ την άκρη ενός ρούχου, βαρκούλας άρμενο, ακολούθησε το μέλλον…

Στριμώχνεται, σπρώχνει, φτάνει κοντά της, αρπάζεται απ’ την άκρια του ρούχου, βγάζοντας μια κραυγή, την τραβά δυνατά. Την ξανατραβά πιο δυνατά. Η γυναίκα γυρίζει απότομα, στα μάτια της διαγράφεται η απορία. Της κουνά το κεφάλι αρνητικά ενώ προσπαθεί να απαγκιστρωθεί. Η μικρή βλέπει μια ξένη, ωστόσο συνεχίζει να κρατά το ρούχο επίμονα, πεισματικά. Κάτι ακατανόητο της συμβαίνει και είναι αδύνατο να ξεχωρίσει, σαν κομμάτι της μάνας αναπόσπαστο, τη γυναίκα από το ρούχο. Η γυναίκα κάθε τόσο αντιδρά, ώσπου κουράζεται, είναι και η λύπηση, μαλακώνει. Σκέφτεται πως μπορεί να εμφανιστεί η μητέρα της, παρατημένη την αφήνει να σέρνεται πίσω της.

     Το λιμάνι δεν απέχει πολύ, όμως απόκαμε, θέλει να ξαποστάσει. Ψάχνει για απάγκιο να περάσει τη νύχτα, η μικρή, πάντα γαντζωμένη στο ρούχο, την ακολουθεί. Άστο, σκέφτεται πάλι, νύχτα είναι θα περάσει, αύριο με το φως της μέρας μπορεί κάποιος δικός της να φανεί. Καθώς γέρνει πάνω της η μικρή, νιώθει μια ζεστασιά, από μονάχη καλύτερα, αφήνεται και τις παίρνει ο ύπνος τη μια ακουμπισμένη στην αγκαλιά της άλλης…”

Οι περιγραφές της είναι έξοχες, δυναμικές και συγχρόνως απλώνουν μπροστά μας ζοφερές εικόνες που δημιουργούν τοπία πολέμου, ανθρώπινα τραγικά τοπία. Άνθρωποι που μέχρι πριν λίγο ήταν, αν όχι φίλοι, γείτονες και συμβιούσαν αρμονικά, ξαφνικά βρέθηκαν εχθρικά αντιμέτωποι.

 

Φιλομήλα Βακάλη

 

Ο ξεριζωμός των Ελλήνων από την Ιωνία δεν μπορούσε να μην απασχολήσει τη συγγραφέα, η οποία εστιάζει σχεδόν πάντα το ενδιαφέρον της στο άνθρωπο και τη μοίρα του. Ειδικό βάρος μέσα στο βιβλίο θα έλεγα ότι κατέχει ο ρόλος ενός συγκεκριμένου προσώπου, της Γερανουί – ηρωίδας της τελευταίας ιστορίας – καθώς ξετυλίγεται η βασανισμένη ζωή της από την ώρα που βρέθηκε στο λιμάνι της Σμύρνης, ένα κοριτσάκι σαν κλαδάκι ξεκλωνιασμένο, μόνο και τρομαγμένο, ίσαμε τη στιγμή που πιάστηκε από το φουστάνι μιας άγνωστης γυναίκας και την ακολούθησε μέχρι να μπει σε ένα πλούσιο σπίτι και να βιώσει ακόμα και μια απόπειρα βιασμού από μέλος της “καθώς πρέπει” οικογένειας, οπότε και πήρε την κατάσταση στα χέρια της και συνέχισε τη ζωή της στην Αθήνα, με όλα τα συν και τα πλην.

Μέσα από τη δική της συνεχιζόμενη περιπέτεια, καταγράφεται και η ζωή στη μεταπολεμική Αθήνα με τους πρόσφυγες, σε μια Αθήνα όπου συνωθούνται άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα και ο καθένας προσπαθεί να επιβιώσει, είτε αγωνιζόμενος τίμια, είτε προσπαθώντας να αναρριχηθεί κοινωνικά με κάθε μέσο, κυρίως αθέμιτο.

Μέσα στον κοινωνικό αναβρασμό, η Γερανουί θα χτίσει τον δικό της κόσμο με τα μέσα που διαθέτει, κυρίως με την ευαισθησία και την εντιμότητά της. Θα βιώσει τα πάντα. Κι έναν ξαφνικό  μεγάλο έρωτα με τον Μηνά, τον πλανόδιο καλλιτέχνη που για ένα διάστημα θα δώσει νόημα και ομορφιά στη ζωή της, ίσαμε το δραματικό τέλος εκείνου, το οποίο θα σφραγίσει και το δικό της “τέλος” ή την αρχή μιας καινούργιας ζωής.

Το τραγούδι που εξακολουθεί να παίζει το γραμμόφωνο στο κλείσιμο του μυθιστορήματος, “Θα σε πάρω να φύγουμε”, σε συνδυασμό με τις παραισθήσεις που δημιουργούνται από τη λιποθυμία της Γερανουί, δημιουργεί στον υποψιασμένο αναγνώστη την εντύπωση πως ο Μηνάς δεν πέθανε και κάποια στιγμή θα γυρίσει ζωντανός, για να δικαιωθεί και των δύο ο αγώνας. Αφήνει, έτσι, ένα παρήγορο μήνυμα πως η ζωή συνεχίζεται και τίποτα δεν χάνεται. Όπως στις αρχαίες τραγωδίες, στο δράμα πάντα υπάρχει “κάθαρση”.

Και το Κανείς δε με ρώτησε δεν είναι άλλο από ένα δράμα σε τέσσερις πράξεις, που φτάνει στην κορύφωση και τέλος στην κάθαρση.

 

 

Ελένη Χωρεάνθη, 15 Ιανουαρίου 2023, Παλαιό Φάληρο

 

 Αναρτήθηκε στις18 Ιανουαρίου 2023

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου