Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Η φουντουκιά

«Η φουντουκιά» της Ελένης Χωρεάνθη ☆ Αύγουστος του ’22, διηγήματα για την Μικρασιατική Καταστροφή

 

 

 

 

Μνήμες από το ολοκαύτωμα της Σμύρνης

«Η φουντουκιά»

Διήγημα της Ελένης Χωρεάνθη

☆ Αύγουστος του ’22, διηγήματα για την Μικρασιατική Καταστροφή

Επιμέλεια αφιερώματος: Ελένη Γκίκα


Στη μνήμη του πατέρα μου Αναστασίου  Ι. Τσικριτέα

 

…Η Μικρασιατική καταστροφή, ο αφανισμός της ιωνικής ενδοχώρας και ο διωγμός των Ελλήνων από τις εστίες τους, δεν έχει ίσως προηγούμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά και δεν διαφέρει από τους σύγχρονους, βάναυσους, βίαιους και αιματηρούς εκπατρισμούς αθώων πολιτών.

       Ωστόσο, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες ήταν άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα, χωρίς εξαίρεση, ευκατάστατοι και άνθρωποι υποδεέστεροι οικονομικά, άνθρωποι του πνεύματος, που άφηναν πίσω τους την αρχοντιά, τις σχολές, το βιος και τα υπάρχοντά τους, την ιστορία και τον πολιτισμό τους, μια ιστορία κι έναν πολιτισμό θαυμαστό, το άνθος των προσπαθειών και των αγώνων αιώνων, που ευδοκιμούσε και άνθιζε εκεί εκατονταετίες ολόκληρες, για να παραδοθεί στη λεηλασία και τη φωτιά…*”

 

Γεννήθηκα και πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στο Λυκοχώρι Τριχωνίδας Αιτωλοακαρνανίας, ένα ορεινό χωριό, με ρίζες αρχαίες, ωστόσο, Προσήλια λεγόταν τότε, αλλά από το 1950 και μετά, λέγεται Αγία Βαρβάρα.

Από νωρίς, όταν άρχισα να βλέπω γύρω μου και να μαθαίνω τον όμορφο κόσμο, ανάμεσα στα φυτά και τα δέντρα του κήπου ξεχώρισα ένα κλαράκι εντελώς διαφορετικό από τα άλλα. Εντύπωση μου προκαλούσε η πυκνή φυλλωσιά των βλαστών και οι παράξενοι καρποί του.

-Είναι φουντουκιά, μου εξήγησε ο πατέρας μια μέρα που τον ρώτησα, τη λένε και λεπτοκαρυά. Έχει μεγάλη ιστορία, παιδί μου. Μην το βλέπεις έτσι δεντράκι φουντωτό, όταν ήρθε εδώ ήταν ένα τόσο δα καρπουδάκι, ήταν ένας σπόρος, κάπως έτσι, είπε κι έδειξε δύο κόμπους στο δείχτη του αριστερού χεριού του. Αν μιλούσε θα μας ιστορούσε τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής του από κει που ξεκίνησε ίσαμε να φτάσει εδώ. Και μη θαρρείς πως ήταν εύκολο το μακρύ ταξίδι μας. Μαζί τα ζήσαμε όλα τα βάσανα. Ένας Θεός ξέρει, αν ξέρει, αν μπορούσε ο Θεός να περπατήσει μαζί μας…

Αν μιλούσε η φουντουκιά…

 

Αν μιλούσε η φουντουκιά… Αυτή η φράση με βασάνιζε χρόνια. Προσπαθούσα να συναρμολογήσω μισοφαγωμένες από τα χρόνια φράσεις του πατέρα μου, λέξεις φορτισμένες ιστορικά, μεγάλα ονόματα, όπως Σμύρνη, πολιτισμός, Ιωνία, Μεγάλη Ιδέα, Βενιζέλος, αποτυχημένη εκστρατεία, Αφιόν Καραχισάρ. Εκεί σταματούσε η ροή της σκέψης μου. Ίσως γιατί  αυτό το Αφιόν Καραχισάρ ήταν σημείο αναφοράς για τον πατέρα μας. Πάντα, έφερνε έτσι τις αφηγήσεις του, που κατέληγαν:

-Φτάσαμε νικητές ως εκεί, στο Αφιόν Καραχισάρ…

Από όσα μας διηγούνταν ο πατέρας, είχαν μείνει στην επιφάνεια του μυαλού μου ελάχιστα. Οι λεπτομέρειες είχαν παραμεριστεί, καθώς πλήθαιναν οι νέες πληροφορίες από το περιβάλλον. Ήρθε  ο πόλεμος στο Μέτωπο, η Κατοχή, ακολούθησε ο Εμφύλιος, ο ξεριζωμός της οικογένειας από την εστία μας, η εγκατάλειψη του χωριού και η εγκατάστασή μας σε άλλο χωριό του Αγρινίου, άγρια  γεγονότα είχαν κατακλύσει το μυαλό και τη σκέψη μου. Μπήκαν άλλα ενδιαφέροντα στη ζωή μου, ξεχάστηκε το χωριό, το πατρικό σπίτι που γεννηθήκαμε, τα δέντρα μας, η ζωή μας εκεί πάνω. Πού να θυμόμουν πια εκείνο το καταπράσινο κλαράκι που για μια σύντομη περίοδο της παιδικής μου ηλικίας μεγαλώναμε μαζί. Καμια φορά έρχονταν στο νου μου εικόνες μακρινές,  ακαθόριστες, μια ιστορία παλιά, που είχαμε ακούσει πολλές φορές από τον πατέρα μας, αλλά τίποτε περισσότερο, ίσαμε την ημέρα που βρέθηκα εκεί που ζεύαμε τις γάτες με τον αδερφό μου το Σπύρο για να οργώσουμε τη χέρσα γη πλάι στη γέρικη πια μουριά και σε μια συστάδα πλατύφυλλα κλαριά. Τότε θυμήθηκα τη φουντουκιά μας. Ζούσε ξανανιωμένη και περήφανη, θαλερή πιο όμορφη μου φάνηκε. Κι ήρθαν στο νου μου τα παλιά, οι ιστορίες του πατέρα από την Εκστρατεία στη Μικρά Ασία και τα δεινά κατά την οπισθοχώρηση…

“Αν μιλούσε η φουντουκιά …” Θυμήθηκα τη φράση του πατέρα μου. Και μια γλυκιά, τρυφερή νοσταλγία μου προκάλεσε συγκίνηση, μου έφερε δάκρυα στα μάτια.

Μιλούν τα δέντρα; Αναρωτήθηκα, βλέποντας τη φουντουκιά να συνεχίζει την ωραία της ζωή στην ίδια θέση εδώ και 100 ολοστρόγγυλα χρόνια. Η Ιωνία και η Σμύρνη χάθηκαν. Η φουντουκιά του πατέρα μας ζει. Εξακολουθούν να βλασταίνουν ζωντανές οι ρίζες της πρώτης που φύτρωσε στο χώμα όπου φύτεψε το σπόρο ο πατέρας, ένας από τους τυχερούς που γύρισε ζωντανός στο χωριό του, κουβαλώντας μια χούφτα σπόρους πεσμένους κάτω από ένα δέντρο που δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του, μερικούς καρπούς φουντουκιάς ανακατωμένους με χώμα. Ό,τι μπόρεσε να πάρει από τα αγιασμένα χώματα της ελληνικής ιωνικής ενδοχώρας και φύτεψε τους σπόρους στον κήπο μας για να φυτρώσουν, να γίνουν, όπως και έγιναν δέντρα, να του θυμίζουν την περιπέτεια εκείνη και να κρατούν σε εγρήγορση τη συλλογική συνείδηση και τη μνήμη.

Κάθισα κάτω από τη φουντουκιά και συλλογιζόμουν τα παλιά, τη ζωή μας εκεί, τα παιδικά μου χρόνια.  Κι άρχισαν να έρχονται στην επιφάνεια κομματιασμένες οι μνήμες, όπως η πορεία ζωής των ξεριζωμένων προσφύγων, η ήττα, η συντριβή του εκστρατευτικού στρατεύματος, η επώδυνη, η  περιπετειώδης οπισθοχώρηση και η επιστροφή… Και άλλες σε θραύσματα γιατί η μνήμη είναι επιλεκτική… Τώρα μου έρχονται στο νου φράσεις από τα παραμιλητά στον ύπνο του πατέρα μας. Πολλές φορές στήναμε αυτί ν’ ακούσουμε τι λέει:

– Θηρίο ανήμερο ο άνθρωπος. Ο στρατιώτης δεν έχει γνώμη, δεν έχει θέληση, δεν έχει επιλογή. δεν έχει αισθήματα, τίποτα, εκτελεί εντολές. Ένα άβουλο ζωντανό, ένα όργανο τον κάνουν,  για να γίνει φονιάς.

Ήταν τόσο ζωηρά χαραγμένες οι ζοφερές μνήμες εκείνων των γεγονότων στο μυαλό του, που δεν έσβησαν ποτέ. Και όσο ζούσε, δεν σταμάτησε να διηγείται όσα είδε με τα ίδια του τα μάτια, την ανθρώπινη τραγωδία που βίωσε τις μέρες εκείνες, κατά την πορεία προς τα ενδότερα της Μικράς Ασίας, και μετά στις περιπλανήσεις κατά την άτακτη οπισθοχώρηση των στρατευμάτων, σε μέρη κακοτράχαλα και άγνωστα.

Από τις διηγήσεις του πατέρα μου, που δεν διαφέρουν πολύ από τις καταγραμμένες σε βιβλία σημαντικών συγγραφέων, οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στην αποτυχημένη εκστρατεία για την πραγμάτωση της “Μεγάλης Ιδέας” του Ελευθερίου Βενιζέλου και επέζησαν της άδοξης, της φονικής εκείνης οπισθοχώρησης που είχε ως τραγική συνέπεια το ολοκαύτωμα της Σμύρνης και την απώλεια της Ιωνίας, έχω στο μυαλό μου πλήθος εικόνων από φρικτά γεγονότα και περιστατικά που ζωγραφίζουν τη ζοφερή εκείνη πραγματικότητα. Γεγονότα ανατριχιαστικά με θύματα μικρά παιδιά και τραυματίες που ο πατέρας μου είδε με τα ίδια του τα μάτια, και βίωσε τον πόνο συντρόφων του που έμεναν αβοήθητοι, Έλληνες τραυματίες και Τούρκοι όλοι μαζί σε μια άδοξη κάθοδο προς το θάνατο, ο ένας πάνω στον άλλο, αγκαλιασμένοι, με το θάνατο από πάνω τους, παίρνοντας βοήθεια ο ένας από τον άλλο, μια άμορφη μάζα λαβωμένων, αδελφωμένοι θαρρείς, στο στόμα του Χάρου, εκεί δεν υπήρχε διάκριση. Φωνές Ελλήνων και Τούρκων ανάκατες:

-Νερό! Από δω, αδερφέ…

     -Σου, μπρε καρδάς’, από κει.

Φωνές αξεχώριστες, δικών και ξένων λαβωμένων, ετοιμοθάνατων. Φωνές αδελφωμένων εχθρών και φίλων που τραβούσαν μαζί  την πορεία προς το θάνατο, από τη μια κόλαση στην άλλη. Πριν αντιμέτωποι ο ένας να μαχαιρώνει τον άλλο με λύσσα, δίχως έλεος, και μετά, αγκαλιασμένοι, δεν είχαν πια τίποτα να τους χωρίζει, τους ένωνε η κοινή μοίρα, ο θάνατος χωρίς διάκριση ποιος ο εχθρός και ποιος ο φίλος…

Εικόνες και μνήμες που τυραννούσαν τον πατέρα μας σε όλη του τη ζωή. Μια ξεχαρβαλωμένη ανθρωπότητα έσερνε η συνείδησή του, βουτηγμένη στο αίμα πάνω στα χώματα της Ιωνικής γης, της ελληνικής ενδοχώρας. Άνθρωποι μόνοι, πληγωμένοι, αβοήθητοι… Καθένας από όσους ήταν σωσμένοι κοίταζε να σώσει τη δική του ζωή, οι λαβωμένοι, ήταν που ήταν χαμένοι… Στον πόλεμο δεν υπάρχει έλεος ούτε συμπόνια. Μα και να ήθελαν, δεν μπορούσαν να βοηθήσουν, χαμένοι μέσα σε δασωμένα, αφιλόξενα μέρη. Παιδιά νηστικά, πεταμένα στους δρόμους, σπίτια ρημαγμένα, κόλαση… Ποιος να σταθεί να δώσει “χείρα βοηθείας” στον ανήμπορο και πώς να βοηθήσει. Όσοι ζωντανοί, τρέχουν χωρίς να ξέρουν πού βρίσκονται, για πού να πάνε. Η ζωή κι ο θάνατος στον ίδιο δρόμο, παράλληλα ορμάνε ποιος να προλάβει ν’ αρπάξει. Ο πατέρας πάσχιζε να συδαυλίζει τη μνήμη, να ξανάβει η ελπίδα κι έμενε στην  προτελευταία σελίδα:

-Ο πόλεμος, παιδιά μου, είναι μεγάλο κακό, έτσι άρχιζε κι έτσι τελείωνε τις αφηγήσεις του. Δεν εξαιρεί δικό και ξένο. Σκοτώνει. Ο πόλεμος, δουλειά του είναι να σκοτώνει ό,τι βρει μπροστά του, χωρίς αιτία, δίχως εξαίρεση. Σκληραίνει τον άνθρωπο, τον κάνει θηρίο ανήμερο ο πόλεμος για να σκοτώνει δίχως τύψη. Αυτή είναι η τέχνη του πολέμου. Και ο πόλεμος Τέχνη. Ακούς! Πολεμικές τέχνες… Ακούς!

Συχνά τις νύχτες δεν είχε ύπνο. Αν και είχαμε περάσει την Κατοχή, εκείνη η εκστρατεία στη Μικρά Ασία δεν έφευγε από το νου του. Τον ακούγαμε να πετάει, μισοκοιμισμένος, φράσεις που μας φαίνονταν ακατάληπτες:

  -Εκείνα τα παιδάκια μες στην κοπριά… τι έφταιγαν εκείνες οι ψυχούλες. Κι αμέσως έλεγες: ‘Αύριο θα είναι μεγάλοι, εχθροί…’ και χωρίς οίκτο τους έπαιρνες τη ζωή… Εκείνα τα παιδάκια στο σωρό της κοπριάς… τι έφταιγαν τα κακόμοιρα… Δεν υπήρχε έλεος στην ψυχή κανενός.

Αν και τις κουβαλώ εκείνες τις εικόνες από τις περιγραφές του πατέρα μου, είναι τόσο φριχτές και απάνθρωπες που δεν αντέχω να τις διηγηθώ και περισσότερο να τις καταγράψω. Ιστορίες με θύματα παιδιά και τραυματίες. Αυτό είναι το έργο του πολέμου. Ο αφανισμός του αντιπάλου. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα είναι γνωστά. Οι λεπτομέρειες, ωστόσο, οι πράξεις των αφανών ηρώων είναι που δίνουν ωμή την πραγματικότητα. Την πραγματική ιστορία τη γράφουν οι τρελοί και οι άσημοι, οι ταπεινοί και συχνά οι καταφρονεμένοι αγωνιστές. Οι αφανείς, οι πραγματικοί ήρωες  που το όνομά τους μένει καταγραμμένο μόνο σε μαρμάρινες στήλες στα “Ηρώα” των χωριών τους για να σεμνύνονται οι επίγονοι. Καταλαγιασμένοι πάντα σε κενοτάφια: “…Μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών…”, όπως και του θείου, του Μιχαήλ, αδερφού του πατέρα μου*.

Κορνιζωμένο, “Αναμνηστικόν μετάλλιον” με “διαταγή της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως των Ελλήνων Κωνσταντίνου”, έτσι τον έχουμε στο σπίτι, ένα χαρτί, το οποίο έστειλε η πατρίδα στην οικογένειά του με υπογραφή του ίδιου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η μακαρίτισσα η γιαγιά μου, η Παρασκευή, δεν μπόρεσε ποτέ να πιστέψει πως το παιδί της, ο Μιχάλης της, ήταν ένα… χαρτί. Έστειλε το παιδί της στον πόλεμο με την ευχή να γυρίσει νικητής, κι η πατρίδα της επέστρεψε ένα χαρτί με γραφή που δεν ήξερε να διαβάσει. Κι έψαχνε τα γράμματα και τις λέξεις με τα δάχτυλα μήπως δει το Μιχάλη της:

-Μιχάλη μου, που είσαι, παιδί μου, και δεν σε βλέπω. Πώς μίκρυνες έτσι, ψυχούλα μου… Πώς χώρεσες σε τούτο το χαρτί ολόκληρος άντρας, λεβέντη μου…

Ο πατέρας στάθηκε τυχερός, επέστρεψε με τους ηττημένους, αλλά ζωντανός, στο χωριό του.  Η Σμύρνη και η Ιωνία χάθηκαν, η φουντουκιά υπάρχει ακόμα θαλερή στην ίδια θέση, ένα εξωτικό φυτό για τα δεδομένα εκείνης της εποχής στη χλωρίδα του ορεινού χωριού. Την είδα πρόπερσι που πήγα στο χωριό μου ύστερα από πολλά χρόνια και συγκινήθηκα.

Κάθισα πλάι κατάχαμα κι άκουγα το θρόισμα που έκαναν τα φύλλα της. Κι άκουγα θαρρείς τη βραχνή, δακρυσμένη φωνή του πατέρα μου που ερχόταν από τα δάση της Μικράς Ασίας,  από τα βάθη του καιρού να λέει τις ιστορίες του. Μιλούσαν τα φύλλα της φουντουκιάς. Έχουν γραμμένη, αποτυπωμένη πάνω τους την πονεμένη περιπέτεια της Φυλής, τη θλιβερή ιστορία εκείνης της αποτυχημένης εκστρατείας και τον αφανισμό της ελληνικής γης, της πανέμορφης Σμύρνης κι ενός ολόκληρου λαού και του στρατού που οδηγήθηκαν στην ανελέητη σφαγή.

Κι ήρθαν στο νου όλα εκείνα που μας έλεγε κάθε φορά. Και φανταζόμουν τους καπνούς, την αντάρα του πολέμου, τις τσακισμένες φωνές των άμαχων που εγκατέλειπαν τα σπίτια, έχαναν το βιος, τα παιδιά τους, κουβαριασμένοι στο λιμάνι περιμένοντας βοήθεια και βοήθεια δεν έβλεπαν από πουθενά. Κι από πίσω οι λυσσασμένοι του Κεμάλ να σπρώχνουν τα πλήθη των προσφύγων Ελλήνων, να τους ρίχνουν στη θάλασσα χωρίς οίκτο. Και  παραπίσω τη Σμύρνη μα καίγεται.

Μια θλιβερή ιστορία παλιά που δεν ξεχνιέται.

Ξεχνούν όσοι επέζησαν τις χαμένες πατρίδες, τον πολιτισμό, τα ιερά και τα όσιά τους…

Ο πατέρας μου είχε μεγάλη αδυναμία στον Παρθενώνα και σε ό, τι σημαίνει αυτό.

Όπως και στα φυτά και στα μελίσσια του.

_______________

* Στην εκστρατεία του 1914 είχε τραυματιστεί θανάσιμα και υπέκυψε ο αδερφός του πατέρα μου, ο “Μιχαήλ Ιωάννου Τσικριτέας”, ένας από τους αφανείς ήρωες, καταγραμμένος στον κατάλογο των “Υπέρ πατρίδος πεσόντων”, πλάι στην Ωραία Πύλη στον Άι Νικόλα, της εκκλησίας του χωριού Αγία Βαρβάρα Αγρινίου.

** 1. Η διαχρονικότητα της προσφυγιάς με αφορμή τη‘Γαλήνη’ του Ηλία Βενέζη,Τετράδια “Ευθύνης”/  Μνήμη του Ηλία Βενέζη/ πέντε χρόνια από το θάνατό του, τ. 6, σελ.231-241, και

2. Fractal, Απόσπασμα της ίδιας εργασίας στο 98ο τεύχος, 23-3-2017.

 

 

Ελένη Χωρεάνθη

 

 

Βιογραφικό:

Η Ελένη Τσικριτέα – Χωρεάνθη γεννήθηκε στην Aγία Bαρβάρα Tριχωνίδας, του νομού Aιτωλοακαρνανίας. Tελείωσε το Δημοτικό Σχολείο Παραβόλας και το Γυμνάσιο Θηλέων Aγρινίου. Σπούδασε Παιδαγωγικά στη P. Π. Aκαδημία Πειραιώς, μετεκπαιδεύτηκε δε στο Παιδαγωγικό Iνστιτούτο και στο Πανεπιστήμιο Aθηνών. Παράλληλα με τη δημοσιοϋπαλληλική της ιδιότητα, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και με τα γράμματα γενικότερα: ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, θέατρο, κριτική μελέτη, μετάφραση. Iδιαίτερο μέλημά της υπήρξε η σπουδή της Γλώσσας μας. Kείμενά της έχουν δημοσιευτεί και δημοσιεύονται στα εγκυρότερα παιδαγωγικά και λογοτεχνικά περιοδικά της Aθήνας και των επαρχιών (Διαβάζω, Eυθύνη, Tομές, Tραμ, Γραφή, Eλίτροχος, Oδός Πανός, Nέα Eστία, Έρευνα, Περίπλους, Σχολείο και Zωή, το Σχολείο και το Σπίτι, Σύγχρονη Eκπαίδευση, Eπιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας κ.ά.) όπως και σε εφημερίδες (Pιζοσπάστης, Πρώτη, Kαθημερινή, Έθνος, Nέα εποχή Aγρινίου, Λήμνος, Nέα Λήμνος, Φωνή Aιγίου, Xιακός Λαός, Aιτωλική, Eλεύθερος Aγρινίου, Mεσολογγίτικα Xρονικά κ.ά.). Eπίσης στα περιοδικά για παιδιά: Pόδι και Συνεργασία. Tου τελευταίου είναι τακτική συνεργάτης. Kείμενα της, ποιητικά και πεζά, έχουν συμπεριληφθεί στα βιβλία του Δημοτικού “H Γλώσσα μου”. Eίναι τακτικό μέλος της E.E.Λ. Eίναι τακτικό μέλος του Kύκλου του Eλληνικού Παιδικού Bιβλίου, μετέσχε στην επιτροπή κρίσεως για την εισδοχή νέων μελών στην Eταιρία Eλλήνων Λογοτεχνών και από το 1994 είναι μέλος της επιτροπής του Yπουργείου Πολιτισμού για τη βράβευση έργων για παιδιά (Παιδικό Bιβλίο). Έχει τιμηθεί με το πρώτο βραβείο Mάρκου Aυγέρη από την E.E.Λ. για το ιστορικό μυθιστόρημά της “Mεσολόγγι, η Πολιτεία του Nερού” και η Ελληνική Εταιρεία Χριστιανικών Γραμμάτων της απένειμε το βραβείο πεζογραφίας 2000 για το κοινωνικό μυθιστόρημά της με τίτλο: “Η σκοτεινή αποθήκη”. Aπό την Ένωση Aιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών τής απενεμήθη τιμητική πλακέτα για την προσφορά της στα Γράμματα και από το σύλλογο “Tο Λυκοχώρι” για τον ίδιο λόγο.

Πρόσφατο βιβλίο της «Οι σημαδεμένοι» από τις εκδόσεις 24 Γράμματα.

 

 

 Δημοσιεύθηκε στο Φρακταλ στις 28. 9. 2022

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου