Τετάρτη 27 Απριλίου 2022

Στων ευκλεών Φαιάκων την ωραία γη

Μετάφραση: 

Στων ευκλεών Φαιάκων την ωραία γη», Οδύσσειας Ραψωδία Ζ’

Μετάφραση: Κώστας Χωρεάνθης
Επιλογή/επιμέλεια κειμένου:Ελένη Χωρεάνθη

 

 

 

 

 «Στων ευκλεών Φαιάκων την ωραία γη»

Οδύσσειας Ραψωδία Ζ

 Στίχοι 14- 55 και 66-152

 

[…Η Ναυσικά, όταν είδε τον ξένο μπροστά της όμοιο με ολύμπιο θεό, η καρδιά της σκίρτησε. «Μακάρι να γινόταν άντρας μου», σκέφτηκε. Χωρίς κανένα δισταγμό, του έδωσε οδηγίες πώς να φτάσει στο παλάτι του πατέρα της, πήρε τις ακόλουθές της και χαρούμενη όσο ποτέ άλλοτε, τον άφησε στην ακτή κι έφυγε…]

 

 

«…Και τότε ο Οδυσσέας σηκώθηκε να πάει στην πόλη· και γύρω του η Αθηνά

πολλή καταχνιά έχυνε νιώθοντας για τον Οδυσσέα συμπάθεια,

μήπως κάποιος από τους Φαίακες τους μεγαλόψυχους συναντώντας τον

με λόγια τον ερέθιζε και ποιος ήτανε ρωτούσε.

Αλλά όταν πια επρόκειτο στην πόλη να χωθεί την ποθητή,

εκεί αυτόν συνάντησε η θεά Αθηνά η γαλανομάτα

μοιάζοντας με νέα παρθενική που κρατούσε στάμνα.

Και στάθηκε μπροστά του· και τη ρώτησε ο θείος Οδυσσέας:

«Παιδί μου, δεν θα με οδηγήσεις στον δόμο του αντρειωμένου

Αλκίνοου που σε ετούτους τους ανθρώπους βασιλεύει;

Γιατί κι εγώ ξένος ταλαιπωρημένος εδώ φτάνω

από μακριά, τόπο αλαργινό· γι’ αυτό κανέναν δεν γνωρίζω

από τους ανθρώπους που την πόλη αυτή και τους αγρούς ορίζουν».

Και σ’ αυτόν τότε απάντησε η θεά Αθηνά η γαλανομάτα:

«Και βέβαια εγώ σ’ εσένα, ξένε πατέρα, τον δόμο που γυρεύεις

θα δείξω επειδή και του πατέρα μου του αρχοντικού κοντά είναι.

Αλλά άντε, ακολούθα σιωπηλά κι εγώ στο δρόμο θα σε κατευθύνω

κι εσύ κανέναν από τους ανθρώπους ν’ αντικρίσεις μήτε να ρωτάς.

Γιατί τους ξένους ανθρώπους οι ντόπιοι δεν τους καλοδέχονται,

ούτε αγάπη νιώθοντας φιλοξενούν αυτόν που από κάπου αλλού θα έρθει.

Στα γρήγορα καράβια τα γοργόφτερα εμπιστοσύνη έχοντας

μεγάλο διάστημα περνούν γιατί σ’ αυτούς τα έδωκε ο ενοσίχθων·

και τούτων τα καράβια είναι γοργοτάξιδα σαν το φτερό και σαν τη σκέψη.

Έτσι αφού μίλησε τον οδηγούσε η Παλλάδα η Αθηνά

γρήγορα· κι εκείνος πήγαινε μετά πάνω στα ίχνη της θεάς.

Κι αυτόν τότε οι Φαίακες οι ξακουστοί καραβοκύρηδες δεν τον κατάλαβαν

που ερχότανε στην πόλη ανάμεσά τους· γιατί η Αθηνά

δεν άφηνε η ομορφοπλόκαμη, η φοβερή θεά, που πάνω του καταχνιά

σκορπούσε θεϊκή αγάπη νιώθοντας μες στην ψυχή της.

Και θαύμαζε ο Οδυσσέας τα λιμάνια και τα ισοζυγιασμένα πλοία,

και των ίδιων των ηρώων τις αγορές και τα μεγάλα τείχη

τα ψηλά, συναρμοσμένα με δοκάρια, χάρμα οφθαλμών.

Αλλά όταν πια στου βασιλιά τα ξακουστά δώματα φτάσανε,

σ’ αυτόν άρχισε να μιλάει η θεά η γαλανομάτα Αθηνά:

«Να τος, ξένε πατέρα, ο δόμος που με παρακάλεσες

να σε οδηγήσω· και θα δεις τους διοθρεμμένους βασιλιάδες

να τρώνε στο τραπέζι· όμως εσύ πήγαινε μέσα χωρίς καθόλου στην ψυχή

φόβο να νιώσεις· γιατί ο θαρραλέος άντρας σε όλα είναι ο καλύτερος

τα έργα που κάνει, ακόμα κι αν από κάπου αλλού έχει έρθει.

Την κυρά του παλατιού πρώτα θα συναντήσεις μες στα μέγαρα·

και Αρήτη είναι το όνομά της, ταιριαστό, κι από γονιούς

οι ίδιοι είναι που γέννησαν και τον Αλκίνοο τον βασιλιά,

[…] και την Αρήτη· αυτήν ο Αλκίνοος την έκανε γυναίκα του

και την ετίμησε όπως κανείς πάνω στη γη δεν τιμάει άλλη,

από όσες τώρα γυναίκες παντρεμένες σπίτι κυβερνούνε.

Τόσο εκείνη από καρδιάς τιμούνε κι είναι τιμημένη

από τ’ αγαπημένα της παιδιά κι από τον ίδιο τον Αλκίνοο

κι απ’ τους λαούς, που  εκείνη σαν θεά θωρώντας την

την καλοδέχονται με σέβας, όταν κυκλοφορεί μέσα στην πόλη.

Βέβαια, κι εκείνης διόλου δεν της λείπει η καλή γνώμη·

Και αυτών που συμπαθεί πολύ, ας είναι κι άντρες, τις φιλονικίες λύνει.

Αν και για σένα εκείνη νιώσει αγάπη και στοργή μες στην ψυχή,

υπάρχει ελπίδα έπειτα τους αγαπημένους σου να δεις και να φτάσεις

στο σπίτι σου το ψηλοτάβανο και στη δική σου πατρική τη γη».

 

Περιγραφή του παλατιού του Αλκίνοου

 

Έτσι αφού μίλησε έφυγε η γαλανομάτα Αθηνά

πάνω στον πόντο τον αδάμαστο κι άφησε τη Σχερία την ερατεινή,

έφτασε στον Μαραθώνα και στην πλατύδρομη Αθήνα,

και μπήκε στου Ερεχθέα τον στέρεο δόμο. Μετά ο Οδυσσέας

προς του Αλκίνοου πήγε τα ξακουστά δώματα· και πολλά η καρδιά του

έκλωθε καθώς στεκότανε, προτού στο χάλκινο κατώφλι να πατήσει.

Γιατί σαν ήλιου λάμψη χυνόταν και σελήνης

στο δώμα το ψηλοτάβανο του μεγαλόκαρδου Αλκίνοου.

Χάλκινοι τοίχοι υψώνονταν κι από τις δυο μεριές,

απ’ το κατώφλι ως τον μυχό, κι ήταν ολόγυρα χαλύβδινος θριγκός·

και χρυσές θύρες από μέσα κλείνανε τον στέρεο δόμο·

κι ασημένιοι παραστάδες υψώνονταν στο χάλκινο κατώφλι,

κι ασημένιο υπέρθυρο από πάνω υπήρχε και χρυσό κρικέλι.

Χρυσά σκυλιά και ασημένια κι από τις δυο μεριές παράστεκαν

που ο Ήφαιστος τα δούλεψε με τέχνη και με γνώση

το δώμα για να φυλάγουνε του μεγαλόκαρδου Αλκίνοου,

όντας αθάνατα κι αγέραστα όλες τις μέρες.

Και θρόνοι ολόγυρα στον τοίχο στηρίζονταν κι από τις δυο μεριές

απ’ το κατώφλι ως τον μυχό πέρα για πέρα, εκεί όπου πέπλα

λεπτά καλογνεσμένα κρέμονται, έργα γυναικών.

Κι εκεί οι κυβερνήτες των Φαιάκων κάθονταν

τρώγοντας και πίνοντας· γιατί  για όλο τον χρόνο είχανε.

Και κούροι εκεί χρυσοί πάνω σε ομορφοκτισμένα βάθρα

στέκονταν με αναμμένες λαμπάδες στα χέρια τους κρατώντας,

φέγγοντας τις νύχτες μες στα δώματα στους δαιτυμόνες.

Και πενήντα εκεί γυναίκες δμωές μέσα στο δώμα

άλλες αλέθουνε πάνω σε μύλο καρπό ξανθό σαν μήλο,

κι άλλες υφαίνουν σ’ αργαλειούς κι άλλες σε ηλακάτη γνέθουν

καθήμενες, όπως τα φύλλα λεύκας υψηλόκορμης·

κι απ’ τα κρουστά τους τα κορμιά υγρό σταλάζει λάδι.

Όσο οι Φαίακες από όλους τους ανθρώπους είναι πιο επιτήδειοι

καράβι γρήγορο να κυβερνήσουν μες στον πόντο, το ίδιο κι οι γυναίκες

στους αργαλειούς με τέχνη να υφαίνουν· γιατί τους έδωσε περίσσια η Αθηνά

έργα να κατέχουνε πανέμορφα κι εφευρετικά μυαλά.

 

Περιγραφή του κήπου / καρποφόρα δέντρα δίφορα *

 

Κι απέξω απ’ την αυλή μέγας δεντρόκηπος σιμά στις θύρες

τέσσερις οργιές· κι από τις δυο μεριές φράχτης υψώνεται.

Εδώ δέντρα ψηλά έχουν φυτρώσει φουντωμένα,

αχλαδιές και ροδιές και  γλυκόκαρπες μηλιές

και συκές γλυκειές κι ελιές πυκνόφυλλες.

Από αυτές ποτέ καρπός δεν χάνεται ούτε απολείπει

χειμώνα καλοκαίρι, ολοχρονίς· μα πάντα μαλακά

πνέοντας του Ζέφυρου η πνοή άλλα γεννά κι άλλα ωριμάζει.

Αχλάδι πάνω σ’ αχλάδι γερνά, μήλο πάνω σε μήλο,

σταφύλι πάνω στο σταφύλι, σύκο πάνω στο σύκο.

Εδώ κληματαριά πολύκαρπη είναι ριζωμένη,

που η μια μεριά της, λιάστρα σε ισιωμένο τόπο

ξεραίνεται στον ήλιο και την άλλη τότε την τρυγούνε,

κι άλλα πατούνε στον ληνό· και είναι άγουρα κοντά τους

που βγήκαν απ’ το άνθος, και άλλα μόλις που γυαλίζουν.

Εδώ πρασιές με τάξη κοντά σε νιοσκαμμένο κήπο

κάθε λογής φυτρώνουν, θάλλοντας ολοχρονίς·

και μέσα εκεί δυο κρήνες, που η μια τους μες σ’ όλο τον κήπο

διοχετεύται και η άλλη κάτω απ’ το κατώφλι της αυλής περνάει

προς τον δρόμο τον ψηλό, από όπου παίρνουν νερό οι πολίτες.

Τέτοια στου Αλκίνοου τότε των θεών ήταν τα δώρα.

Εκεί σταμάτησε και θαύμαζε ο πολυβασανισμένος θείος Οδυσσέας.

 

Στα γόνατα της Αρήτης

 

Ύστερα, όταν όλα τα θαύμασε με την ψυχή του,

γρήγορα περνώντας το κατώφλι μπήκε μες στο δώμα.

Και βρήκε τους αρχηγούς και κυβερνήτες των Φαιάκων

σπονδή να κάνουν με τα κύπελλα στον άγρυπνο Αργειφόντη,

που στερνό σ’ εκείνον έκαναν σπονδή, όταν θυμήθηκαν τον ύπνο.

Τότε μπήκε μέσα στο δώμα ο πολυβασανισμένος  θείος Οδυσσέας

με πυκνή ομίχλη καλυμμένος, που έχυσε γύρω του η Αθηνά,

ωσότου στην Αρήτη έφτασε και στον Αλκίνοο τον βασιλιά.

Και της Αρήτης τότε αγκάλιασε τα γόνατα ο Οδυσσέας,

κι αμέσως τότε διαλύθηκε από πάνω του η θεϊκή ομίχλη.

Και όλοι έμειναν άλαλοι μέσα στον δόμο βλέποντας τον άντρα,

και βλέποντάς τον θαύμαζαν· και δέονταν ο Οδυσσέας:

«Αρήτη, θυγατέρα του ισόθεου Ρηξήνορα,

τον άντρα σου και την ίδια εσένα γονατιστός παρακαλώ ο πολύπαθος,

και τους δαιτυμόνες σας εδώ, που ευτυχισμένα να τους δώσουν οι θεοί

να ζούνε, και ο καθένας τους ν’ αφήσει στα παιδιά του

μέσα στα μέγαρα αγαθά κι όποιο ο λαός χάρισμα του έδωκε.

Τώρα για εμένα ετοιμάστε ξεπροβόδισμα να φτάσω στην πατρίδα

όσο πιο γρήγορα, γιατί πολύ μακριά από αγαπημένους βάσανα υποφέρω…».

 

Παλαιό Φάληρο, 19 Απριλίου 2022

 

 

* Φαίνεται πως τον καιρό εκείνο, το κλίμα στον ελλαδικό χώρο ήταν διαφορετικό, πιο γλυκό, να μην ξεχωρίζουν οι εποχές, για να είναι «δίφορα», να καρποφορούν τα δέντρα του κήπου όλο το χρόνο.

 

Δημοσιεύθηκε στο  Fractal στις 27 Απριλίου 2022

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου