Αναβιώνοντας τη μεγάλη ναυμαχία της Ναυπάκτου.
Το μαρτύριο του δούλου του Θεού
Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //

Αναβιώνοντας τη μεγάλη ναυμαχία της Ναυπάκτου.
Το μαρτύριο του δούλου του Θεού
…Ο ιερέας παρακολούθησε με το βλέμμα τον Τούρκο υποτακτικό ως εκεί που το πλακόστρωτο μονοπάτι έκανε καμπή. Ύστερα σαν από ένστικτο, σαν από θεία φώτιση, στύλωσε τη ματιά του στο βάθος του κόλπου όπου κάποια μαύρα σημάδια, σαν μικροί κινούμενοι λόφοι κάλυπταν τα νερά κι έδειχναν πως πλησίαζαν προς το μέρος του λιμανιού. Κατάλαβε. “Έφτασε κι όλας η αρμάδα του Σουλτάνου με το Μουεζίν Ζαδέ Αλή, ο Θεός να βάλει το χέρι του”, είπε μέσα του. Αποτραβήχτηκε σε μια κόχη του κάστρου, προφυλαγμένη από παντού, γονάτισε και προσευχήθηκε:
“Θεέ της δικαιοσύνης, Πανάγαθε, παντογνώστη και παντοκράτορα,
Κύριε του ουρανού και της γης, ορατών και αοράτων,
Θεέ των χριστιανών,
βλέπεις το άδικο που γίνεται σε βάρος του λαού των Ελλήνων,
είμαστε αμαρτωλοί, τιμωρηθήκαμε,
μέγα το έλεος και η παραμυθία Σου,
αντέξαμε όσο αντέξαμε, Κύριε!
Ήρθαν οι άπιστοι και μας τα πήραν όλα
τα χώματα και τα νερά, το βιος, ακόμα και την πίστη μας.
Βεβήλωσαν τις εκκλησιές και τις ψυχές μας.
Πολλοί αλλαξοπίστησαν από ανάγκη.
ε, Εσύ γνωρίζεις, Εσύ ξέρεις…
Άγνωστες οι βουλές σου…
Η Ορθοδοξία στενάζει, Κύριε,
η χριστιανική οικουμένη κινδυνεύει, αφανίζεται…
Ιδού, ήρθαν οι άπιστοι και σε τούτα δω τα νερά χωρίς αιτία
χωρίς αφορμή.
Δώσε, Κύριε, να νικήσει ο Σταυρός.
Βοήθησε τους ταπεινούς, τους δυστυχείς δούλους Σου.
Δέομαί Σου ο αμαρτωλός, ο έσχατος των Ελλήνων,
ο ενδεής ικέτης…
Γνωρίζω πως αυτό που σχεδιάζω είναι δόλος.
Όμως με τις ευχές δε νικιέται ο διάβολος.
αν είναι να σωθεί η πατρίδα και η πίστη σου,
αν είναι να δοξαστεί το όνομά Σου, Κύριε,
ας αμαρτήσω…
Γένοιτο ως Συ θέλεις, Κύριε…
Τέλος ανάπεμψε και προς τη Θεοτόκο μια σύντομη δέηση:
“Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε, αγνή παρθένε,
θεόνυμφε Δέσποινα,
η των απηλπισμένων μόνη ελπίς και των πολεμουμένων βοήθεια,
η ετοίμη αντίληψις των εις σε προστρεχόντων
και πάντων των χριστιανών το καταφύγιον,
μη βδελύξη με τον αμαρτωλόν,
αλλ’ ως του φιλανθρώπου Θεού μήτηρ,
φιλανθρώπως σπλαγχνίσθητι επ’ εμοί τω αμαρτωλώ και ασώτω
και δέξαι μου την εκ ρυπαρών χειλέων προσφερομένην Σοι δέησιν.
Η Ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός,
σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον,
Τριάς Αγία, δόξα Σοι.
Την πάσαν ελπίδα μου εις Σε ανατίθημι,
μήτερ του Θεού,
φύλαξον ημάς υπό την σκέπην Σου.
Σηκώθηκε αλαφρωμένος και δυναμωμένος. Του χρειαζόταν θεία φώτιση και ψυχική δύναμη, διπλωματία για να καταφέρει να πείσει τον πασά να υιοθετήσει το παράτολμο σχέδιο που του πρότεινε ως “φίλος”. Κι έπρεπε να βιαστεί, να προφτάσει προτού να είναι αργά. Η ζωή η δική του δεν είχε καμιά αξία. Δεν τη λογάριαζε. Οικογένεια, υπάρχοντα δεν είχε για να τον δεσμεύουν. Ένα “άσαρκο” σαρκίο και το τριμμένο ράσο που φορούσε, αυτά ήταν τα μόνα υλικά αγαθά, που τον έδεναν με τη ζωή.
Ίσιωσε το γέρικο κορμί του και ξανακοίταξε προς τον κόλπο. Οι κινούμενοι όγκοι που όλο πλήθαιναν, πλησίαζαν. Τα νερά του κόλπου του Ινεμπαχτέ εδώθε από τους Κουρτζουλάρους, είχαν γεμίσει τούρκικες γαλέρες, γαλεάσες, σεμπέκια, κάθε λογής εχθρικά πλεούμενα. Η καρδιά του παπά Χαραλάμπη ράγισε. Ο ακαταμάχητος φόβος του επερχόμενου κινδύνου για μια στιγμή τον κυρίεψε. Παραλίγο να τον καταβάλει. Όμως ποιο το όφελος; Η ψυχή του έλεγε πως ο Θεός είναι με το μέρος των χριστιανών. Αναθάρρησε…
*Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Οι σημαδεμένοι»
Εκδόσεις: 24γράμματα/ Γιώργος Δαμιανός, Αθήνα, 2022.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου