Διήγημα: “Η Διαθήκη”
Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //

Η Διαθήκη
Όταν έφτασε από την Αμερική στο χωριό η θλιβερή, τι άλλο από θλιβερή μπορούσε να είναι, είδηση του θανάτου της θείας Ερμιόνης, της πάμπλουτης χήρας του μεγαλοεπιχειρηματία θείου Στάθη, όλα τα σόγια έκαναν όνειρα. Αλλά κανείς δεν ήξερε τίποτα περισσότερο για τον βίο και την πολιτεία του ζεύγους Αναλή, πέραν του ότι η περιουσία τους ήταν αμύθητη και δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. Όλοι περίμεναν να πάρουν έστω ένα ψίχουλο, ακόμα και οι εξ αγχιστείας συγγενείς. Έτσι, άρχισαν τα Τρισάγια και τα μνημόσυνα. Τι λόγοι εκφωνήθηκαν, τι δάκρυα χύθηκαν, πόσα πακέτα χαρτομάντιλα μούσκεψαν, δεν περιγράφεται.
Όμως, στην υπόθεση αυτή υπήρχε κι άλλο ένα “αλλά”, πιο ισχυρό. Η διαθήκη που ήταν στα χέρια της συμβολαιογράφου Κάτιας Μερίκου, με ρητή εντολή, έπρεπε να ανοιχτεί αφού περάσουν τα νόμιμα όρια. Όπερ και εγένετο. Μαζεύτηκαν στο Συμβολαιογραφείο κι από τα δύο σόγια με πακέτα χαρτομάντιλα στις τσάντες και δάκρυα χύνοντας, οι πιο κοντινοί επίδοξοι κληρονόμοι που κλήθηκαν, αλλά και όσοι ήλπιζαν στη γενναιοδωρία του ζεύγους που ήταν γνωστή από τις δωρεές που είχαν κάνει στο παρελθόν. Είχαν γεμίσει τα γραφείο και οι βοηθητικοί χώροι και οι διάδρομοι από τα συγγενολόγια.
Μετά πολύωρη αναμονή, άνοιξε η μεγάλη πόρτα του γραφείου της συμβουλαιογράφου. Μόλις η Συμβολαιογράφος, είδε το πλήθος των παρευρισκομένων αδημονούντων, υπομειδιώσα όπως ένας καπάτσος πολιτικός που δεν θέλει να χάσει ούτε έναν ψηφοφόρο, απευθυνόμενη σε όλους είπε:
“Κυρίες, κύριοι, ως εντεταλμένη εκ του νόμου να εκτελέσω την Διαθήκην της αειμνήστου προσφιλεστάτης συγγενούς σας Ερμιόνης, χήρας του αειμνήστου, προσφιλεστάτου επίσης, συγγενούς σας, εξ όσων προκύπτουν από τα έγγραφα με τα στοιχεία που έχω εξουσιοδοτηθεί να αναγνώσω, βρίσκομαι στην….”
Έκανε μια μικρή παύση απολαμβάνοντας σαδιστικά την αδημονία του κοινού, με ύφος πιο επίσημα αινιγματικό από πριν, και συνέχισε τη ρητορική ανάγνωση της διαθήκης, επαναλαμβάνοντας,
“βρίσκομαι στην πλέον δυσάρεστη θέση…, είμαι υποχρεωμένη να αναγνώσω τη Διαθήκη, βρίσκομαι, επαναλαμβάνω, στη δυσάρεστη θέση, δεν είναι στις προθέσεις μου, επιθυμίες των εντολέων, των εντολέων μου, της εντολέως μου, χήρας του αειμνήστου Ευσταθίου Αναλή, για την ακρίβεια, εκτελώ, βρίσκομαι στη… δυσάρεστη θέση να σας ανακοινώσω…”, κάποιος από το κοινό φώναξε “ανακοίνωσε, μας έσκασες, επιτέλους, στα τα εξής, είσαι”, της είπε. Η συμβολαιογράφος απτόητη, υπομειδιώσα – τώρα θα δεις, μουρμούρισε –, συνέχισε! «Η ρευστή περιουσία του ζεύγους Ευσταθίου και Ερμιόνης Αναλή ευρέθη έχουσα ΜΗΔΕΝ ΥΠΟΛΟΙΠΟΝ. Η δε ακίνητη αναφέρει ένα ακίνητο νεοκλασικό στην Πλάκα, το οποίο κληρονομεί η κυρία Παρθενόπη Λάμψα, κυρία Λάμψα… κυρία Κλάμψα…», ούτε φωνή μήτε ακρόαση, απούσα η κυρία Λάμψα, η μόνη που είχε κληθεί ονομαστικά.
Το πλήθος, προφανώς ικανοποιημένο που κανείς τους δεν πήρε τίποτα, η Παρθενόπη Λάμψα ήταν άγνωστη σε όλους, διαλύθηκαν, άλλοι βρίζοντας, άλλοι κλαίγοντας για τα δάκρυα που έχυσαν και τα μαντιλάκια που μούσκεψαν τσάμπα. Πάντως, όλοι με τα ίδια αντικρουόμενα συναισθήματα. Και κανείς δεν πρόσεξε μια νεαρή κυρία που περίμενε υπομονετικά σε μια αθέατη γωνία. Μήτε κανείς από τους ανθρώπους της συμβολαιογράφου την είχε αντιληφθεί.
Μόλις η συμβολαιογράφος ετοιμαζόταν να κλείσει τον φάκελο και να βάλει την υπόθεση στο Αρχείο για τα περαιτέρω, η μέχρι πρότινος αόρατη, μικροσκοπική νεαρή κυρία πλησίασε δειλά και χτύπησε τη μισάνοιχτη πόρτα του γραφείου. Η βοηθός έσπευσε να την εξυπηρετήσει.
“Σε τι μπορούμε να σας φανούμε χρήσιμοι, το γραφείο εννοώ, δηλαδή η συμβολαιογράφος μας”, τα είπε όλα μαζί, βαριεστημένα η βοηθός.
“Είμαι η Παρθενόπη Λάμψα”, είπε κι έδειξε την ταυτότητά της.
“Να περάσει!” φώναξε η συμβολαιογράφος, “ πού ήσουνα, κυρία Λάμψα, και σε ψάχναμε;”
της είπε σε τόνο ικετευτικό, κυρίως για να ξεφορτωθεί μια υπόθεση κληρονομίας με πολλά κενά.
Αποφασισμένη να μην αποδεχτεί την κληρονομιά η κυρία Παρθενόπη Λάμψα, της απάντησε:
“Δεν την αποδέχομαι! Δεν με ενδιαφέρει”.
“Δεν γίνεται αυτό. Δεν μπορείτε να μην την αποδεχτείτε. Αλλά, κυρία Παρθενόπη μου, αυτό είναι το μεγαλύτερο λαχείο και δεν το αποδέχεστε; Έπειτα, μπορείτε μετά να το εκμεταλλευτείτε όπως θέλετε. Όμως, από ό, τι μπορώ να εκτιμήσω από τα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου, το περιεχόμενο του σπιτιού έχει ανυπολόγιστη αξία”.
“Και ανυπολόγιστους μπελάδες”, γέλασε ειρωνικά η κυρία Λάμψα.
Και παρέλαβε τον φάκελο αφού πρώτα ήλεγξε με κάθε λεπτομέρεια.
“Υπάρχουν μερικά σημεία αδιευκρίνιστα, όπως ‘διατηρητέο’ και μια ‘κασέλα’ κειμήλιο να μείνει ανέγγιχτη… Τέλος πάντως, αφού μου έλαχε το λαχείο, θα το εξαργυρώσω”, είπε, σίγουρη πως θα έχει μπελάδες.
“Σας εξήγησα, μπορείτε να διαχειριστείτε το ακίνητο όπως θέλετε, δικό σας είναι”, τη βεβαίωσε η συμβολαιογράφος και της παρέδωσε και τα κλειδιά του ακινήτου.
Η Παρθενόπη πήρε τα κλειδιά του ακινήτου με ανάμικτα συναισθήματα κι αποχώρησε. Το μυαλό της τριβέλιζε το «κειμήλιο», εκείνη η «κασέλα».
Αλλά κανείς δεν πήρε είδηση τι έγινε στη συνέχεια….
Δημοσιεύθηκε στο Fractalart στις 26 Ιανουαρίου 2022
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου