Αφήγημα:
“Επιστροφή στα χρόνια της αθωότητας”
Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //

Επιστροφή στα χρόνια της αθωότητας *
“…το θαύμα έτσι και το γνωρίσεις,
πάει το γνώρισες,
μαθαίνεις να το βλέπεις κάθε μέρα”.
Ε. Γ.
Δύσκολοι καιροί να πιστεύεις στα θαύματα.Ζούμε σε μια εποχή μεταβατική και άκρως αποκαλυπτική, γι’ αυτό και επικίνδυνη. Δεν αφήνει περιθώρια να ονειρεύεσαι και να πιστεύεις στα Ελένη Χωρεάνθη θαύματα. Σου στερεί το δικαίωμα στην αθωότητα που είναι βάθρο και προϋπόθεση να δεις και να πιστέψεις στο θαύμα, να βρεις τον δρόμο προς τον χαμένο παράδεισο τη ψυχής σου.
Από τη στιγμή που η επιστήμη έχει καταρρίψει τους αιτιολογικούς μύθους, το θαύμα παύει να έχει νόημα.
Χάθηκε η μαγεία του αστερόεντα ουράνιου θόλου. Το θαμπό φως του φεγγαριού που ασκούσε γοητεία και δυνάμωνε στη σιωπή τα όνειρα των παιδιών, το αμαύρωσε η αποκτηθείσα γνώση.
Η επιστήμη έχει αποδεσμεύσει τρομερές δυνάμεις από τη φύση που τις διαχειρίζεται ο άνθρωπος. Παρακάμπτει τους “απαρασάλευτους νόμους της λειτουργίας του σύμπαντος”. Όπλισε το χέρι του σύγχρονου ασεβή Δία με τα πλέον ακαταμάχητα ανθρωποκτόνα μέσα, τα χημικά όπλα, που δεν εξαιρούν ενόχους και αθώους, όπως απέδειξε πρόσφατα η “αναγκαία επιχείρηση εξουδετέρωσης των τρομοκρατών”, και άφησε άναυδη για μια ακόμη φορά την εκουσίως υπνώττουσα ανθρωπότητα.
Ο αιώνας που εδώ και δυο δεκαετίες διανύουμε, παρά τους πολλούς εξορκισμούς με βιαστικούς πανηγυρισμούς, έδειξε από την πρώτη ώρα κατά πού βαδίζει η ανθρωπότητα και ποιο θα είναι το μέλλον του κόσμου. Το θαύμα των θαυμάτων της ανθρώπινης εφευρετικότητας, ο κυβερνοχώρος με τη μαγεία και τη γοητεία του παρασέρνει τα πάντα στους απέραντους κόσμους του μυστηριώδους Χάους. Η επανάσταση ετούτη δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία του πολιτισμού. Έχουν γίνει τρομακτικές ανατροπές. Οι ετοιμόρροπες γέφυρες με το Απόλυτο Ον φαίνεται πως δεν θ’ αντέξουν ακόμα πολύ.
Χωρίς την ψευδαίσθηση μιας άνωθεν παραμυθίας, πώς μπορούμε να μιλούνε για θαύματα;
Έτσι επιστρέφω νοσταλγικά στα χρόνια της αθωότητας, στην παιδική ηλικία του Μάγου, στην εποχή που όλα γύρω μου είχαν ψυχή και φωνή και το θαύμα που ζούσα ομόρφαινε την καθημερινότητά μου.
Παιδί, μου προξενούσε δέος το σκοτάδι και η σιωπή. Όταν δεν είχε φεγγάρι βγαίναμε στ’ αλώνι με τ’ άλλα παιδιά και κυνηγούσαμε κωλοφωτίτσες. Κι ήταν θαύμα να κυνηγάς τα φωσάκια που χάραζαν με χρυσές ραβδώσεις το σκοτεινό κενό, να παγιδεύεις στη μικρή σου παλάμη ένα πλασματάκι που φώτιζε δειλά το βήμα σου με το φαναράκι του και τ’ αστέρια να τρεμοσβήνουν στον ουράνιο θόλο. Πάντα με τραβούσε το φως. Με γοήτευε το παράδοξο. Απορούσα πώς γίνεται ν’ αναβοσβήνει ένα φωσάκι στην ουρά της κωλοφωτιάς. Έτσι την έχει βαφτίσει ο λαός την πυγολαμπίδα. Αν τσάκωνα καμιά, την έκλεινα στη χούφτα μου και από μια χαραμάδα των δαχτύλων τη ρωτούσα:
-Πώς γίνεται και φέγγεις, κωλοφωτίτσα μου; Ποιο είναι το μυστικό σου; Πες μου και θα σ’ αφήσω να πετάξεις. Κι άνοιγα λίγο την παλάμη.
Το έντομο τίναζε τα μουδιασμένα φτεράκια του κι ενώ ετοιμαζόταν να πετάξει προς την ελευθερία, αναβόσβηνε το φωσάκι του και θαρρούσα πως άκουγα να μου ψιθυρίζει:
-Αυτό είναι το θαύμα! Πώς δεν το νιώθεις; Απορώ γιατί με ρωτάς.
Έκτοτε μου έγινε συνήθεια η απορία για όλα όσα δεν μπορούσα να εξηγήσω με τη λογική. Η Φύση είναι γεμάτη θαύματα, αινίγματα και μικρά μυστικά.
Κάθε ταπεινό αγριολούλουδο τρέφεται από τη γη. Από το ίδιο χώμα παίρνουν όλα την τροφή τους. Κι όμως, το καθένα έχει δικό του χημικό εργοστάσιο που παρασκευάζει τα χρώματα και τ’ αρώματα που ταιριάζουν στη μοναδικότητά του.
Σταθηκα με δέος μπροστά σε μια πλαγιά πλουμισμένη με κάθε λογής αγριολούλουδα, σήκωσα τα χέρια και είπα:
Εδώ είναι ο Θεός κι αυτό είναι το θαύμα! Κι αναπολώντας πλήθος άλλες εικόνες, σημείωσα στο δεφτέρι που κουβαλάω πάντα μαζί μου:
Είδα τον ήλιο την αυγή,
ήπια νερό απ’ την πηγή
τρεχούμενο, το νάμα
κι είπα: Ιδού το Θάμα!
Είδα κρυμμένο στο κλαδί
μικρό πουλί να κελαηδεί
τον πόνο του σαν κλάμα
κι ήταν κι αυτό ένα θάμα…
Είναι θαύμα ν’ ακούς να λαλούν στις ρεματιές τ’ αηδόνια.
Ν’ ακούς το βούισμα των μελισσών την ώρα της δουλειάς τους, να παρακολουθείς το ακούραστο κι αβέβαιο πήγαινε-έλα των μυρμηγκιών στην αέναη βιοπάλη, τις ερωτικές περιπτύξεις και το τρυφερό ζευγάρωμα
των ζωντανών στην αγκαλιά της αθώας πλάσης, βασικές λειτουργίες που συντηρούν τη ζωή έξω από κάθε λογική και υπολογισμό.
Ν’ ακούς το κελάρυσμα του ρυακιού, της πηγής το ανάβρυσμα.
Να βιώνεις το μυστήριο, το παράδοξο και το αινιγματικό, το επικίνδυνο, όπως είναι οι σεισμοί, οι κεραυνοί και τα ηφαίστεια.
Να βλέπεις τη γη να γεννοβολάει και την ηφαιστειακή λάβα να εκτοξεύεται, να ρέει πυρακτωμένο ποτάμι, ολοζώντανο το θαύμα της ανακύκλωσης της ζωής: Η Γέννηση και ο Θάνατος. Ο Έρωτας που ενώνει και διαιρεί. Το απέραντο σύμπαν. Η αντοχή και η ακατάβλητη θέληση του ανθρώπου να ερωτεύεται, να γεννά απογόνους, να επιμένει, να υπομένει, να προσδοκά και να ελπίζει, να δημιουργεί, να αντιμάχεται τη Φθορά.
Αν δεν πιστεύεις στα μικρά, καθημερινά θαύματα που γίνονται γύρω σου, αν δεν έχεις συνειδητοποιήσει το θαύμα που είναι η ίδια η ύπαρξή σου και το ότι σκέφτεσαι, μην ψάχνεις άδικα. Δεν θα βρεις πουθενά το θαύμα.
Αν δεν συναντάς τον Θεό στην αρμονία που υπάρχει στη Φύση, μέσα στο καθένα απ’ τα ελάχιστα δημιουργήματά του, αν δεν τον βρίσκεις στη σιωπή και στον ήλιο που ανατέλλει κι αν δεν τον νιώθεις μέσα σου, πουθενά δεν υπάρχει. Όσο κι αν δακρύζουν, όσο κι αν ιδρώνουν αίμα οι εικόνες…
Είναι δύσκολοι οι καιροί για τέτοιου είδους θαύματα.
* Από τα λησμονημένα “Κείμενα αφής και επαφής” στα συρτάρια του γραφείου μου.
Σημείωση: Ψάχνοντας στο διαδίκτυο να βρω σε ποιον ανήκουν τα αρχικά Ε. Γ. που είναι κάτω από το μότο στο δικό μου αφήγημα, έπεσα πάνω στο “Καθ’ οδόν στην Τήνο”, της Ελένης Γκίκα, που είχε δημοσιευθεί στον Ριζοσπάστη, στη σελίδα “Τα καθημερινά της Κυριακής”, στις 22 Ιουνίου 2003.
Δημοσιεύθηκε στο Fractalart σήμερα, 4-2-2020
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου