Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

Εύχεσθε υπέρ ημών των ελαχίστων ποιητών

Εύχεσθε υπέρ ημών των ελαχίστων ποιητών
Δύο ποιήματα της Ελένης Χωρεάνθη



Αναμόρφωση των ποιημάτων «Ήταν ένα φθινόπωρο» και «Σχεδιάσματα μνήμης», από τη συλλογή «Ο ύπνος των μεσημβρινών ωρών» (Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2004).

Αιμορραγία φωτός

 «Ἀστέρας εἰσαθρεῖς, Ἀστὴρ ἐμός.
Εἴθε γενοίμην οὐρανός,
 ὡς πολλοῖς ὄμμασιν εἰς σὲ βλέπω».
(Παλατινή Ανθολογία: Επιγράμματα ερωτικά,
Πλάτωνος: «Εἰς Ἀστέρα»)

Διάβαζες τ’ άστρα
κι οι ουρανοί φέγγαν στα μάτια σου
Ρόδο που ανθεί
αιμορραγεί το φως σου εντός μου
Όρθρος βαθύς
ανθός της μνήμης εύοσμος
χαροποιεί τις ακοές των μελωδούντων
Εύχεσθε υπέρ ημών
των ελαχίστων ποιητών

Ένα στρογγυλεμένο δειλινό
περνώντας μέσα από τις δημοσιές των αγαλμάτων
ήρθε και στάθηκε στα βλέφαρά μου απόψε
όπως το σύννεφο που ανθεί
στην κορυφογραμμή το ηλιοβασίλεμα
και του μυαλού μου αναθάρρησαν οι αρμοί

Όταν γυρίζαμε
ψιχάλιζε νοτιά στα κεραμίδια
η νύχτα ήταν δροσερή
κι ο έρωτας ταχτάριζε τον όρκο
στον όρμο μιας καινούριας εκδοχής

Διπλώνει ολόγυρα το φως
καθώς πτυχή
στο κυριακάτικο πουκάμισο της μέρας
κι η κουρασμένη εποχή
σαν κουρσεμένη αποδοχή
κρατάει το ίσο
στον άναρχο αστερισμό του επιουσίου

Μ’ ακρωτηριασμένα όνειρα
πώς να σ’ αντέξω υπομονή
πληγή στον ουρανίσκο η φωνή
φως εκ φωτός  / αγάπη τελειωμένη
επί των υδάτων η φωνή βοώντος
επί πτερύγων ανέμων
οδοιπορούσα
η μορφή
βηματισμοί
στου αλλόθροου καιρού την αμεριμνησία

Πώς να σ’ αρθρώσω
υπομονή
στου μάταιου κόσμου τον ερειπιώνα
Το πρόσωπό σου
κάηκε από την οδύνη
η όψη σου εμαράνθη σφόδρα
αιμάτινο καρφί στο μέτωπό σου η πληγή
και πέτρινα τα λόγια σου
τα φτερωτά

Άδικα τριγυρνούσες στα καΐκια
φυτεύοντας αγάπανθους στις πρύμνες
Πάσκιζες
«ένα νησί να εικονίσεις»
στον αφρό
δυο τρεις οργιές πέρ’ απ’ τη λήθη
Ένα ματσάκι πρωινές χαρές
κι ένα δεμάτι δροσερές αυγές
ο μόχθος της ακανθυλλίδας

Το βλέμμα σου
στάλαζε φως στο θάλαμο των αγαλμάτων
κι ο σταλαγμός
έγινε πέλαγο βαθύ για τον καημό μου
σ’ ένα λαγήνι λύπη αγαπημένη
μ’ ένα κομμάτι άρτου
μουλιασμένο
απ’ της αγάπης την Πεντηκοστή
για τους μελλούμενους χειμώνες της αγρύπνιας
φυλαγμένο

Εύχεσθε υπέρ ημών των ελαχίστων ποιητών

Παλαιό Φάληρο, 30 Νοεμβρίου 2019


Εσπερινά σύμμεικτα

Ήταν ένα φθινόπωρο
δίχως ελπίδα
έμπαινε στο κορμί
κυλούσε με το αίμα στις φλέβες
σαράκωνε την καρδιά και τον ύπνο
πάγωνε μέσα μου

Ήταν ένα φθινόπωρο
όλο σιωπή
μύριζε εσπερινό πρωτοβρόχι στις πτυχές των ανέμων
κι η διάβρωση προχωρούσε αργά
ως την καρδιά των πραγμάτων
καταλύοντας
και το πιθανώς ενδεχόμενο
και τα πουλιά δακρυσμένα
κοίταζαν την αλαφιασμένη
κατακόκκινη δύση

Έσταζε πίκρα σιωπηλή
τ’ ανεμοβρόχι στις μασχάλες των απελπισμένων δέντρων
κι η πατρίδα πορευόταν προς το ακούσιο πάθος
Ηχούσαν οι κώδωνες των ναών
τα σήμαντρα ιερών μονών
χρώματα ιλαρά στης υστερίας τον καθρέφτη
εσπερινά διαθλασμένης ορατότητας
και Ωσαννά
Μετά βαΐων
κλάδων
ύμνων
κάτω απ’ της ουτοπίας τον εξώστη

Ιδού η πύλη η ευρεία των μακάρων
των υμνωδών
των ικετών
των ζηλωτών και των δουλοπαροίκων
Ιδού η αμνάς η γάλα φέρουσα
υπέρ των ορφανών της ενηλίκων

Ήταν ένα φθινόπωρο
χωρίς συνοχή
ψιχάλιζε νοτιά μια ξαφνική απολαμπίδα
είχαν βγει τα παιδιά στις δημοσιές
να συλλαβίσουν τον ήλιο
κι ένα ρυτιδωμένο φως στραφτάλιζε
στις σκαλωσιές του ονείρου
Μετά βαΐων
κλάδων και ύμνων κηδευόταν η πατρίδα

Ήταν μακρύ
το φθινόπωρο εκείνο
τόσο πικρό φθινόπωρο
δεν ξαναμπήκε στη ζωή μου
Κούφωσε την ψυχή και τον ύπνο
κι η πατρίδα ταξιδεύει στους αιώνες
μνήμη διαμελισμένη στον καρπό της γνώσης

Είναι το φως
που επιμένει να σχηματίζει τις στεριές
Είναι το φως που επιμένει
να δυναμώνει τους καημούς της Ρωμιοσύνης


Παλαιό Φάληρο, 30 Νοεμβρίου 2019

Δημοσιεύτηκε στο Fractal στις 3/12/2019

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου