Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Μνήμη Στρατή Φιλιππότη

Εις μνήμην Στρατή Φιλιππότη



Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη //




Επί τους τύπους των ήλων

Ανυποχώρητα μύστες
εφήμεροι του αιωνίου ικέτες
νοσταλγοί ποιητές
πλάνητες και πλανώμενοι
ονείρων απατηλών πωλητές
μεταπράτες
ποικίλων ιδεών στο κενό καταθέτες
δέσμιοι του αρχαίου αινίγματος
εσαεί απορούμε:
«Τι πότ’ εστίν άνθρωπος
και τι τη τοιαύτη μοίρα προσήκει
ενεργείν δε ή πάσχειν»

Πέρα από όσα έχουν κατά καιρούς γραφτεί, προσπαθώ μέσα από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της μορφής και κάποιων έργων του Γιαννούλη Χαλεπά να διερευνήσω τον εσωτερικό του κόσμο, να δω τι κουβαλούσε μέσα του ο τραγικός καλλιτέχνης που ίσως δεν μπόρεσε ή δεν πρόφτασε να εκφράσει, και τι οδηγεί σήμερα τον Στρατή Φιλιππότη, ένα δραστήριο διανοούμενο, επιτυχημένο εκδότη, να ασχολείται επίμονα με το Γιαννούλη Χαλεπά. Τι τον κάνει να μεριμνά διαρκώς για το έργο του μεγάλου, εκτός τόπου και χρόνου, Τηνιακού δημιουργού με τόσο πάθος, να ψαύει τους τύπους των ήλων στο κορμί της μνήμης Εκείνου.
Τι τον σπρώχνει να ανιχνεύει να ανασκαλεύει τα συντρίμμια, να συναρθρώνει τις στιγμές της αγωνίας του Χαλεπά, να θωπεύει τις πληγές της καρδιάς και της ψυχής του, να τον ακολουθεί στα ερείπια της μαρτυρικής του επίγειας πορείας; Να είναι η δική του λανθάνουσα καλλιτεχνική αγωνία; Η τρέλα του; Η εμμονή στο σκοπό που καταντάει αυτοσκοπός; Το πάθος του; Ίσως όλα μαζί.
Ποιος ξέρει; Ποιος μπορεί να ξέρει! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Πάντως ένα είναι απολύτως βέβαιο: η καλλιτεχνική δημιουργία είναι αναπόσπαστο μέρος και της δικής του δραστηριότητας και ζωής.
Σίγουρα, η ασκητική μορφή του μοναδικού, του ξεχωριστού Γιαννούλη Χαλεπά, σημάδεψε τη ζωή του Στρατή Φιλιππότη. Είναι το κριτήριο, το μέτρο που οριοθετεί τις προοπτικές, τις ενέργειες και τις προσπάθειές του αφότου συνειδητοποίησε πόσο επίπονη και μαρτυρική είναι η θέαση του αμιγώς ωραίου, ιδωμένου δι «εσόπτρου», η σύλληψη της ιδέας και η μετάπλασή της μέσω της άμορφης ύλης σε άφθαρτες μορφές ζωής, η απόδοση της ουσίας και του νοήματος του κάλλους με τη μορφοποίηση της ύλης.
Είναι ανηφορική και συχνά ατελέσφορη η πορεία προς τη συνάντηση του ωραίου και του αληθινού στο «Επέκεινα», η θέαση του κάλλους στην άλλη πτυχή της ζωής, η μετάπλαση του αχειροποίητου, ασύλληπτου, άχρονου κάλλους, η ακινητοποίηση και αποκρυστάλλωση του κάλλους σε μορφές γήινες για την ανάγνωση του Κάλλους στο διηνεκές της αθωότητας της Τέχνης;
Άραγε, ο καλλιτέχνης, ο δημιουργός να ζούσε την απόλυτη μοναξιά ολόγυρα κι εντός του; Να τον κατοικούσε η αγωνία της σύλληψης κι απόδοσης της τελειότητας και δημιούργησε το μοναδικό καλλιτεχνικό σύνολο έργο, τα τελειωμένα όσο και τα κομμάτια της θρυμματισμένης καλλιτεχνικής μνήμης, το διαχρονικό θαύμα; Μήπως  βιώνει κι ο Στρατής Φιλιππότης την άφατη μοναξιά του ατέλειωτου μαρτυρίου του Χαλεπά κι ακολουθεί επίμονα το δρόμο προς αναζήτηση του τέλειου και μοναδικού μέσω τη φροντίδας για Εκείνον;
Είναι μια βάσιμη υπόθεση, πιθανότητα, έστω, αν όχι εσωτερική αναγκαιότητα και άνωθεν επιβεβλημένη πραγματικότητα. Θαρρείς πως δεν έχει άλλο πιο σημαντικό σκοπό στη ζωή του εκτός από τη μέριμνα και τη δική του αναζήτηση να συλλάβει και να αναστυλώσει μες από τα θρυμματισμένα κομμάτια των έργων του τη μορφή και τη μεγαλοφυΐα του ξεχωριστού γλύπτη, του μοναδικού που ξεπέρασε τον κλασικισμό και τους κλασικούς ομοτέχνους του και το καλλιτεχνικό του ανάστημα καλύπτει τον θρυμματισμένο μέσα του αιώνα με την ιδιοτυπία και την ιδιομορφία της προσωπικής καλλιτεχνικής του δημιουργίας.
Δεν είναι διόλου τυχαίο που ο μεγάλος Τήνιος καλλιτέχνης έμεινε στην ιστορία του νεότερου πολιτισμού μας με το χαϊδευτικό, το τρυφερό Γιαννούλης και όχι Ιωάννης.
Ενδεικτικό της οικογενειακής θαλπωρής που τον περιέβαλλε, αλλά και της μητρικής δουλοσύνης, της υπέρμετρης, δεσμευτικής και ανασταλτικής, μιας δουλοσύνης, αν όχι καταστροφικής, στη μητρική στοργή και αγάπη, κοντολογίς μιας βαριάς κατάρας που συνόδεψε τον καλλιτέχνη Χαλεπά στο μεγαλύτερο διάστημα της βασανιστικής  δημιουργικής περιόδου της ζωής του.
«Η ασκητική μορφή του Χαλεπά δεν φεύγει από τα μάτια μου. Με κυνηγάει, ορίζει το κάθε μου βήμα, θαρρείς και μου υποδεικνύει να εκπληρώσω κάποιο χρέος. Έτσι το νιώθω, έτσι το εισπράττω. Να είναι όραμα ή η αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα μιας παρουσίας αβέβαιης όσο και βέβαιης;» αναρωτιέται ο Φιλιππότης.



Κάθε φορά που επισκέπτεται το νησί του, νιώθει πως τον ακολουθεί, πως ακούει βήματα πίσω του. Ακόμα και στον ύπνο του τον επισκέπτεται. Και μια φωνή αδύναμη κάτι του ψιθυρίζει στο αυτί. Κι ύστερα η σκέψη του που πάντα αγκαλιάζει τα μέρη που εκείνος κάλυπτε με τη ντελικάτη, την αιθέρια, στιλπνή έως διάφανη, παρουσία του. Τον ακούει να προπορεύεται ή να τον ακολουθεί. Δεν μπορεί να απαλλαγεί από την παρουσία Εκείνου από τότε που είδε τα χαράγματα στο μάρμαρο. Που έψαυσε με τα χέρια του τα χνάρια και το σχηματοποιημένο, θαρρείς άυλο, σε αρχαϊκά πρόσωπα και σώματα πηλό. Οι ασκητικές πήλινες, οι γύψινες μορφές, οι καλοδουλεμένες με πολλή στοργή και τρυφερότητα, ολοζώντανες, θαρρείς, μορφές που γέννησε η φαντασία του καλλιτέχνη και μετάπλασσαν τα θαυματουργά εκείνα χέρια, χέρια ενός ερημίτη, ενός αγίου, ενός φευγάτου, μακριά από την άστοργη πραγματικότητα, ενός καλλιτέχνη που ανάλωσε τη ζωή του προσπαθώντας να δαμάσει το μάρμαρο και να δώσει υπόσταση στο ασύλληπτο, μέσω της νεκρής, άψυχης ύλης, περιπλανώμενος στην απέραντη ερημική αμμουδιά του σαλεμένου μυαλού του.
Τον βλέπει αέρινο, να περιφέρεται ανάμεσα στα έργα του, να χαϊδεύει ένα προς ένα όλα όσα βγήκαν από τα χέρια του. Κάποτε να πλάθει τον κόκκινο πηλό, άλλοτε να καλουπώνει, να δίνει μορφή και πνοή στα γύψινα ομοιώματα ή να πελεκάει με το καλέμι το μάρμαρο για να μεταπλάσει την άμορφη μάζα σε συγκεκριμένη υπόσταση, να μετατρέψει το μαρμάρινο όγκο σε έργο υψηλής τέχνης, να το κάνει αθάνατο για τη μοναδική δική του αιωνιότητα.
Να είναι τάχα τα μάτια, μάτια άδολα, δειλά, φοβισμένα, ατενίζοντα μέσα από το σαλεμένο κόσμο των αισθήσεων την αόρατη αρμονία κι ομορφιά που η ακαταπόνητη όρασή του πλαστουργού πάσκιζε να της δώσει σχήμα και υπόσταση για το διηνεκές της αθωότητας της τέχνης; Τα θλιμμένα, τα διάφανα διαπεραστικά, παραπονεμένα, αθώα μάτια που αγκαλιάζουν, θαρρείς με πονεμένη άφατη στοργή το σύνολο των πέτρινων, των πήλινων και των μαρμάρινων σχημάτων και μορφών; Ένα πάναγνο, πρωτογενές και ατόφιο σύμπαν σμιλεμένων στη σκληρή πέτρα έργων, χαραγμένων στους τοίχους του πατρογονικού σπιτιού, στα κατάστιχα του πατέρα του και σε ό,τι χαρτιά κατάφερνε να βρει στο καφενείο του χωριού του;
Μήπως οι άμορφες μάζες πηλού και θρυμματισμένου γύψου που δεν πρόλαβε ο καλλιτέχνης να αποτυπώσει, να σμιλέψει πάνω τους το όραμα που κυοφορούσε μέσα του; Ή μήπως κι αυτά που πρόχειρα θεωρήθηκαν ατελείωτα να προειδοποιούν για την αληθινή έκφραση του καλλιτεχνικού, πρωτοποριακού του έργου, εφάμιλλου των αριστουργημάτων της αρχαιοελληνικής πλαστικής δημιουργίας;
Μήπως κι εκείνος παλεύει μέσα από αυτό το όραμα να εκφράσει τα ανέκφραστα του δικού του κόσμου, του πατρογονικού καλλιτεχνικού κληροδοτήματος / πάθους που κουβαλάει στο αίμα του, να συμμαζέψει τις στιγμές της δικής του αναζήτησης μέσα στο χάος του αρχαίου ελληνικού κάλλους; Να πραγματοποιήσει αποθηκευμένες μέσα του  καλλιτεχνικές ανησυχίες, να κλείσει μια απύλωτη πληγή που αιμορραγεί από τον καιρό που ακούει τις φωνές των επιφανών Τήνιων καλλιτεχνών, ζωγράφων και γλυπτών, των Φιλιππότηδων προγόνων του και του Γιαννούλη Χαλεπά να τον καλούν προς μιαν άλλη διάσταση του χρόνου και ψαύει το παρελθόν για να εκφράσει τον πλούτο της λανθάνουσας δικής του καλλιτεχνικής δημιουργίας; Μήπως, λέω.
Να είναι τα χέρια του καλλιτέχνη του θωπεύουν ακατάπαυστα τη μνήμη; Εκείνα τα σκελετωμένα, άσαρκα χέρια με τα μακριά δουλεμένα δάκτυλα και τα κάτασπρα νύχια, ενθύμηση και προέκταση του υλικού που σε όλο το τρικυμιώδες πέλαγος του νου του δούλευαν πελεκώντας μερόνυχτα τα σκληρά κόκαλα της τηνιακής γης με το καλέμι ή ζυμώνοντας το κοκκινόχωμα και πλάθοντας με πηλό τον όμορφο κόσμο των αγαλμάτων, το δικό του άκακο, σιωπηλό σύμπαν της ζωοποιού απέθαντης τέχνης; Τα μάτια και τα χέρια του Χαλεπά που τον έκαναν να εκστασιάζεται και να δημιουργεί διασταυρώνοντας τις τάσεις και να βρίσκει σημεία επαφής ανάμεσα στις εποχές και στους παρωχημένους αιώνες της μακρινής αθωότητας του κόσμου και του ανθρώπου;
Είναι, μάλλον, ο σταυρός του που σήκωνε ο Χαλεπάς βόσκοντας τα προβατάκια του, ο σταυρός που είχε γίνει ένα με τον πελώριο ίσκιο του, σύμβολο του αγώνα να δώσει πνοή και ζωή στα άψυχα υλικά, να πιάσει τη γραμμή της χαμένης ορατότητας του κόσμου, σύμβολο του διανοητικού μαρτυρίου και της ατελεύτητης προσπάθειας για αναμόρφωση του αρχαίου κάλλους. Ο βαρύς σταυρός που ανεπίγνωτα σήκωνε ο καλλιτέχνης και που πάνω του ακουμπούσε και αναπαυόταν η ταλαιπωρημένη ράχη, το γαιώδες σαρκίο του. Και προχωρούσε στον ανήφορο της θρυλούμενης παράνοιας λησμονημένος από όλο τον καλλιτεχνικό κόσμο, ζώντας με τους συγχωριανούς του ως ένας ασήμαντος ζήτουλας του καθημερινού.
Έπειτα, το «μωρό» του, καρπός μιας από τις θαυματουργές γέννες που μόνο οι μεγάλοι τεχνίτες αξιώνονται να πραγματοποιήσουν, το κεφαλάκι του «εκατόγχειρα», εννοώ. Στη φωτογραφία, ο Χαλεπάς το κρατάει στην αγκαλιά του τρυφερά και το κοιτάει με τόση στοργή και αγωνία καθώς ψάχνει, λες, να βρει ένα σταθερό σημείο του κόσμου του να το απιθώσει με σιγουριά και να του το εμπιστευτεί. Η μέριμνά του εστιάζεται στο δημιούργημά του, για τίποτα άλλο, φαίνεται, εκτός από αυτό να μην τον ενδιαφέρει. Πίσω του ο πέτρινος τοίχος της ξερολιθιάς μέσα στο απροσδιόριστο πεδίο της ερημιάς και της μοναχικότητας, το απροσμέτρητο χάος που υπογραμμίζει τη μηδαμινότητα του ανθρώπου, ο περιγεγραμμένος, χαώδης ωστόσο, κόσμος, ένας ερημίτης κι αυτός ο κόσμος μέσα στην απροσδιοριστία της ατελεύτητης διαστολής του σύμπαντος.
Ο ώριμος άντρας μιλάει πάντα για το διάσημο, το μοναδικό καλλιτέχνη πρόγονό του δημιουργό με τόση αγάπη και θαυμασμό ωσάν να πρόκειται για πολύ δικό του άνθρωπο, αίμα του, πολυτίμητο σημαντικό πρόσωπο. Το διαισθάνεται, το νιώθει. Ένα κεφάλαιο μνήμης καταγεγραμμένο στον ορίζοντα του νου του. Ακούει τη φωνή της καρδιά του, δεν έχει σημασία αν η φωνή είναι βουβή. Εκείνος την ακούει, τη βλέπει. Οι λέξεις παίρνουν υπόσταση στην ακοή του, ζωντανεύουν, γίνονται ανθρώπινη ζωντανή ύπαρξη, επιβλητική. Τον ονειρεύεται κι είναι σαν να τον βλέπει ολοζώντανο ν’ ανηφορίζει τους λόφους του νησιού βόσκοντας τα λίγα προβατάκια, να χωράει στα στενά πλακόστρωτα δρομάκια του Πύργου αυτόν τον «αχώρητο» μεγάλο, δημιουργό, τον ανεπανάληπτο γλύπτη.
Τον απασχολεί το όνειρό του. Όνειρο ήταν, οπτασία ή κάτι μεταξύ αυτών των δύο καταστάσεων, μια ζωντανή άυλη παρουσία; Τον είδε, τον άκουσε, του μίλησε για τα μελλοντικά του σχέδια.
«Θα κάνω την προτομή της Ιωάννας Τσάτσου και τη δική σου», του είπε και τον άγγιξε με το δείκτη του χεριού του στο μέτωπο, «να εδώ, πάνω στην ελιά!», είπε και έδειξε με το δάκτυλο το συγκεκριμένο σημείο στο μέτωπό του.
Τα είπε απλά, φυσικά, όπως ακριβώς το έζησε μοναδικά στον ύπνο ή στο ξύπνιο του, ποιος ξέρει. Μπορεί και στις δυο καταστάσεις:
Ο Στρατής Φιλιππότης έχει το όραμα ωσάν το μίτο της Αριάδνης που τον οδηγεί πίσω από τη σκιά Εκείνου του μεγάλου προγόνου του στα μαρμαρόστρωτα δρομάκια του νησιού τους πασχίζοντας να συμμαζέψει τα κομμάτια της μνήμης που σέρνεται στα ανηφορικά στενορύμια, στους λόφους και στα λαγκάδια, να συλλέξει στο θύλακο των αποσκευών του το φως που αναδίνουν τα πράγματα στην πρώτη επαφή τους με χέρι του δημιουργού, να βγει έμπλεος, χορτασμένος φως μεσ’ από το λαβύρινθο του χαώδους άνω βυθού του μεγάλου συντοπίτη του καλλιτέχνη.
Θαρρείς πως έχει να ξεχρεώσει ένα χρεόγραφο χρωστούμενο, επιβεβλημένο χρέος έσωθεν, ευχή και κατάρα, δωρεά κι ευλογία. Υπόσχεση που έχει δώσει στον εαυτό του να αναστήσει μέσα από τα ερείπια της κατακερματισμένης, θρυμματισμένης ζωής του το μεγάλο τραγικό της Νεοελληνικής  Γλυπτικής Γιαννούλη Χαλεπά. Νιώθει την ανάγκη, μια ακατανίκητη επιθυμία να υψώσει σύμβολο την ιερή ακατάλυτη μορφή του δημιουργού να γίνει σύμβολο, αιώνια παρακαταθήκη, συμβόλαιο μνήμης κι ανεκτίμητη κληρονομιά ώστε η ιερή λάμψη της θαμπωμένης από το αόρατο φως μορφή του να καταυγάζει τον κόσμο της αθωότητας από τα ανεμοδαρμένα ύψη της φυλακισμένης στο ταλαιπωρημένο σαρκίο απαράμιλλης μεγαλοφυΐας.

  • Ελένη Χωρεάνθη
  • Παλαιό Φάληρο, 10 Δεκεμβρίου 2009,
  • Μηνά Καλλικελάδου, Ερμογένους, Ευγράφου, μαρτύρων.
  • Ημέρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
 Δημοσιεύτηκε σήμερα, 9 Ιανουαρίου, στο Fractalart
  ημέρα αποχαιρετισμού σκηνώματος


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου