Διήγημα Fractal: «Πατρός αγνώστου»
Της Ελένης Χωρεάνθη //
Ο Αλέξανδρος Κεχαγιάς, «πατρός αγνώστου», στα είκοσί του χρόνια ήταν έτοιμος για μπάρκο. Δεν τον κρατούσε ούτε με σίδερα το νησί. Και μπάρκαρε. Με όνειρα και προοπτικές για μια καλύτερη ζωή και με τις ευχές της μητέρας του, ένα ρόδινο καλοκαιρινό πρωινό επιβιβάστηκε στο ΕΡΑΤΩ, στο πρώτο πλοίο της γραμμής κι ύστερα από ένα ολοήμερο ταξίδι, έφτασε νύχτα στο λιμάνι του Πειραιά. Μόλις έφεξε η αυγή την άλλη μέρα, σάλπαρε με το πετρελαιοφόρο ΝΙΚΗ. Ξενιτεύτηκε γαντζωμένος στην ελπίδα πως κάποια μέρα θα γύριζε στο νησί με πολλά χρήματα και θα άλλαζαν όλα για τον ίδιο και για την ταλαίπωρη τη μάνα του.
Την άφησε ολομόναχη στο λιμάνι του νησιού να τον αποχαιρετάει ανεμίζοντας το λευκό μαντίλι της μουσκεμένο από τα δάκρυα του αποχωρισμού, ίσαμε που άρχισε να ξεθωριάζει καθώς μάκραινε, να βυθίζεται στο απέραντο γαλάζιο, να μικραίνει, να γίνεται μια ασήμαντη κουκκίδα ώσπου έσβησε κι εκείνη.
Όσο απομακρυνόταν το πετρελαιοφόρο, ο Αλέξανδρος έβλεπε να μικραίνει πίσω του το νησί, να λιγοστεύει, να μοιάζει μελανή γραμμή στον ορίζοντα ώσπου χάθηκε κι αυτή από τα μάτια του. Τότε συνειδητοποίησε πως βρίσκεται πολύ μακριά στο άγνωστο και ξένος, άγνωστος, ανάμεσα σε αγνώστους, στο έλεος της καλοσύνης του νερού, μόνος καταμεσής στο απέραντο γαλάζιο, μες σ’ ένα ατέλειωτο υγρό στοιχείο, σ’ ένα ρευστό κι ακατανόητο σύμπαν.
Τελείωσε η πρώτη μέρα και η πρώτη νύχτα στο πετρελαιοφόρο και η αυγή τους βρήκε μακριά να πλέουν πάνω σ’ ένα ατελείωτο νερό. Σαν απέραντο σύμπαν αγκάλιασε με την πρώτη ματιά τον ακύμαντο Ειρηνικό ωκεανό κι ένιωσε να σέρνεται στο κορμί του, πάνω και κάτω από το δέρμα, σαν ερπετό μια ανατριχίλα. Και το αίμα του άρχισε να κρυώνει. Σε λίγο, ευτυχώς, πρόβαλε μπροστά του μια συστάδα από καταπράσινα νησιά που του άλλαξαν τη διάθεση κι έγραψε στην πρώτη σελίδα του ημερολογίου του τις πρώτες εντυπώσεις από τη ζωή στον ωκεανό.
«Δεν ξέρω πόσα είναι τα νησιά. Τα ‘δα να ξεπροβάλλουν μες από τα νερά γιομάτα φυλλωσιές κι αγάπη για τον αγέρα. Ξέρω πως οι άνθρωποι μάχονται να κρατηθούνε πάνω τους, μάχονται να ζήσουν εκεί που γεννιέται η καταστροφή. Γένηκαν ένα με την καταστροφή και τον ωκεανό – πολλές φορές τους έβλεπα σαν κύματα γύρω από το πλοίο που γύρευε να τους περάσει. Έχουνε πρόσωπα βουβά και σώματα που δεν αφήνουνε την έκφραση να τα προδώσει. Δεν ξέρω αν αγαπούν, όμως μάχονται να ζήσουν, γιατί τη γή μας τούτη πρέπει να την αγαπούνε. Οι θάλασσες είναι μεγάλες σαν τις ιστορίες μας, τα βουνά είναι ψηλά – γιατί να θέμε να τα χαμηλώσομε; Δεν ξέρω. Για μένα που γράφω σ’ ένα σημείο του ωκεανού, μια μαύρη κηλίδα μέσα στο γαλάζιο, όλα τούτα τα νησιά μου χαμογελούν και με παρηγορούνε. Υπάρχει ζωή που δεν κοιμάται κι ούτε ποτέ θα νυστάξει.
Δεν ξέρω πόσα είναι τα νησιά – δεν έχει κανένα νόημα να ξέρεις κάτι που δεν είναι δικό σου. Ξέρω πως η ζωή τους είναι σαν τη δική μας, πως οι άνθρωποι το ίδιο δυσκολεύονται να ξέρουν. Αυτό με φτάνει.
Τα μηνύματα αργούν να φτάσουν εδώ κι όμως το νησί που μου ‘δωσε την πρώτη ανασαιμιά της αγάπης του μένει μέσα στις φλέβες μου, όπως η αρμύρα στο δέρμα και στα ρούχα μου. Τα μεγάλα κύματα του ωκεανού ξέρω πως φτάνουν ως τις μικρές ακρογιαλιές του κι είναι η μόνη αλήθεια που πάνω της φορτώνω τα όνειρά μου για να φτάσουν ως εκεί δίχως να παραμορφωθούν από τα δόντια των ταχυδρομείων. Μια καλοσύνη ταξιδεύει από κύμα σε κύμα χωρίς να βουλιάζει*».
Ρίχτηκε στη μεγάλη θαλασσινή περιπέτεια σαν το μυθικό Ιάσονα ο Αλέξανδρος κι ονειρευόταν να γυρίσει φορτωμένος αναμνήσεις από τη ζωή των ωκεανών και άλλων λαών και τα χρήματα που χρειαζόταν για να αλλάξει τη μοίρα και τη ζωή τους. Μόνο γι’ αυτό, και για κάτι άλλο που κρατούσε χρόνια μυστικό, ήθελε τότε τα χρήματα όταν μπάρκαρε. Αργότερα άλλαξαν τα πράγματα.
Έμεινε μονάχη της η κυρά Μαριγώ στο χωριό με την απαντοχή και την ελπίδα να γυρίσει από την ξενιτιά γερός ο γιος της, άντρας φορτωμένος, δώρα, πλούτη και χρυσαφικά.
Με την πρώτη ευκαιρία ο Αλέξανδρος πήρε πάλι μολύβι και χαρτί, κάθισε στην πλώρη του καραβιού, κι ατενίζοντας τον απέραντο ωκεανό που δεν τελείωνε πουθενά, δεν είχε όρια, κάπου στο βάθος δεν ξεχώριζε μήτε ο ουρανός, κι έγραψε το πρώτο γράμμα στη μητέρα του.
«Μητέρα, ταξιδεύω με το καράβι που το λένε ΝΙΚΗ! Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό για μένα; Θα νικήσω, μητέρα. Μια μέρα θα γυρίσω με παρά και θα καμαρώνεις για μένα. Θα σε κάμω κυρά. Μην ακούς τι λέει ο κόσμος γύρω σου. Ο κόσμος δουλειά δεν έχει και δουλειά βρίσκει να ασχολείται με τους άλλους. Προσευχήσου να είμαι καλά…» κάπως έτσι τέλειωνε το γράμμα.
Η κυρά Μαριγώ, όταν έλαβε το πρώτο γράμμα του γιου της από την ξενιτιά, γονάτισε ταπεινά μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και προσευχήθηκε όσο άντεχαν τα γόνατά της.
«Παναγίτσα μου, προστάτεψέ το μου το απροστάτευτο. Δεν έχω τίποτ’ άλλο σ’ αυτό τον κόσμο. Ένα το ’χω όπως κι εσύ, Παρθένα μου. Ξέρεις τον πόνο της μάνας. Κάμε το δρόμο του καλό, βοήθησέ το. Είναι το παλικάρι μου ‘αγνώστου πατρός’ για τον κόσμο, όχι για μένα. Ας μη σεβάστηκε τους όρκους που μου είχε δώσει ο Αντρέας, άμυαλος ήταν. Ένα παιδί, τι έφταιγε κι εκείνος. Όπως και να ’χει φέρθηκε άνανδρα. Μπορεί που ήταν μικρός κι ανήλικος. Ποιος ξέρει. Δεν κρατώ κακία. Πατέρας είναι του παιδιού μου. Καμιά φορά… πού ξέρεις; Έχει ο καιρός γυρίσματα. Εγώ αγάπησα το σπλάχνο μου από την πρώτη ώρα που το ένιωσα να σαλεύει μέσα μου. Άντεξα τον κόσμο. Θα τον αντέξω και τον ξενιτεμό του γιου μου. Θα τον αντέξω κι αυτόν το χωρισμό», ψιθύρισε.
Σηκώθηκε, έκανε μια ακόμα φορά τρεις σταυρούς απανωτά για να πιάσουν τόπο, κατέβηκε στο κατώι, μπήκε στον αργαλειό και συνέχισε την τέχνη που ήξερε να κάνει.
Ξέμπαρκος στο νησί
Ύστερα από εφτά ολόκληρα χρόνια στη θάλασσα ξεμπάρκαρε αποφασισμένος να μείνει στη στεριά και να σταδιοδρομήσει, να πετύχει ως ελεύθερος επαγγελματίας και να ψάξει να βρει τον πατέρα του, που ήταν η δεύτερη βασική του επιδίωξη. Άσχετα, αν μπήκαν άλλα πράγματα στη ζωή του σημαντικά και ασήμαντα και οι μισές από τις επιδιώξεις και τα μεγάλα όνειρα έμειναν για πολλά χρόνια στα αζήτητα.
Επέστρεψε, βέβαια, στο νησί, δεν σκόπευε όμως να μείνει στο χωριό του ούτε καν στο νησί. Ήταν αποφασισμένος να φύγει και να σταδιοδρομήσει στην Αθήνα. Το νησί δεν μπορούσε να χωρέσει τα όνειρά του. Κυρίως όμως ήθελε να απαλλαγεί από το παρελθόν του κι από ό, τι αυτό σήμαινε. Όχι πως δεν αγαπούσε τον τόπο που γεννήθηκε, αλλά ήθελε να ξεφύγει από τις αναμνήσεις της επαρχιακής πόλης. Το επαγγελματικό του μέλλον, το συμφέρον του, το μεγάλο του όνειρο το έβλεπε να πραγματοποιείται στην Αθήνα.
Αφού έμεινε ένα διάστημα ξεκούρασης, περισυλλογής και προσαρμογής στη ζωή της στεριάς, στο νησί, παρέα με τους παιδικούς του φίλους κι αφού τακτοποίησε τις εκκρεμότητες που υπήρχαν εκεί, ήταν πλέον έτοιμος για τη νέα του εξόρμηση. Κι ένα ωραίο πρωί, την ώρα που έπιναν τον καφέ τους, ανακοίνωσε στη μητέρα του τα νέα του σχέδια.
«Αρκετά δεν ξεκουράστηκα, μητέρα; Κοντεύω να τεμπελιάσω. Θα με βαρέθηκαν και οι φίλοι μου. Τι λες; Καιρός ν’ αρχίσω δουλειά, έτσι δεν είναι;»
Η κυρά Μαριγώ ταρακουνήθηκε. Ανακάθισε στο κάθισμά της κι ακούμπησε το δεξί της χέρι πάνω στο μέρος της καρδιάς.
«Θα μπαρκάρεις κιόλας, γιε μου; Ακόμα δεν σε χόρτασα. Μείνε λίγο ακόμα να σε χαρώ, αγόρι μου», ψέλλισε.
«Δεν σκέφτομαι να μπαρκάρω, μητέρα. Η θάλασσα τέλος πια για το γιο σου. Θα μείνω στη στεριά, θα ασχοληθώ με κάτι άλλο».
Η κυρά Μαριγώ δεν περίμενε να ακούσει κάτι τέτοιο. Έμεινε λίγο σιωπηλή κι ύστερα πήρε ύφος έντονα διαψευσμένου και δυσαρεστημένου ανθρώπου.
«Δεν θα μπαρκάρεις πια; Αστειεύεσαι, θαρρώ. Μη μου λες τέτοια. Ονειρευόμουν να σε δω καπετάνιο σαν όλες τις άλλες μάνες εδώ που καμαρώνουν, γιόκα μου. Κι εσύ τα παρατάς τώρα στη μέση;» αντέδρασε κάπως συγκρατημένα
«Δεν παρατάω τίποτα, μάνα, στη μέση, επάγγελμα θ’ αλλάξω. Αποφάσισα να μείνω στη στεριά και ν’ ασχοληθώ με κάτι άλλο. Ξέρω τι μπορώ να κάνω. Έχω το σχέδιό μου».
«Και τι σκέφτεσαι να κάνεις εδώ, παιδί μου; Εμείς περιουσία δεν έχουμε, εκτός από αυτό το σπίτι».
«Και ποιος σου είπε ότι θα μείνω στο νησί; Εδώ στο νησί δεν μπορώ να πετύχω το στόχο που έχω βάλει», της απάντησε κάπως έντονα.
Τότε ήταν που την έζωσαν τα φίδια την κυρά Μαριγώ.
«Ώστε, έτσι; Τα έχεις όλα κανονισμένα κι εμένα δεν μου λες τίποτα».
«Δεν έχω τίποτα κανονισμένο και με κανέναν. Μόνος μου πήρα μια απόφαση. Δεν είμαι πια παιδί. Και θέλω να με καταλάβεις. Προσπάθησε να με καταλάβεις καμιά μια φορά;»
«Εγώ δεν σε καταλαβαίνω, γιε μου; Τι λες τώρα; Με αδικείς», του κλάφτηκε.
«Μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς, καλέ μάνα. Πάνω στον ενθουσιασμό μου το είπα. Θέλω να με καταλαβαίνεις και να συμφωνείς μαζί μου. Ξέρω τι κάνω».
«Καλά. Εσύ ξέρεις, γιε μου, τι να σου πω εγώ. Κάνε ό, τι καταλαβαίνεις, αλλά εδώ δεν είμαστε καλά; Θα παρατήσεις μια δουλειά στρωμένη, έτοιμη, δοκιμασμένη; Όλα ετούτα τα αρχοντόσπιτα, οι καπεταναίοι, από τη θάλασσα έγιναν, στη θάλασσα πλούτισαν», πρόσθεσε έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
«Έπειτα, τι φοβάσαι, μητέρα; Δεν μου έχεις εμπιστοσύνη; Εσύ θα είσαι μαζί μου. Ό, τι κι αν κάνω, όπου και να πάω. Εκτός κι αν προτιμάς να μείνεις εδώ στο νησί με τους ανθρώπους που σε αγαπάνε. Τότε…»
«Δεν είπα κάτι τέτοιο, γιε μου, αλλά να, εδώ έχω τη σειρά μου. Κι εσύ καλά τα πήγες με τη θάλασσα. Σε ονειρευόμουν αλλιώς…».
«Καπετάνιο εννοείς. Πες το να τελειώνουμε! Μη μου στενοχωριέσαι, θα με δεις ακόμα καλύτερο από καπετάνιο. Ησύχασε. Και έχε μου εμπιστοσύνη».
Η κυρά Μαριγώ κούνησε το κεφάλι.
«Να ησυχάσω; Εύκολο το ’χεις, παιδάκι μου. Πώς να ησυχάσω μ’ αυτά π’ ακούω να μου λες».
«Έχε μου εμπιστοσύνη. Προς το παρόν, εσύ θα μείνεις εδώ και θα συνεχίσεις τη ζωή σου όπως πριν, σαν να μην τρέχει τίποτα. Και μιλιά. Δεν θα πεις σε κανέναν τίποτα. Σε λίγες μέρες θα φύγω. Θα πάω στην Αθήνα να ξεκινήσω τις δουλειές που έχω προγραμματίσει και θα γυρίσω να σε πάρω, να ζήσουμε εκεί.», της είπε και βγήκε από το σπίτι με το κεφάλι ψηλά, έτοιμος για όλα.
Η κυρά Μαριγώ έτρεξε από πίσω κάνοντας μια ύστατη κίνηση ν’ αποτρέψει το γιο της από αυτό πήγαινε να κάνει. Αλλά ήταν πλέον αργά. Το μικρό «ορφανό» της είχε πια μεγαλώσει. Καθώς τον έβλεπε που απομακρυνόταν στη δημοσιά του χωριού, της φάνηκε άντρας, ώριμο φρούτο να πέσει στα δίχτυα καμιάς καρδιοκλέφτρας.
«Εύκολο το ΄χεις, γιε μου, να ησυχάσω;» μουρμούρισε, «εύκολο το ΄χεις;»
Και μπήκε στο σπίτι κλείνοντας πίσω της ερμητικά την πόρτα. Μπροστά στην τελεσίδικη απόφαση του γιου της, η κυρά Μαριγώ, θέλοντας και μη, συμφώνησε μαζί του κι αποφάσισε ν’ ακολουθήσει τη ροή των πραγμάτων υποκύπτοντας στη θέλησή του. Κι ώσπου να φτάσει η μέρα που θα έφευγε με το πες και πες του Αλέξανδρου, άρχισε κι εκείνη να βλέπει και την καλή πλευρά μιας ριζικής αλλαγής στη ζωή της.
«Μπορεί να είναι καλύτερα έτσι, πού ξέρεις», είπε στον εαυτό της το πρωί που έφευγε ο Αλέξανδρος για την Αθήνα, «κι άμποτε ο Θεός να σου τα φέρει δεξιά, γιε μου», πρόσθεσε και συνόδεψε το γιο της ίσαμε το λιμάνι με τις καλύτερες ευχές.
(Απόσπασμα)
* Κώστα Χωρεάνθη: Γράμμα από τον ωκεανό, ΑΣΚΗΣΗ, εκδόσεις Α. Καραβία, Αθήνα 1966.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου