Διήγημα Fractal:
«Το κρασί της Δηιάνειρας»
Της Ελένης Χωρεάνθη //
Στον ανιψιό μου Βασίλη Χ. Μπάδα
Από τότε που αποφάσισε να ανοίξει το «καλλιτεχνικόν», ένα εστιατόριο υψηλών προδιαγραφών, όπως άλλωστε μαρτυρεί και το όνομά του, και να ασχοληθεί σοβαρά και αμετάκλητα με την υψηλή μαγειρική, η Λήδα, έχωσε όσο πιο βαθιά μπορούσε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τις επιδιώξεις και τα όνειρα, τις επιδώσεις της στη γλυπτική και τη ζωγραφική, την υφαντική, τη ραπτική και τη λογοτεχνία. Με όλες της τις δυνάμεις αφοσιώθηκε στην άρτι συσταθείσα επιχείρηση που δεν άργησε να εξελιχθεί σε στέκι των πάσης φύσεως καλλιτεχνών
Σκοπός και στόχος της από την αρχή ήταν να προσφέρει καλό φαγητό με προσιτές τιμές, πολιτισμένο περιβάλλον, ευχάριστη ατμόσφαιρα και διασκέδαση με απαλή μουσική. Βέβαια, η επιχείρηση αυτή, όσο κι αν η επίδοξη επιχειρηματίας είχε μελετήσει λεπτομερώς και μεθοδικά όλες τις παραμέτρους και τις συντεταγμένες του στησίματος, δημιούργησε ανατροπές και πρόσκαιρη αναστάτωση στην ήρεμη ζωή της.
Για να έχει στη διάθεσή της πολλές ελληνικές συνταγές και ποικιλίες κρασιών, προτού ακόμα βάλει μπροστά τη λειτουργία του εστιατορίου που ονειρευόταν, με το αυτοκίνητό της έκανε περιοδείες ανά την Ελλάδα και κατέγραφε στον φορητό υπολογιστή της συνταγές μαγειρικής που της εμπιστεύονταν παλιές γυναίκες των χωριών και ποικιλίες οικολογικών ποτών, κρασιών κυρίως, από οινοπαραγωγούς.
Πρώτος προορισμός η Ήπειρος. Το μπλοκάρισμα, ωστόσο, των αυτοκινήτων στη διασταύρωση πριν από τη γέφυρα στον ποταμό Ερμίτσα, μετά τον αύλακα που χωρίζει στα δυο την πεδιάδα του Αγρινίου και ενώνει τις δύο λίμνης, την Τριχωνίδα με την Λισυμμαχία την αποδιοργάνωσε, έχασε τον προσανατολισμό της κι αντί να στρίψει αριστερά έστριψε δεξιά και προχωρούσε στα τυφλά ώσπου σε μια άλλη διασταύρωση πρόσεξε μια ταμπέλα με μεγαλογράμματη εντυπωσιακή επιγραφή κι ένα βέλος που έδειχνε την κατεύθυνση πορείας προς αμπελώνα…
Αυτό πρόφτασε να διαβάσει, όσο της επέτρεψε η κίνηση των τροχοφόρων που ακολουθούσαν Η ώρα δεν ήταν κατάλληλη για τέτοιου είδους εξερευνήσεις, σπορ πολύ αγαπητό της ανήσυχης Λήδας, αλλά παρ’ όλα τα προβλήματα που είχε δημιουργήσει η αναμπουμπούλα, είχε τραβήξει την προσοχή της η παράξενη επιγραφή που ήταν αναρτημένη στο στύλο. Προχωρώντας λίγο ακόμα, σε άλλη παρόμοια ταμπέλα διάβασε:
Προς αμπελώνα Μαλαγουζιά
Το ενδιαφέρον της κορυφώθηκε. Από καλπάζουσα περιέργεια, παρέκκλινε από την πορεία της, έπιασε άκρη και οδηγούσε αργά προς την κατεύθυνση που έδειχνε το βέλος στην ταμπέλα. Σταμάτησε στο καφενείο που συνάντησε σ’ ένα χωριό και ζήτησε πληροφορίες από τον κάπελα σχετικά με το τι σήμαινε η επιγραφή.
«Δεν είναι τίποτα σημαντικό, ένας τρελός συνταξιούχος από τα μέρη μας βαρέθηκε, λένε, την Αθήνα και γύρισε στο χωριό του. Όπως πάτε θα συναντήσετε το κτήμα πλάι στη δημοσιά, τι κτήμα δα, τρία πεζούλια, ένα δυο στρέμματα, αλλά αυτός ο λαλημένος θέλει να παραστήσει τον αμπελουργό. Σήκωσε μερικές κληματαριές ολόγυρα στα πεζούλια, δημιούργησε κι ένα ληνό κατά το «αρχαίο πρότυπο», λέει και καυχιέται πως έχει κάνει αμπελώνα. Να, μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα, στην πρώτη διακλάδωση που θα βρείτε, θα στρίψετε δεξιά, ακολουθώντας όπως δείχνει το βέλος στην ταμπέλα, και μετά το άλλο χωριό που θα διασχίσετε, θα φτάσετε στο χωριό που ψάχνετε. Σας είπα, είναι τρελός ο άνθρωπος, παράτησε την ωραία Αθήνα, γύρισε πάλι εδώ που ψήνει ο ήλιος το ψωμί πάνω στην πέτρα, ακόμα και το καταχείμωνο γίνεται καλοκαίρι εδώ, όπως καλή ώρα τούτες τις μέρες, κι άρχισε να κουβαλάει κληματσίδες και τις φυτεύει για να κάνει αμπέλι στα οικόπεδα που κληρονόμησε από τον πατέρα του. Ντιπ τρελός, για δέσιμο, κυρά δεσποινίς, είναι ο άνθρωπος. Μα το Θεό που προσκυνάμε, δεν έχει ντιπ μυαλό…»
Όλα αυτά που αυτοβούλως αράδιασε ο κάπελας σε βάρος του υποψήφιου θεραπευτή της πανάρχαιας αμπέλου, αντί να πτοήσουν και να αποτρέψουν τη Λήδα από μια άσκοπη ταλαιπωρία, συνετέλεσαν στο να κορυφωθεί η περιέργειά της που είχε ήδη φουντώσει.
«Σας ευχαριστώ», είπε στον πρόθυμο πληροφοριοδότη κάπελα κι έστριψε αμέσως το κλειδί της μηχανής που κλαψούριζε αναμμένη από βαριεστιμάρα τόση ώρα καθηλωμένη στην αναμονή. «Θέλω να γνωρίσω αυτόν τον τρελό με τα περίεργα βίτσια», μονολόγησε καθώς ξεκινούσε και πάτησε γκάζι.
Βιαζόταν να φτάσει στον Αμπελώνα Μαλαγουζιά, να γνωρίσει τον θεότρελο, τον παράξενο εκείνον αμπελουργό που του κάπνισε να γυρίσει στην επαρχία, στο χωριό του και ν’ ασχοληθεί με την αμπελοκαλλιέργεια. εισάγοντας «καινά δαιμόνια» με σκοπό να φέρει τα πάνω κάτω στην άραχλη ζωή των συγχωριανών του.
«Δεν το κάνω μόνο για το κέφι μου, για μένα, το κάνω μπας κι αφήσουν τα καφενεία όλοι ετούτοι που περιμένουν να τους δώσει δουλειά το κράτος και δεν κοιτάξουν να αξιοποιήσουν τη γη…», έλεγε σε όποιον τον ρωτούσε.
Η Λήδα πέρα από την περιέργεια να γνωρίσει αυτόν τον τρελό συνταξιούχο που παράτησε ολόκληρη Αθήνα για να ξοδέψει τη σύνταξή του από την καΐλα του να γίνει αμπελουργός, ήθελε πολύ να δοκιμάσει το κρασί, την περίφημη Μαλαγουζιά του.
Ίσως να μην είχε φανταστεί ποτέ να γίνει επιχειρηματίας μια καλλιτέχνις αν δεν είχε κάνει εκείνη την επεισοδιακή περιήγηση στην Αιτωλία κι αν δεν βρισκόταν στο δρόμο Προς αμπελώνα Μαλαγουζιά.
Η Λήδα είχε αδυναμία στα ελληνικά κρασιά, ακόμα και στα ελληνοποιημένα που τα θεωρούσε κι εκείνα ισάξια, αν η καλλιέργειά τους στην Ελλάδα ξεπερνούσε τις τρεις δεκαετίες, οπότε αποκτούσαν ελληνική ιθαγένεια. Επομένως από την κάβα της δεν μπορούσε να λείπει η Μαλαγουζιά και η ταμπέλα ήταν μεγάλη πρόκληση.
Έστριψε το τιμόνι και ακολούθησε τον στενό ασφαλτοστρωμένο δρόμο πού την έφερε στην είσοδο του αμπελώνα Μαλαγουζιά. Ο οικοδεσπότης, ένας ψωμωμένος και ψυχωμένος μεσήλικας, με εντυπωσιακή φαλάκρα και μουστάκι σαν του Κολοκοτρώνη, πρόσχαρος και χαμογελαστός την υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες, σαν να ήταν γνώριμοι από καιρό.
«Την περίμενα αυτή την έκπληξη σήμερα. Σας περίμενα με αγωνία και ήμουνα πολύ περίεργος», είπε με τον απλό, ανεπιτήδευτο τρόπο καλοπροαίρετου ανθρώπου. «Όχι, δεν σας γνωρίζω. Ούτε κάνω μαντεψιές. Μου τηλεφώνησε ο κάπελας και βγήκα και σας περίμενα», εξήγησε.
«Α, έτσι, σας το πρόφτασε», γέλασε η Λήδα.
«Τον έφαγε η περιέργεια να μάθει γιατί με ψάχνετε. Έτσι είναι ο κόσμος εδώ. Δεν είναι κακοί. Αυτά είναι τα διαφέροντά τους. Στην αρχή με λέγανε τρελό. Ελάτε, περάστε, να σας τρατάρουμε. Να δοκιμάσετε και το κρασάκι της παραγωγής μας», είπε με απόλυτη ειλικρίνεια.
Και την οδήγησε στο συμπαθητικό σαλονάκι που είχε μεταβάλει ένα μέρος της παλιάς αποθήκης που η πατρική του οικογένεια χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες των γεωργικών εργασιών.
Δεν ήταν μόνο η εξαιρετική γεύση και η ευωδιά της μαλαγουζιάς που την κατάκτησε, αλλά την είχε κυριολεκτικά αιχμαλωτίσει ο πρωτόγονος τρόπος παρασκευής του οίνου που ο δαιμόνιος αμπελουργός εφάρμοζε από την αρχή της ενασχόλησής του με το είδος αυτό της αγροτικής απασχόλησης..
Ανάμεσα στους εκλεκτούς οίνους της προτίμησης της Λήδας, πήρε δεσπόζουσα θέση η Μαλαγουζιά, ο υψηλόβαθμος, εκλεκτός λευκός οίνος που παράγεται από τον οινοποιημένο χυμό της ομώνυμης ελληνικής αμπέλου.
(Ανέκδοτο)
Π. Φάληρο, 12-12-2017
Δημοσιεύτηκε στο fractalart, 15 Δεκεμβρίου 2017
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου