Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Ορισμός του Ξ ξ

Δύο ποιήματα της Ελένης Χωρεάνθη



Ορισμός του Ξ ξ *

Ξύπνησα μ’ ένα όνειρο ξινό
-όνειρο ήταν-
Ξέρω
δεν το ξέρω
Ξέρω μονάχα πως ξημέρωσε με
Ξυ και Ξε και Ξη.

Με ξ αρχίζουν λέξεις ξυπνητές και ξύπνιες
Ξυπνώ και ξύπνημα και ξυπνημένος
ξύπνιος και ξυπνητός
Ξάγρυπνος και ξαγρύπνησα και ξαγρυπνώ
Ξενύχτησα, ξενυχτισμένος και ξενύχτι.
Ξεψύχησα και ξέψυχος και ξεψυχώ.

Και πάει συνέχεια, σχοινί κορδόνι
Ξημέρωμα
Ξημέρωσε
Και πότε ξημερώνει
Ξέρει κανείς πότε θα ξημερώσει
ξέξασπρη μέρα και για μας
Ξέρω
ξεράδια ξέρω
Ξίδι και όξος μας ποτίζουν
Ξύπνα επιτέλους άνθρωπε
Ξύπνα λαέ

Ξεπόρτισαν αξόδευτοι και ξενέρωτοι κι ανέξοδοι,
ξανά ξεγυμνωμένοι ξέπεσαν
ξεκόλλησαν και ξεκοκάλισαν το ξίγκι
Ξεπούλησαν τον πλούτο ξανέμισαν τη χώρα
και ξεδώσανε
και ξόδεψαν τα πάντα και ξοφλήσαμε
ξόμπλι ξυπνήσαμε
ξεμωραμένοι μας ξομπλιάζουν
ξεφτιλισμένοι και ξενέρωτοι.

Ξενέρωσαν και ξέμειναν και ξέπεσαν
και ξεφαντώνουν και ξοδεύουν
μας ξαπόστειλαν
και ξεσκονίζουν και ξεδίνουν
μας ξετέλειωσαν
ξεμείναμε ξεμπερδεμένοι σ’ ένα
ξεφτισμένο
ΞΟΔΙ

Π. Φάληρο, 18-12-2012





Παλινωδία

«… κάποτε  μες στη σκέψη τες ακούει το μυαλό…»
Κ. Π. Καβάφης


Από τους δρόμους του μυαλού περνάει ο έρωτας
που σπάζει τον ορίζοντα στα δυο
ως άνεμος περιχαρής
τραχύς κι ανένδοτος
και μεγαλώνει ο κύκλος της φθοράς

Όπως ερχόταν απ’ τα όρη το σκοτάδι
και η νύχτα προχωρούσε βιαστική προς την καρδιά μου
έχωσα την υπομονή στην από μέσα κρύπτη του μυαλού
και πήρα την απόφαση να δράσω

Να στολιστώ και να λουστώ μ’ αρώματα
το πρόσωπο ν’ αλλάξω με ψιμύθια
και το ριζικό
Πολλούς εκήδεψα νεκρούς
οράματα
ιδανικά
πολλούς κατάσαρκα έθαψα θνητούς
τα όνειρά μου

Απόψε θα ντυθώ μανδύα αλλοτινό
χλαμύδα θα φορέσω ελληνιστική
να βγω να περπατήσω στους μεγάλους δρόμους
να σεργιανίσω στις απέραντες εκτάσεις του καιρού
στον Άδη θα κατέβω του μυαλού
νεκρούς να ανταμώσω τεθνεώτες
μαντεία να ρωτήσω
ποταμούς αλαργινούς
χρησμούς να πάρω από τον Τίγρη
από τον Ινδό και τον Ευφράτη

Σε πολιτείες μυθικές θα πορευτώ
στην Αλεξάνδρεια
την Αντιόχεια και στη Σιδώνα
να συναντήσω βασιλιάδες αλεξανδρινούς
να μπω σ’ αραχνιασμένα καπηλειά
και σε μυροπωλεία
εκεί που σύχναζαν αμαρτωλοί ποιητές
κι έχουν αφήσει κάτι από την αφροσύνη
κι από τη μαγεία τους
από τα πάθη
απ’ τη λαγνεία
κι από την παραφορά
και της διαφθορά τους τα εξανθήματα

Να ιδώ τις περασμένες μέρες τους
κεριά σβησμένα
εικόνες να συλλέξω των ωραίων σωμάτων
που η λαίμαργη εποίησε επιθυμία του μυαλού
στου καφενείου του βοερού το πίσω μέρος
που έρημος κάθεται ένας γέρος
σώματα ωραία ζωγραφώντας σφριγηλά
κλίνες ερωτικές
όπου έσμιγαν οι κολασμένοι εραστές
χωρίς περίσκεψη
χωρίς αιδώ
ελληνικότητας ιμάτιο φορώντας

Θα ξεστρατίσω από την ευπρέπεια
και «χωρίς αιδώ»
θα βγω να γευματίσω στις ταβέρνες
να σεργιανίσω στα πορνεία
να μπω στων λιμανιών τα οινομαγειρεία
που γυροφέρνανε οι πένθιμες επιθυμίες
να συμμαζέψω λέξεις
μνήμες και μορφές
ρυθμούς να συναθροίσω
και λυγμούς των εραστών
το ποίημα της αφθαρσίας των να συνθέσω
κατά πώς έπραξαν οι ποιητές της παρακμής
όταν τους κύκλωνε η τραγικότητα του τέλους
σγουραίνοντας της διαφάνειας την αιδώ
κι έγραψε τ’ όνομά τους ιστορία

(Προδημοσίευση)

Π. Φάληρο, 22 Μαΐου 2013

* Από τη συλλογή: «Η σημασία του αριθμού». Κυκλοφορεί τον Σεπτέμβριο 2017

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου