Διήγημα Fractal: «Ένας μεγάλος έρωτας»
Της Ελένης Χωρεάνθη // *
Δεν ήταν απλώς ένας έρωτας μεγάλος. Ο έρωτας της Αννιώς και του Θανασάκη της Αξανέμαινας ήταν Έρωντας. Ήταν σαν εκείνους που γράφουν τα βιβλία και μας φαίνονται απίστευτοι.
Η Αννιώ ήταν μοναχοκόρη και πανέμορφη. Κι ο πατέρας της την είχε «μη στάξει και μη βρέξει», που λέει ο λόγος. Κανένας από τους γαμπρούς που τη γυρεύανε δεν ήτανε της αρεσκείας του. Η Αννιώ μεγάλωνε και ομόρφαινε, θαρρείς και περίμενε το προξενειό, που ήρθε γυρεύοντας από την Αμερική με τον Θανάση της Αξανέμαινας.
Πήγε κι ήρθε από το ένα σούρουπο στο άλλο η προξενήτρα, η θεια το Μαρουσώ, πήγαν κι ήρθαν οι ενδιαφερόμενοι κι έδεσε το πράγμα στον καιρό του. Την αυγή που έφεξε ο καλός Θεός για όλο τον απάνω κόσμο, διαδόθηκε ο αρραβώνας της Αννιώς με τον Κωστή, τον Αμερικάνο, τον μεγαλύτερο γιο της χήρας Αξανέμαινας. Ο Κωστής είχε στείλει τον μικρό του αδερφό να βρει μια νύφη ομορφονιά για την πάρτη του.
«Μπίσνεσμαν ο Κωστής, δεν μπορεί να έρθει Ελλάδα, πολλά μπίζνες, δουλειές! Ντόλαρς, πολλά ντόλαρς Κωστής! Πλούσιος, πλούσιος, βέρι πλούσιος μάι μπράδερ…Ντου γου καταλαβαίνετε;» εξηγήθηκε σοβαρά κι ελληνοαμερικάνικα ο απεσταλμένος του γαμπρού, το κουνιαδάκι κι όλοι οι συγγενείς κι οι χωριανοί έμειναν κατάπληκτοι με το λέγειν του Θανασάκη.
«Αυτά είναι τυχερά!»
Συμπέρανε κι ο πρόεδρος, ως ο πλέον ειδήμων του χωριού.
Το προξενειό στεριώθηκε σε πολύ γερές βάσεις. Πήγαν κι ήρθαν οι φωτογραφίες, έτσι για να γνωριστούν καλύτερα οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Όλα καλά κι άξια. Με το άλλο ταχυδρομείο ήρθαν και τα ντόλαρς. Ο Θανασάκης, μιας και η νύφη δεν είχε αδερφό, πήρε την Αννιώ αλαμπράτσα, όπως συμβαίνει στο Νιου Γιορκ, μαζί κι ο Γώργης κι η Γιώργαινα, και πήγαν στην πόλη ν’ αγοράσουν ό, τι ήθελε η ψυχή της Αννιώς.
Ντύθηκε και στολίστηκε η Αννιώ στο χρυσό και στο μετάξι. Φάνταξε σαν νιόβγαλτο τριαντάφυλλο στον ανοιξιάτικο ήλιο. Στηρίχτηκε με όλο της το νάζι στο μπράτσο που της πρότεινε ο κουνιάδος και βγήκαν ζευγαράκι ταιριαστό κι αγαπημένο και πήγαν στην εκκλησία ν’ αναστήσουν.
«Κάτι δεν πάει καλά. Ο Θεός να με βγάλει ψεύτρα! Ανατρίχιασα, παπά μου», ψέλλισε μουδιασμένα η παπαδιά. «Δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα. Πίσω μου σ’ έχω, σατανά…»
Κούνησε το κεφάλι και σταυροκοπήθηκε ο παπάς.
«Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου», ψέλλισε με σύνεση ο άνθρωπος του Θεού.
«Εμένα η δουλειά μου τελείωσε. Ως εδώ ήταν. Ας κάμουν ο κόσμος όπως των αρέζει», απαντούσε η προξενήτρα σ’ όποιον ρωτούσε από περιέργεια πώς πάει ο αρραβώνας της Αννίτας.
Ο αρραβώνας στέριωσε. Γράμματα και ντόλαρς από την Αμερική ο Κωστής, γλέντια, χαρές και ξεφαντώματα το κουνιαδάκι με την Αννιώ στο χωριό. Περίμεναν να ετοιμαστούν τα απαραίτητα χαρτιά για τον πηγαιμό και το γάμο της Αννιώς με τον Κωστή στο Νιου Γιορκ.
«Τέτοια τύχη, να ‘χει και κουνιάδο να τη γνοιάζεται τόσο πολύ, είναι σπάνιο, σπανιότατο!» αποφάνθηκε ο γραμματέας της κοινότητας, σαν πιο μυαλωμένος. Αλλά κανένας δεν έδωσε σημασία στο υπονοούμενο, φανερά τουλάχιστο.
Ο Θανασάκης οργάνωσε καλά τη σκέψη του κι έγραψε στον αδερφό του:
«Πολυαγαπημένε, ανεκτίμητε αδερφέ Κόστας, κάνε ακόμα λίγη υπομονή να ετοιμαστούν τα χαρτιά της Αννιώς…»
Υπομόνευε ο Κωστής κι έστελνε αγάντα ντόλαρς και παραγγελιές να στολιστεί η Αννιώ μ’ όλα τα μαλάματα και τα χρυσαφικά. Κι έκανε όνειρα μεγάλα κι επέκτεινε, εκμεταλλευόμενος αυτή την ευκαιρία, όσο μπορούσε περισσότερο τις μπίζνες του ο άνθρωπος.
«Όπως τα λες, είναι να σ’ ευγνωμονώ, πολυαγαπημένε μου αδερφέ», έγραφε στο απαντητικό γράμμα του ο Κωστής, «αλλά συντόμεψε αυτές τις διαδικασίες, φλέγομαι από την περιέργεια…»
«Εγώ να ιδείς τι φλόγα κι αναβρασμό έχω μέσα μου», απαντούσε ο Θανασάκης.
Υπομόνευε, αδημονούσε ο Κωστής, ώσπου μια μέρα του έστειλαν το αναμενόμενο γράμμα με τα χαρτιά, που καρτερούσε και με… τις άδειες του γάμου… της Αννιώς με το Θανάση!
«Έγνοια σου, αδερφέ, και μην κοψοχολιάζεις. Εμάς εδώ, πώς να στο πω για να με καταλάβεις, μας ήρθαν βολικά. Τα βρήκαμε, ταιριάξαμε. Αλλά να, πώς να στο πω, δεν βρίσκω λόγια να σου περιγράψω πώς έδεσε το πράμα με μας εδώ…Εκεί με τα χαρτιά, κάπως έτσι, πού να σ’ τα λέω! Με το μπες βγες, με τα πολλά σούρτα φέρτα, η πολλή εμπιστοσύνη, τα νιάτα, ξέρω κι εγώ, αγαπηθήκαμε, μάι μπράδερ! Κι ύστερα…τι εσύ, τι εγώ, το ίδιο κάνει, εμείς εδώ κι οι δυο μας αποφασίσαμε να παντρευτούμε, μιας κι ήρθαν έτσι τα πράγματα…Θέλω να πω και να με καταλάβεις, με τα πέρα δώθε, μάι μπράδερ, έτσι τα ‘φερε η τύχη. Μη χολοσκάς! Το αδερφάκι σου την παίρνει, δεν πάει σε ξένα χέρια. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, μάι Κόστας…
Εσύ και καλόγνωμος και λογικός και καλοστεκούμενος, μπίζνεζμαν είσαι. Εμένα γνώρισε η Αννιώ, εμένα αγάπησε. Εσένα πού σε είδε, πού σε ξέρει; Μόνο από τη φωτογραφία, από το χαρτί. Χάρτινο γαμπρό, ένα φάντασμα γνώρισε. Αυτό είναι όλο! Τώρα δεν μένει, αδερφέ, παρά να κουβεντιάσουμε για τα υπόλοιπα. Μιας και δεν έστερξε το πράγμα με σένα, δεν απομένει παρά να θελήσεις να στείλεις τα στεφανωτικά, καθότι εγώ, άνεργος εδώ, αδυνατώ να τα βγάλω πέρα χωρίς την υποστήριξή σου, αγαπημένε μου αδερφέ. Λείπει το ρευστό την σήμερον ημέραν άνευ ντόλαρς οφ γιου… Προς το παρόν. Κι όταν δυνηθώ, θα ξεπληρώσω το χρέος μου. Μόνο στείλε τώρα τα στεφανωτικά κι έχει ο Θεός…»
Ο Κωστής δεν πίστευε στα μάτια του. Κουβάριασε το γράμμα στην πρώτη αντίδραση. Ύστερα προσπάθησε να το ισιώσει. Έριξε μερικές γρήγορες ματιές ξανά και ξανά στις σελίδες. Το κράτησε αμήχανα λίγες στιγμές στα χέρια του. Άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω στα αντικείμενα του σπιτιού, στο χρηματοκιβώτιο με τα ντόλαρς. Του ήρθε να κλάψει, να γελάσει, να καγχάσει με τις παραξενιές της μοίρας. Προτίμησε όμως να χαμογελάσει με συγκατάβαση. Ξαναδίπλωσε προσεκτικά το γράμμα. Το έβαλε μέσα σ’ ένα μεγαλύτερο φάκελο. Σάλιωσε το μέρος του φακέλου με την κόλλα. Το έκλεισε. Σύνταξε μια επιταγή. Ντύθηκε γρήγορα και τράβηξε για το ταχυδρομείο. Ταχυδρόμησε το γράμμα. Έγραψε πάνω στην επιταγή την ένδειξη: «Εστάλη αυθημερόν» και την έδωσε στον υπάλληλο.
«Τι είχα, τι έχασα! Γιατί να γίνω εγώ κακός; Ό, τι ήταν γραφτό να γίνει, έγινε, τώρα δεν ξεγίνεται! Όμως, φίλε, εξκιούσμι, κάνε μπράδερ να δεις καλό. Ας δώσει ο Θεός να ευτυχήσουν. Ας πάνε και τα ντόλαρς!», είπε. Και φασκέλωσε με τα δυο του χέρια το πρόσωπό του.
Τον κοίταξε αιφνιδιασμένος ο υπάλληλος.
«Τι συμβαίνει, πατριώτη; Εγώ ντοντ αντερστάντ!»
«Κάμε αδερφό να δεις καλό, μάι φρέντ!»
«Τα καταραμένα τα ντόλαρς φταίνε, πατριώτη. Αυτά…», ψέλλισε ο υπάλληλος.
«Νέβερ μάιντ, δεν έχει σημασία, πατριώτη». Χαμογέλασε πικρά κι ο Κωστής και βγήκε ξαλαφρωμένος από το ταχυδρομείο.
* Διήγημα, ξαναδουλεμένο, από το βιβλίο της Ελένης Χωρεάνθη: Ένα μοναχικό ποδήλατο στο Χάμερσμιθ, διηγήματα. Εξώφυλλο: Μάριον Χωρεάνθη. Εκδόσεις Φιλιππότη, Έλληνες συγγραφείς 105, Αθήνα 2003.Δημοσιεύτηκε στο fractalart, σήμερα, 12 Ιουλίου 2017
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου