Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

Η πριγκιπέσα Ιζαμπώ

Διήγημα: “Εκείνη την άγρια χειμωνιάτικη νύχτα II. Ιζαμπώ. Μια Βυζαντινή πριγκίπισσα”

Της Ελένης Χωρεάνθη //

Εκείνη την άγρια χειμωνιάτικη νύχτα

Ιζαμπώ *

Μια Βυζαντινή πριγκίπισσα

 

 

Από την πρώτη κιόλας μέρα στο σπίτι μας, το κουτάβι έγινε μέλος της οικογένειας. Χωρίς καμιά χρονοβόρα νομική διατύπωση και διαδικασία, οι γονείς μας υιοθέτησαν το κουτάβι χωρίς να μπουν καν στον κόπο να μας ρωτήσουν αν θέλαμε να μπλέκεται το κλαψιάρικο τετράποδο μωρό στα πόδια μας.

«Να την αφήσουμε ήσυχη να ξεκουραστεί και να ηρεμήσει. Είναι τόσο πολύ ταλαιπωρημένη και πει-νασμένη, η καημενούλα, θα είναι και λίγο αρρωστούλα», μας είπε η μητέρα.

Και μας έκανε την καρδιά περιβόλι με την «καημενούλα» την «αρρωστούλα» της. Εμείς περιμέναμε πώς και πώς να ξημερώσει και να ασχοληθούμε με το ζωντανό μας παιγνίδι που μάζεψαν από το δρόμο, κι η μητέρα μάς την επέβαλε σαν να ήταν αδερφή μας γκαρδιακή.

«Σοβαρά;» ξεφωνίσαμε κι οι δυο μ’ ένα στόμα.

«Μη βιάζεστε να παίξετε μαζί της, πρέπει πρώτα να μας γνωρίσει, να συνηθίσει το περιβάλλον και να εξοικειωθεί μαζί μας. Τα κουταβάκια είναι πολύ παιχνιδιάρικα και χαδιάρικα, καμιά φορά, όμως, αν τα κακομεταχειριστεί κανείς, αγριεύουν. Πάω να ετοιμάσω το πρωινό της», πρόσθεσε και τράβηξε για την κουζίνα.

«Πάω να ετοιμάσω το πρωινό της».

«Την άκουσες τι είπε; ‘Πάω να ετοιμάσω το πρωινό της’», επανέλαβε μιμούμενος τα λόγια της μη-τέρας μας ο Πέτρος. «Ακούς εκεί πρωινό του κουταβιού! Δεν είμαστε καλά! Δεν πάμε καθόλου καλά», συμπλήρωσε αγανακτισμένος.

«Σίγουρα δεν είμαστε καθόλου καλά», επανέλαβα συμφωνώντας μαζί του.

Και με το δίκιο μας αγανακτήσαμε, όπως νόμιζα τότε που θεωρούσαμε τον κόσμο όλο δικό μας και στη διάθεσή μας.

Η μικρή, φιλοξενούμενη προς το παρόν, είχε ανάγκη να φάει. Η κοιλίτσα της ήταν άδεια. Η μητέρα ήξερε από κατοικίδια ζώα, σε χωριό μεγάλωσε. Στο χωριό της είχαν σκύλους και σκυλάκια κι ένα τσούρμο γάτες. Γάτοι και γατάκια μπαινόβγαιναν στο σπίτι τους. Γέμισε ένα ξεχασμένο δικό μας μπι-μπερό που είχε φυλαγμένο, με χλιαρό γάλα και την πότισε σαν να ήταν το μωρό της.

Η μικρή, που ακόμα δεν είχε όνομα, ρούφηξε όλο το γάλα, χασμουρήθηκε, τέντωσε νωχελικά το κορμάκι της ευχαριστημένη και μετά κουλουριάστηκε πάνω στο μαλακό χαλάκι, έκλεισε τα ματάκια της και βυθίστηκε σ’ έναν ύπνο τρυφερό και γλυκό που δεν θα είχε κάνει ποτέ πριν στη ζωή της.

Ωστόσο, ανοιγόκλεινε συχνά τα βλέφαρά της και κοίταζε γύρω της σαν να ερευνούσε το χώρο για να σιγουρευτεί πως δεν υπάρχει κίνδυνος από εχθρούς. Είναι μια συνήθεια που κληροδότησαν στα ή-μερα σκυλιά οι μακρινοί άγριοι πρόγονοί τους.

Δυστυχώς, για τα αδέσποτα του δρόμου, των κήπων και των πάρκων, οι συνθήκες ζωής δεν είναι ίδιες με τις συνθήκες στην άγρια ζωή. Μπορεί και χειρότερες. Αλλά για τα οικόσιτα σκυλιά που ζουν κοντά στον άνθρωπο ή μέσα στο σπίτι, οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές. Ζουν σύμφωνα με τις συ-νήθειες κάθε οικογένειας και, τα σκυλάκια κυρίως, μαθαίνουν καλούς τρόπους και συμπεριφέρονται σωστά.

Σύντομα η Ιζαμπώ, αυτό το όνομα της έδωσε η γιαγιά χωρίς να ρωτήσει κανένα μας, έγινε ένα υ-πάκουο και φρόνιμο σκυλί. Ακόμα και για την «ανάγκη» της έμαθε να περιμένει να τη βγάλει κάποιος περίπατο μια ορισμένη ώρα.

Την είχαμε πολύ καλομαθημένη. Στα πούπουλα. Όλο αγκαλιές και φιλιά. Παιγνίδια από το πρωί ως το βράδυ. Και τις νύχτες, λούφαζε στα πόδια του κρεβατιού και νανούριζε τον ύπνο της μαμάς με το σιγανό μουρμουρητό της, ένα ελαφρό ροχαλητό, σαν απαλή μουσική δωματίου. Τόσα καλά έκανε για τη «θετή της κόρη», όπως έλεγε για να μας πικάρει.

Χα! Δεν μας έφταναν όσα έκανε η μαμά, είχαμε και τη γιαγιά που συμπάθησε τη μικρή σκυλίτσα και τη βάφτισε Ιζαμπώ. Έτσι έλεγαν μια σπουδαία Βυζαντινή πριγκίπισσα που ήταν η αδυναμία της γιαγιάς. Την έλεγε Ιζαμπώ, για να συνηθίζει από μικρή να ακούει σ’ αυτό το όνομα πριν της δώσουμε άλλο.

[ Ιζαμπώ έλεγε παλιά η γιαγιά τη μεγάλη γάτα τους, όταν ήταν και η ίδια μικρή στο χωριό. Μαζί είχαν μεγαλώσει, μαζί τα έκαναν όλα. Και στις ζημιές ήταν πρώτες και καλύτερες. Πιάτο για πιάτο δεν είχαν αφήσει «ζωντανό». Όλα τα κουζινικά σκεύη, τα βιβλία, τα μολύβια, τα χαρτιά, ζωντανά τα θεωρούσαν τότε. Το ίδιο και τα έπιπλα του σπιτιού. Τους μιλούσε, λέει, και της απαντούσαν. Εκείνη τους μιλούσε κι απαντούσε η ίδια για λογαριασμό όλων, φυσικά. Ποιον πάει να κοροϊδέψει; Εμάς; Εμείς είμαστε σαΐνια. Εμείς τώρα πιάνομε πουλιά στον αέρα. Η γιαγιά είναι ακόμα στον κόσμο της. ]

 

Η σκυλίτσα μας, η Ιζαμπώ έμαθε γρήγορα να κάνει και θελήματα. Ξετρελάθηκε η γιαγιά με την εξυ-πνάδα και τη γρηγοράδα της σκυλίτσας μας. Της φτάνει που η Ιζαμπώ είναι πολύ πρόθυμη να τρέξει να της κάνει όποια χάρη της ζητούσε.

«Ιζαμπώ, φέρε μου το κουβάρι», της έλεγε.

Η Ιζαμπώ έτρεχε πρόθυμα, άρπαζε το κουβάρι με τα δοντάκια της και το πήγαινε χοροπηδώντας στον προορισμό του. Ύστερα τεντωνόταν και καμάρωνε λες και ήξερε πως έκανε μια σωστή πράξη.

Όμως, εκτός από πρόθυμη και πανέμορφη ήταν πολύ παιγνιδιάρα σκυλίτσα, όλο τσακπινιά και νάζι. Κοντολογίς, ήταν το ζωντανό στολίδι, η χαρά του σπιτιού. Τα παιδιά δεν την άφηναν ποτέ μόνη, εκτός βέβαια από τις άχαρες ώρες που έλειπαν στο σχολείο.

Αν, λέω αν, τη ρωτούσαν, πολύ θα ήθελε να πηγαίνει κι εκείνη σχολείο, να κάθεται ανάμεσα στους φίλους της και να μαθαίνει γράμματα. Γιατί όχι; Τόσα και τόσα δεν είχε μάθει;

Είχε γίνει η μασκότ του σπιτιού η πριγκιπέσα Ιζαμπώ, όπως την έλεγε ο πατέρας όταν γύριζε κου-ρασμένος από τη δουλειά και την έβρισκε κουλουριασμένη στο χαλί με το αυτί στην πόρτα να τον πε-ριμένει να μπει και να χυθεί πάνω του.

«Εδώ είσαι πάλι, πριγκιπέσα μου;» έκανε μόλις άνοιγε την πόρτα.

Εκείνη τον υποδεχόταν πρώτη. Πηδούσε πάνω του, στήριζε τις πατούσες της στους ώμους του και χαριεντιζόταν σαν να τον καλωσόριζε, έτοιμη να τον φιλήσει.

 

Την είχαμε πώς και πώς, μέσα στα χάδια και στα πούπουλα. Μη στάξει και μη βρέξει. Έξυπνη και όμορφη, παιχνιδιάρα όπως είχε γίνει, ήταν ένα πλάσμα γλυκό, τρυφερό κι αξιαγάπητο. Εμείς τα παιδιά δεν κάναμε ούτε βήμα χωρίς τη Ιζαμπώ μας.

Στις εκδρομές, στο πάρκο και στην αλάνα της γειτονιάς την παίρναμε πάντα μαζί μας. Ακόμα και στις επισκέψεις, παντού και πάντα ήταν μαζί με όλη την οικογένεια. Από καμιά κοινωνική εκδήλωση και γιορτή δεν έλειπε. Η Ιζαμπώ ήταν η πρώτη και η καλύτερη. Καθόταν στον καναπέ, ανάμεσα στον Πέτρο και σε μένα σαν μια καθώς πρέπει κυρία με καλή ανατροφή και τρόπους κοινωνικής συμπεριφοράς. Περίμενε να της πούμε πότε θα πήγαινε να παίξει με τα δικά της πράγματα στη βεράντα.

Ποτέ δεν την αφήναμε να βγει μόνη από το σπίτι για να μην μας την κλέψουν. Στη μεγάλη πόλη, κυκλοφορούν και κλέφτες σκυλιών και γατιών, όταν μάλιστα είναι από «σπίτι» ή ράτσας. Ή για να μην κολλήσει καμιά αρρώστια.

Στο πάρκο και στην κοντινή πλατεία, στην παιδική χαρά πήγαινε χοροπηδώντας, πάντα μαζί με μας τους δυο ή μόνο με τον Πέτρο.

Εκεί, μαζεύονταν όλος ο παιδόκοσμος, ο γατόκοσμος κι ο κουταβόκοσμος της γειτονιάς. Συχνά έκαναν την εμφάνισή τους και μερικοί άγνωστοι ή νεοφερμένοι επισκέπτες.

Μόνο πουλιά δεν τολμούσαν να πλησιάσουν από τις κραυγές και τα χαρούμενα ξεφωνητά της παρέας. Μόλις έφτανε το παιδομάνι με όλα τους τα ζώα, τα πουλιά «έκαναν φτερά», πετούσαν όλα μαζί και κρύβονταν ολόγυρα στα δέντρα.

* Απόσπασμα από το ανέκδοτο κείμενο «Η πριγκιπέσα Ιζαμπώ»

Δημοσιεύθηκε στο Fractal στις 14 Ιουνίου, ημέρα Τρίτη του 2022

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου