Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

Τα ανεπίδοτα

“Τα ανεπίδοτα”: 

Ένα αφήγημα, τρεις ανεπίδοτες επιστολές

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη

 

 

 

Αγαπημένη, υπομόνεψε και θα γυρίσω νικητής. Δεν την μπορώ την καταπίεση, το ξέρεις. Στο βουνό, εδώ, έχει άλλο θεό, έχει μεγάλο ορίζοντα, το βλέπεις, βλέπεις τον κόσμο πιο μεγάλο, δυο δρασκελιές πιο πέρα και το σούρουπο δεν σε πλακώνει.Θυμάμαι, ξαπλώναμε κάτω από την κερασιά, πίσω απ’ το φράχτη, κι από τα διψασμένα μας κορμιά έσταζε το μεράκι και δεν γνωρίζαμε πού άρχιζαν οι ενοχές και πού τελείωναν.

Κάπου εκεί, στο πίσω μέρος της καρδιάς, είναι το δέντρο που φυτέψαμε τον άλλο χρόνο που τραγούδαγαν τ΄ αηδόνια στη φτελιά. Αυτό να λογαριάζεις όταν έρχονται τα δίσεκτα. Και να κρεμάς τις έγνοιες σου σαν βλέπεις τα πουλιά να ταξιδεύουν. Είναι οι πίκρες μας μεγάλες, πιο κρύες απ’ τις θάλασσες και πιο βαθιές απ’ τους ωκεανούς. Είναι και τα βουνά, πιο πάνω από τη θέληση του καθενός. Άλλος καημός η λευτεριά.

Λέω, θα βαστάξεις τον ξενιτεμό, θα τον αντέξεις τούτον μας το ζωντανό το χωρισμό. Μην κλαις,  δεν είναι πιο βαρύς από το θάνατο. Μην το ξεχνάς, είναι και τα πουλιά που περιμένουν, είναι κι ο ελαιώνας μας και το ξωκκλήσι στο καρτέρεμα, κι ο αμπελώνας πέρα από το ρέμα.

Θυμήσου, κρέμασε τη φωτογραφία μου στον τοίχο, πλάι στο εικονοστάσι, σφίξου στον κόρφο σου, μίλα μου όταν βρεις καιρό, με το χαμόγελο που ξέρεις να κερνάς όταν φωλεύουν τα πουλιά.

Άκου, τη συλλογιέμαι την απαντοχή που θα δακρίζει μέσα σου, θα κλαίει στα σπλάχνα σου, όταν σημαίνουνε Χριστούγεννα ή Πασχαλιές. Για τούτο πήρα τον ανήφορο, γυρεύοντας τον ήλιο στα βουνά, αλάργα από τον κόσμο που με πνίγει. Ετούτο θέλω να το καταλάβεις.

Θέλω να ξέρω πόσο σκέφτεσαι περήφανα. Θέλω τα μάτια σου να λάμπουνε κάθε φορά που  θ’ ατενίζουνε το ξέφωτο. Θέλω τα χείλη σου να λένε το τραγούδι μας, κάθε φορά που ο νους σου  θα ‘ρχεται σ’ εμένα, κάθε φορά που η καρδιά σου θ’ ακουμπάει στο δέντρο μας, στο πίσω μέρος του περιβολιού.

Όσο σε σκέφτομαι, δεν νιώθω κούραση, δεν έχω ερημιά, μονάχα ο νους μου λίγο τρυφεραίνει. Ήθελα να στο έλεγα πόσο με έθλιβε που θα ‘μενες μονάχη σου να μάχεσαι με τα θεριά, λέω τους ανθρώπους, μα θα μ’ εμπόδιζες. Κι εγώ λαχτάραγα το ξέφωτο, τον ουρανό να βλέπω χωρίς άκρη. Για τούτο πήρα τον ανήφορο και γλίστρησα στη σιωπή. Ήταν η νύχτα σκοτεινή σαν από πίσσα και σύρθηκα σκιά έξω απ’ τον κόσμο που μ’ αρνιόταν. Συδαύλισα και τη φωτιά να μένει ζωντανή στην ανθρακιά, να μην σβηστεί και ξεπαγιάσουν τα όνειρα. Σου χάιδεψα και τα μαλλιά, κοιμόσουνα, δεν με κατάλαβες, κοιμόσουνα τον πιο βαρύ σου ύπνο εκείνη τη βραδιά.

Χαιρόμουνα που ανάσαινες βαριά και δεν κατάλαβες. Αν ένιωθες μπορεί και να μ’ εμπόδιζες, μπορεί και να μ’ εκλιπαρούσες, να με παρακαλούσες, να με λύγιζες. Ήσουν ανήμπορη κι ανέτοιμη για το βουνό. Έτσι, σε άφησα στον ύπνο σου και κρύφτηκα μες στις σκιές των δέντρων. Άκουγα μοναχά το καρδιοχτύπι μου και την ψυχή μου που θρηνούσε το ζωντανό μας χωρισμό. Έξω στον κήπο, τίποτα δεν σάλευε και ίσαμε κει που ο δρόμος στρίβει πίσω στον γκρεμό.

Τότε ατόνησε το βήμα μου κι η σκέψη γύρισε στο πίσω μέρος του καιρού και βάδιζα κατά τα μάτια μου και το κεφάλι μου στον ώμο δεν το όριζα στα μονοπάτια του βουνού. Εδώ δεν έχει δρόμους, έχει στενά περάσματα και φως. Έχει αέρα, ξαστεριά τις νύχτες κι η μέρα μεγαλώνει σαν τη σκέψη. Έχει πλατύ ορίζοντα και τα ποτάμια ξεκινάνε από δω που σμίγουν των ανθρώπων οι αναστεναγμοί.

Μη λησμονάς να ρίχνεις σπόρους στα πουλιά τις Κυριακές κι όταν ξαπλώνει ο ήλιος στην κληματαριά. Περίμενε τα πρωτοβρόχια στο κατώφλι. Περίμενε εκεί το γυρισμό μου. Πότιζε τις τριανταφυλλιές μην τις μαράνει ο καημός και τις ξεράνει ο πόνος. Έτσι λέω, τώρα που η αυλαία έπεσε κι είμαστε τόσο αλαργινοί, σαν ξένοι. Κι είναι μια τρύπα η ψυχή του καθενός. Κι η μοναξιά μου τραγουδάει με πολλές φωνές, τρυπώνει μες στα σπλάχνα μου και με πληγώνει. Ξοδεύτηκε πολύς καιρός γι’ ατή τη γνώση.

Είδα το θάνατο πολλές φορές να με χλευάζει, με χίλιες γλώσσες να με περιπαίζει. Μα, άκου, θα σου την πω την ιστορία από την αρχή. Τώρα που είμαι μακριά μπορείς καλύτερα την πίκρα μου να καταλάβεις και να ταΐσεις άνοιξη τα περιστέρια στην αυλή. Έχει πολλά βαστάξει τούτο το πετσί και το κορμί που κουβαλάω στις ερημιές. Και τώρα που σου γράφω, το νιώθω πάνω απ’ τη ζωή μου το θεόρατο μηδενικό, ένα ποτάμι θάνατο, τον κουβαλώ, μια θάλασσα πικρή με περιζώνει, μια θύελλα βρυχιέται μέσα μου, που ξεριζώνει δέντρα θαλερά, σπάει κλωνάρια καρπερά, σαρώνει εκκλησιές, σπάει τα κόκαλα της γης και πίνει το μεδούλι των οστών του κόσμου.

Ακούω τον άνεμο που κλαψουρίζει στις χαράδρες. Βλέπω τη μοναξιά να με ζυγώνει, να με κυκλώνει, να με πνίγει. Στο πίσω μέρος του κενού, είναι το σπήλαιο που χάσκει μέσα μου. Μη φεύγεις απ’ τον ύπνο μου, είναι πολύ γλυκό το όνειρο, μη βιάζεσαι, έχει πολλά τερτίπια η μοναξιά. Θέλω να σου μιλήσω καθαρά.

Θα σου την πω την ιστορία από την αρχή.

 

Β

 

Δεν φτάνει να κοιτάς τον ουρανό, περιβαλλόμενος την απραξία των ωρών με μια θαμμένη τύψη μέσα σου. Έφευγες κι εγώ μετρούσα το σκοτάδι των στιγμών του ενταφιασμού κι η κλίνη ευωδίαζε της ευφροσύνης μες στο νου, θυμίαμα εξαίσιας συνουσίας των σωμάτων. Κι ήρθες να μου χαλάσεις τη χαρά με το θλιβό μουρμουρητό των φύλλων την ώρα που η πλάση γύρω σιωπά. Μην πεις πως έχει άκρη ο καημός. Από το ένα μισοσκόταδο στο άλλο λειτουργεί ο θρήνος. Λησμόνησα “τον πρίγκιπα των κρίνων” κι είμαι στον Επιτάφιο των θρήνων. Στα μετερίζια της οδύνης ξενυχτάει ο ύπνος μου και η πικρή αναμονή διώχνει το νυχτοπούλι του θανάτου. Είναι το αίμα μου που κλαίει το μισεμό σου. Δεν ακούς;

Δεν έχει ασπίδα ο μισεμός για να φυλάει τη σάρκα μου στα στενορύμια της απαντοχής. Δεν έχει δάκρυα ο πυρετός που ανεβαίνει μες στις φλέβες μου. Είναι το τέλος που με κυνηγάει, το χάδι σου καθώς με τύλιγες με μισεμό κι η δόλια μου η αφή συδαύλιζε τη μυστική φωτιά κι άκουγα τον αχό του ποταμού πίσω απ’ το φράχτη των ονείρων μου.

Θα κρύψω την ανάμνηση, συμμαζεμένη σε μια ρίγα στο χαρτί και σιγαλά, σιμά τζάκι θα καθίσω να συλλογιστώ τον άρρητο χρησμό που σταύρωσε τα πέλματά μας. Έξω έχει πήξει το σκοτάδι και φυσάει τρελός βοριάς. Βρέχει. Βρέχει και μέσα στην καρδιά μου, μια δυνατή θρηνητική βροχή. Ουρλιάζει κι ένα αγρίμι στη σπηλιά και συδαυλίζω τη φωτιά που έχει φουντώσει στη γωνιά.

Πες  μου, λοιπόν, την ιστορία. Θέλω να την ακούσω από την αρχή. Κι ας έχει δάκρυα. Εδώ το όνειρο και ο γλυκασμός έχουν τελειώσει. Και δεν  ανθίζει το κλαδί της κερασιάς που γέρνει προς τον ποταμό. Ποιος πάει προς το χειρότερο, δεν ξέρω. Μπορείς να δεις πιο κει απ’ τη ρωγμή που κόβει τον απαρνημό στα δυο;

Θα τον ποτίζω το βασιλικό στο παραθύρι, έτσι γι’ ανάμνηση, εκείνον που φυτέψαμε την άνοιξη για τον εξορκισμό. Θα τον θυμάσαι. Έχω να σεργιανίσω τόσα μονοπάτια και τόσα όρη θλίψης να διαβώ. Είναι πικρή η απαντοχή να σε προσμένω. Τώρα που ζεις με τα πουλιά, δεν έχει όνειρα να βολευτείς σ’ ένα σεντούκι μες στη λήθη. Είναι κι ο ήχος του νερού που ξεκουφαίνει κι ο ουρανός που ακουμπάει στην προσμονή μου. Δεν έχει δρόμο ο καημός για να σε φτάσω.

Τώρα να δεις που θα γυρίσουν τα πουλιά και θα φωλιάσουνε τα χελιδόνια στο μπαλκόνι κάτω απ’ τη στέγη, μες στην κάμαρά μας θα καθίζει σιωπή, καθώς θα φτερουγάει στα φυλλοκάρδια η μοναξιά, θα δεις πόσα αγριολούλουδα  θ’ ανθίζουνε σε τούτο το περβάζι νοτινά, “μη με λησμόνει” κι ένα τριζόνι θα τρυπάει τη σιωπή της ερημιάς με την ανεμική φωνούλα του: τρι τρι τρι τρι τρι, την πάσα νύχτα. Μην πεις πως τρέφομαι με όνειρα. Δεν έχει τόπο να ριζώσουν οι ελπίδες. Όλα τελειώσανε σε μια στιγμή κι ο χρόνος έκανε ρωγμή στο άδειο ξύπνημα της μέρας με το πουλί που κελαηδούσε δακρυσμένο μες τα βάτα.

Μείνε όπως ήσουν μια φορά μέσα στο θαλασσί πουκάμισο της μέρας, τότε με τη νεροποντή στην ακροποταμιά που τουρτουρίζαμε κι είχαμε σμίξει τα κορμιά μας σε μια σάρκα. Κι ο άνεμος μαστίγωνε την ερημιά που σκέπαζε τον κόσμο.

Λησμόνησα να σου το πω. Άνθισε το περιβολάκι μας και η κανάρα έβγαλε πουλιά. Ο ήλιος ζέστανε την κάμαρά μας αναπάντεχα. Βγήκα στο παραθύρι και είδα την καινούρια μέρα να  ‘ρχεται κατακόρυφα από τον ουρανό.

Αυτά, για να μη λες πως μ’ απαρνήθηκε η ζωή.

Ως τα Χριστούγεννα κι ως την Πρωτοχρονιά, έχει ο Θεός! Έτσι να λες.

 

Γ

 

Μέτρησα σπιθαμή προς σπιθαμή τ’ άγρια βουνά. Πόσα φεγγάρια έχω μετρήσει, πόσες κορφές και κορυφογραμμές έχω πατήσει. Είναι πολύ οδυνηρό να βλέπεις τον καιρό να φεύγει μες από τα χέρια σου. Τριζοβολούν τα κόκαλα της μεταμέλειας. Εδώ πάνω βλέπεις τα πράγματα με κααθαρό μυαλό, δεν έχει ομίχλη και βλέπεις τη ζωή σου να γλιστράει προς το ποτάμι. Είναι γιατί το πίστεψα το όνειρο κι είναι μακριά, πολύ μακριά η στράτα μου. Είναι κι αυτό: Εδώ να δεις, σκοτώνουν τα πουλιά που κελαηδούν. Κι αργεί να ρθει η άνοιξη.

Θα σου την πω την ιστορία από την αρχή. Πρέπει να ξέρεις πώς ζυγιάζεται ο καιρός πάνω απ’

τη μοίρα μας. Πρέπει να μάθεις πώς αντέχει αυτή η γη και δεν βουλιάζει. Πρέπει να μάθεις να τον κυβερνάς τον πόνο σου. Να κλέβεις δάκρυα να ποτίζεις τον αμάραντο, να κρύβεις σπόρους να ταΐζεις τα πουλιά.

Όμως, για να σου πω την ιστορία από την αρχή, πρέπει να ανεβώ στην κορυφή, να ιδώ τον κόσμο πίσω μου και τον καιρό που τρέχει αντίστροφα απ’ τη μνήμη. Κι είναι μακρύς και δύσβατος ο γυρισμός. Κινήσαμε για την κορφή και μείναμε μεσοστρατίς ανίδεοι, αξημέρωτοι και γελασμένοι.   Είναι άπιαστο το όνειρο κι η λευτεριά μια χούφτα τέφρα, ό, τι απόμεινε από την ορμή και δεν βολεί σε τούτη την υγρή σπηλιά να στεγαστεί. Καταλαβαίνεις;

Ωστόσο, με παρηγορούνε τα ποτάμια μ’ εκείνο τον ασίγαστο παλμό και τη ροή τους. Κι όταν τα βράδια παίρνει σάρκα η ερημιά και περπατάει πάνω στο δέρμα μου τρίζουν τα βήματά της στη σιγή, σε νιώθω να κοιτάζεις τη ρωγμή που άνοιξε ο χρόνος για τη μνήμη. Βλέπω τα μάτια σου υγρά  να φωσφορίζουν μες τη νύχτα κι ακούω τα μοναχικά σου βήματα να τριβελίζουν τον εξώστη.

Βιάσου γλυκιά μου, κρύψου, μην μένεις άλλο στον  εξώστη, θα βραχείς. Φουρτούνιασε εδώ μέσα η καρδιά μου. Και τώρα που με κυνηγάει ο χρόνος να σε φτάσω, με πνίγουν οι κορφές των δέντρων  κι οι χαράδρες κόβουν του γυρισμού το δρόμο. Άκου τον άνεμο που κατεβαίνει από τα όρη. Εδώ ο κόσμος πνίγεται στη σιωπή και το σκοτάδι πέφτει κατακόρυφα στη μνήμη. Κι αυτό που μ’ έφερε εδώ, σ’ αυτή την κόχη να λαλώ, δεν έχει νόημα, έχει σαπίσει, έχει ραγίσει κι η απόφαση, σαν το γυαλί, και με παιδεύει. Όμως , δεν έχει δρόμο για το γυρισμό. Μη με κοιτάς μ΄ αυτή τη θλίψη που σκοτώνει. Δεν γυρίζει πίσω ο ποταμός. Κι όλα τα βάσανα περνούν με τον καιρό, τα συνηθίζεις.

Μη μένεις άλλο στον εξώστη. Θα βραχείς. Φουρτούνιασαν τα μέσα μου και η καρδιά κλαίει. Μια καλημέρα μένει. Μια κίνηση του ανθρώπου προς τον άνθρωπο. Ένα φιλί δίνει μιαν άλλη διάσταση στο χρόνο, δίνει διέξοδο στα όνειρα.  Για τούτο ήρθα να σου πω μια κλημέρα μέσα από τη γύρη ενός διάφανου πρωινού.

Μη μένεις άλλο στον εξώστη, αγαπημένη, θα βραχείς. Πλημμύρισε από δάκρια η ματιά μου.

Καληνύχτα

 

 

Παλαιό Φάληρο, 18 Οκτωβρίου 2020

 

 

 

“Τα ανεπίδοτα”, τρεις ανεπίδοτες επιστολές, δημοσιεύτηκαν ως “επιλεγόμενα” στο  μυθιστόρημα: “Σκοτεινή αποθήκη”, (Δόμος, Αθήνα 2000). Λόγω επικαιρότητας, δεόντως βελτιωμένα, έρχονται ξανά στη δημοσιότητα.  Ευχαριστώ ιδιαίτερα για τη φιλοξενία.

 

    Δημοσιεύτηκε στο fractal στις 21 Οκτωβρίου 2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου