Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Ο Τριαντάφυλλος



«Ο Τριαντάφυλλος έψαχνε τη μαμά του στο πεζοδρόμιο», είπε η Άννα και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της.
    Η Άννα ήταν πολύ λυπημένη. Είχα καιρό να τη δω έτσι. Η λύπη είναι πικρό συναίσθημα, βαθύ και προϋποθέτει εσωτερικό, ψυχικό συγκλονισμό. Είναι πόνος και καημός, είναι σαράκι, που τριβελίζει  το μυαλό και διαβρώνει την καρδιά. Είχε πολύ παράπονο το βλέμμα της Άννας.
   «Πόνεσα πολύ σήμερα με κείνο το αγοράκι, που παράτησαν στο πεζοδρόμιο. Κι άκου όνομα! Τριαντάφυλλος! Ένα  ζωντανό, τρυφερό τριαντάφυλλο, πεταμένο άκαρδα στο πεζοδρόμιο, στη μπούκα των τροχοφόρων και των κάθε λογής αρπαχτικών. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό για μένα που αγωνίζομαι πάνω από πέντε χρόνια τώρα να υιοθετήσω ένα παιδάκι, ένα ορφανό, ένα εγκαταλειμμένο παιδάκι; Τη στιγμή που το εμπόριο βρεφών οργιάζει και τα έκθετα είναι μια πληγή κακοφορμισμένη στο σώμα της κοινωνίας; Καταλαβαίνεις; Και ο νόμος δεν μου δίνει το δικαίωμα, ερευνώντας δήθεν το οικογενειακό μας περιβάλλον και τις συνθήκες
διαβίωσης. Με κάτι τέτοια φτηνά επιχειρήματα δημιουργούν κάθε φορά
προσκόμματα. Απογοητεύτηκα, κουράστηκα. Δόξα τω Θεώ και δουλειά αξιοπρεπή έχουμε και οι δυο, υγεία έχουμε, μπορούμε να γίνουμε στοργικοί γονείς, αγαπάμε τα παιδιά, δεν είμαστε υπεύθυνοι που δεν αποκτήσαμε δικά μας! Και λέω: Δεν ήταν να μου άφηναν κι εμένα ένα μωρό στην πόρτα μου, να πέσω πάνω σ' ένα πεταμένο στα σκουπίδια, να το πάρω, να το σφίξω πάνω στην καρδιά μου και να του ψιθυρίσω:
  "Μη φοβάσαι ,μωρό μου, η καρδιά μου κι η αγάπη μου θα σου δώσει όσα σου στέρησαν εκείνοι που σε εγκατέλειψαν. Είμαι η μανούλα σου εγώ, που σε ήθελα τόσο πολύ κι ας αργούσες να έρθεις. Σ' αγαπάω, μωρό μου, δεν ήρθες σε μένα από μια τυχαία ένωση, δεν ήσουν ποτέ ανεπιθύμητο. Μην κλαις πια, η καρδιά μου είναι όλο αγάπη, γιατί σε περίμενα, μωρό μου! Χρόνια περίμενα και λαχταρούσα τον ερχομό σου. Καθόμουν στο παράθυρο τις φεγγαρόφωτες νύχτες και σε περίμενα κι έπλεκα τα πιο γλυκά νανουρίσματα, τα πιο ωραία όνειρα. Για σένα, μωρό μου! Μόνο για σένα!"
    Είμαι σίγουρη, θα άκουγε τη φωνή της καρδιάς μου, θα ηρεμούσε, θα ζεσταινόταν. Θα άκουγε την ανάσα μου και θα χαμογελούσε ευτυχισμένο. Θα ακουμπούσε πάνω μου γλυκά, τρυφερά, αναπαυμένο. Θα ένιωθε την παρουσία μου και θα γαλήνευε η ζωούλα του. Κι ύστερα... Ω, ύστερα!
    Όμως, όπως βλέπεις, πάω κι έρχομαι άδεια, με την ίδια πάντα απαντοχή κι ένας πόνος για την αδικία της φύσης και της νομοθεσίας, που είναι τυφλή κι αόμματη, τρυπάει το μυαλό μου. Και λέω: γιατί; Γιατί, Θεέ μου, γιατί; Δεν έχω δικαίωμα στη ζωή; Πονάω μέσα μου, πονάω! Καταλαβαίνεις;
     «Καταλαβαίνω...; Όλα τα καταλαβαίνω...» Ψέλλισα.
     Πώς να παρηγορούσα τη φίλη μου; Πώς να αντιδρούσα; Τι θα μπορούσα
να της προτείνω, τη στιγμή, που όλα μου τα επιχειρήματα τα είχε καταρρίψει με την τρυφερότητά της, μια τρυφερότητα λογικά αφοπλιστική, που δεν μου άφησε περιθώρια να μιλήσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου